Παρασκευή, 8 Απριλίου 2011

Ο ασυμβίβαστα φυσικός Stanko Radikon

Ήταν τρίτη απόγευμα και είχα φτάσει στο σταθμό της πόλης Gorizia λίγο προτού αρχίσει να νυχτώνει. Εκεί, με περίμενε ο αεικίνητος Μαρίνκο. Ένας εξηντάρης Σλοβένος με τρομερή ενέργεια και μεγάλο πάθος για το κρασί που γνώριζε κάθε γωνιά της αμπελουργικής ζώνης και σχεδόν όλους τους παραγωγούς.
Βγήκαμε από την πόλη και ανηφορίσαμε προς την Oslavia, μία Ιταλική περιοχή που κατοικείται από Σλοβένους όπως και το μεγαλύτερο τμήμα του Collio και είναι ακριβώς απέναντι από την Σλοβένικη Goriska Brda*.

Το πρόγραμμα περιλάμβανε αποκλειστικά, οινοποιεία που παράγουν με εναλλακτικές μεθόδους. Έτσι, βρεθήκαμε στον "Uncompromisingly natural" -όπως αυτοπροσδιορίζεται- Stanko Radikon. Στην αρχή θεώρησα πως το όνομα αυτό πρόκειται για παρατσούκλι (radikal=ριζοσπάστης) αλλά μετά έμαθα πως δεν είναι παρά ένα πολύ ταιριαστό επίθετό.
Καμία χρήση χημικών ή συνθετικών λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων, ελάχιστα ραντίσματα, τέσσερα με πέντε τσαμπιά ανά κλήμα και καμία χρήση οινολογικών προϊόντων συμπεριλαμβανομένου και του θειώδους ανυδρίτη, δικαιολογούν το σλόγκαν και τους ισχυρισμούς του παραγωγού ότι παράγει ένα προϊόν που είναι εκατό τοις εκατό κρασί και όχι σκευάσματα και πρόσθετα.


Μόλις φτάσαμε πήραμε ένα ποτήρι στο χέρι και κατεβήκαμε στο υπόγειο για δοκιμές από τις ξύλινες δεξαμενές. Ήταν το δεύτερο οινοποιείο στην σειρά όπου το υπόγειο διατηρούσε την υγρασία και την χαμηλή θερμοκρασία χάρη στο βράχο που υπήρχε αντί για τοίχο στην βόρεια πλευρά και διαρρέονταν από νερό στο μεγαλύτερο μέρος του.
Ξεκινήσαμε με την Ribolla** του '09 η οποία ήταν κάπως κλειστή και αρκετά τανική αφού πρακτική του ιδιοκτήτη είναι να αφήνει τις φλούδες σε επαφή με το μούστο για αρκετές μέρες κατά την διάρκεια της ζύμωσης. Ίσως να ήταν και το τανικότερο λευκό που έχω δοκιμάσει μέχρι τώρα.
Η Ribolla του '08 όμως, αν και λίγο αναγωγική αρχικά, άνοιξε μόλις ήρθε σε επαφή με τον αέρα και έβγαλε ένα υπέροχα δροσερό φρούτο ενώ στο στόμα έδινε μία μοναδική χυμώδη αίσθηση.

Από εκείνο το σημείο και έπειτα αντιλήφθηκα πως μιλάμε για μεγάλα κρασιά που μπορούν να παίξουν στα ίσια όλα τα μεγάλα λευκά του κόσμου και κάθε κρασί που ακολουθούσε έμπαινε αναπόφευκτα στη διαδικασία σύγκρισης. Σίγουρα το να δοκιμάζεις συγκρίνοντας και μη όντας αφοσιωμένος σε αυτό που έχεις μπροστά σου είναι μία όχι και τόσο σωστή προσέγγιση αλλά ενώ το ήθελα, δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά!

Πόσο μάλλον όταν το επόμενο ήταν το Jakot, δηλαδή το Tokay***, του '09 με υπέροχο πεντακάθαρο φρούτο στη μύτη και στόμα με οξύτητα τόσο μεταλλική που την ένιωθα σαν μαχαίρι πάνω στη γλώσσα. Και όταν λέω μαχαίρι δεν εννοώ φυσικά με την κόψη αλλά με την φαρδιά πλευρά, την αίσθηση δηλαδή μίας παγωμένης σιδερένιας λεπίδας που αγγίζει την γλώσσα και μένει εκεί για ώρα ακόμη και όταν το κρασί έχει φύγει από την στοματική κοιλότητα. Μεταλλικότητα που μόνο στα μεγάλα Cru του Leflaive είχα συναντήσει μέχρι τώρα.

Πιθανότατα το καλύτερο κρασί της δοκιμής αφού το '06 και '07 από βαρέλι υστερούσαν λίγο σε ζωντάνια μάλλον επειδή οι δύο αυτές χρονιές ήταν από τις θερμότερες για την περιοχή και μείωσαν αισθητά τις οξύτητες. Ακούγεται λίγο παράξενο να δοκιμάζει κανείς '06 από βαρέλι αλλά πολιτική του κτήματος είναι να αφήνει τα λευκά να παλαιώνουν προτού βγουν στο εμπόριο για τουλάχιστον τέσσερα χρόνια.


Η παραγωγή του υιού Radikon δεν με ενθουσίασε. Πιο εμπορική, με μικρότερες εκχυλίσεις, αλλά σίγουρα λιγότερο ιδιαίτερη.


Επιστρέφοντας στους γονείς, το Merlot ήταν αρκετά ιδιαίτερο αλλά σίγουρα θέλει πολύ περισσότερη προσπάθεια από αυτό για να με συγκινήσει ένα κρασί αυτής της ποικιλίας.

Δυστυχώς δεν υπήρχε η δυνατότητα να δοκιμάσουμε το μικρό τανικό τερατάκι της ποικιλίας Pignolo γιατί η παραγωγή του είναι πολύ περιορισμένη.

Έτσι, γυρίσαμε πάλι στα λευκά αλλά αυτή τη φορά από φιάλη. Οι φιάλες που χρησιμοποιούν είναι μισού και ενός λίτρου με πολύ στενό λαιμό που τους επιτρέπει να κάνουν χρήση φελλού με πολύ μικρή διάμετρο για καλύτερη -σύμφωνα με τους ίδιους- συντήρηση του προϊόντος.

Δοκιμάσαμε την Oslavia του '05 και '04 συνοδεία σπιτικών αλλαντικών και τυριών σε έναν πολύ ζεστό χώρο όπως συνηθίζεται σε κάθε οινοποιείο της περιοχής.
Όταν η γυναίκα του ιδιοκτήτη έφερε τις φιάλες προς δοκιμή μας είπε πως ήταν πολύ κρύες και θα έπρεπε να περιμένουμε. Γνώμη τους είναι πως τα κρασιά τους αν και λευκά θα πρέπει πάντα να ανοίγονται πολύ νωρίτερα -κάποιοι οπαδοί του κτήματος μιλούν για 1-2 μέρες πριν!- και να σερβίρονται γύρω στους 15 με 18 βαθμούς. Στην μπροσούρα τους μάλιστα αναγράφεται με έντονα γράμματα "μην βάζετε τα κρασιά στο ψυγείο"!
Δεν αμφιβάλλω γιατί απόλαυσα πολύ περισσότερο τα κρασιά από το βαρέλι παρά από τη φιάλη.
Και τα δύο διατηρούσαν την χαρακτηριστική μεταλλικότητα του οινοποιείου αλλά τους έλειπε το φρούτο και ήταν λίγο μονόπλευρα και τραχιά.

Το μόνο που ξεχώριζε ήταν η Ribolla του '04 που ήταν σαφώς πιο εκφραστική και ισορροπημένη. Δυστυχώς ήταν ήδη οκτώ το βράδυ, μας περίμεναν άλλα δύο οινοποιεία και δεν υπήρχε ο απαιτούμενος χρόνος για να απολαύσουμε τα χαλκόχρωμα αυτά κρασιά όπως τους αρμόζει.


Πήραμε δώρο μία φιάλη -όπως θα γίνονταν και σε κάθε σλοβένικο οινοποιείο από δω και στο εξής- και φύγαμε για τον εσωστρεφή αλλά ιδιοφυή και πάντα καινοτόμο Josko Grauner...





*Goriska και Collio σημαίνουν λόφος/βουναλάκι σε Σλάβικα και Ιταλικά αντίστοιχα και άρα η περιοχή αλλάζει όνομα μόνο επειδή μεσολαβούν σύνορα. Εδαφολογικά και κλιματικά παραμένει ίδια.

**Ribolla Gialla: Ποικιλία που καλλιεργείται στην περιοχή του Φριούλι. Είναι η δική μας Ρομπόλα της Κεφαλλονιάς και η Rebula για τους Σλοβένους.


***Jakot: Αναγραμματισμός της λέξης Tokay (Tokaj στα Σλάβικα). Οι Ούγγροι έχουν αποκλειστικό δικαίωμα στη χρήση της λέξης Tokay και έτσι όσοι την καλλιεργούν αναγκάζονται να την αναφέρουν με άλλο όνομα. Σηνύθως οι Ιταλοί το ονομάζουν Tokai Friuliano, οι Σλοβένοι Sauvignonasse και οι Γάλλοι Tokay-Pinot Gris.

Δεν υπάρχουν σχόλια: