Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

Το ελληνικό κρασί και τα "φεστιβάλ μπανάνας"!

Διάβαζα πρόσφατα ένα άρθρο από τον Ιταλικό οδηγό κρασιού Slow Wine σχετικά με την αλόγιστη χρήση του βαρελιού που με έβαλε σε πολλές σκέψεις. Πρέπει βέβαια να πω πως τα ιταλικά μου δεν είναι άριστα και χρειάστηκε να μεταφράσω μερικά τμήματα του άρθρου με την βοήθεια του google αλλά νομίζω πως το κυρίως νόημα είναι ξεκάθαρο.

Οι Ιταλοί αντιμετωπίζουν τα ίδια προβλήματα με ολόκληρο τον οινικό κόσμο. Η αγορά κυριαρχείται από κρασιά μονότονα, επαναλαμβανόμενα, άψυχα και οινολόγους που κάνουν copy-paste τις συνταγές τους σε κάθε οινοποιείο, ενώ ο καταναλωτής ξυπνάει πολύ αργά για να μπορέσει να αλλάξει την κατάσταση.

Ας κάνω μία περίληψη του άρθρου για να γίνω πιο κατανοητός. Ο Ιταλός κριτικός αναφέρει πως ξεκινώντας τις δοκιμές για την νέα έκδοση του οδηγού είναι φανερό πως οινολογικά το επίπεδο ανεβαίνει χρόνο με το χρόνο. Το κυρίως πρόβλημα είναι όμως η έλλειψη ταυτότητας. Έχουμε γεμίσει, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, από οίνους "χωρίς καμία αξία, μπανάλ, ουσιαστικά άχρηστους". Κύριο πρόβλημα παραμένει η αλόγιστη χρήση βαρελιού -ή τσιπς- με τα αρώματα βανίλιας, συνθετικής κόλλας και ζαχαρωτών haribo να σκεπάζουν ολοκληρωτικά οποιοδήποτε ποικιλιακό άρωμα. Μείζον πρόβλημα για τους δημοσιογράφους, κανένα πρόβλημα όμως για τους εμπόρους αφού "αυτό θέλει η αγορά"!

Το πιο σοκαριστικό κομμάτι όμως του άρθρου είναι πως πριν μερικά χρόνια ένας οινολόγος εκμυστηρεύτηκε στον αρθρογράφο πως "αν δεν μου φτάνει το Sangiovese βρίσκω και βάζω φθηνό Merlot ή Montepulciano. Mε τόσο έντονα αρώματα βαρελιού ποιος θα καταλάβει την διαφορά;"! Ίσως όχι τόσο σοκαριστικό για αυτούς που είναι έστω και λίγο υποψιασμένοι αλλά σίγουρα πολύ αρνητικό για την εικόνα του Ιταλικού κρασιού.

Οι κριτικοί του Slow Wine πάντως δεν χαρίστηκαν αφού αν και άψογο τεχνολογικά ένα κρασί με καμία έκφραση της περιοχής ή της ποικιλίας θεωρούν πως απλά δεν έχει λόγω ύπαρξης. Και πολύ καλά κάνουν συμπληρώνω εγώ αφού πλέον έχουμε σιχαθεί να δοκιμάζουμε τα ίδια και τα ίδια.

Μερικές φορές νιώθω πως και εγώ ο ίδιος παρασύρομαι λίγο με την κατάσταση εδώ πέρα. Κακά τα ψέματα, στην Ελλάδα οινοποιοί, διακινητές, δημοσιογράφοι, μέχρι και οι οινόφιλοι λίγο πολύ γνωριζόμαστε και είμαστε στην ουσία μία μεγάλη παρέα. Σε πρώτη φάση ακούγεται όμορφο αλλά ίσως τελικά και να μην είναι. Ευλογούμε συνεχώς τα γένια μας, τα άρθρα με αρνητικές κριτικές είναι σχεδόν ανύπαρκτα και όλοι οι οινοποιοί είμαστε σπουδαίοι, μεγάλοι και ανεπανάληπτοι. Πιθανότατα γιατί όλοι κρίνουν με βάση το οινολογικό στήσιμο ενός κρασιού και σχεδόν ποτέ με το συναίσθημα. Έτσι όπως δηλαδή κάνει ο Ιταλός δημοσιογράφος που αν και προβληματίστηκε τελικά "έθαψε" τα άψυχα αυτά κρασιά γιατί δεν είχαν τίποτα να του προσφέρουν.

Πλέον οι πλειοψηφία των ελλήνων παραγωγών έχει ένα καλό οινολογικό επίπεδο και νομίζω πως είναι άχρηστο να ψάχνουμε τις μπανάνες και τα πεπόνια στη μύτη και φαρδιές πλατιές κοντόχοντρες τανίνες στο τελείωμα! Θεωρώ πολύ πιο χρήσιμο να γνωρίζω αν ένα κρασί μπορεί να εκφράσει κάτι δικό του όπως π.χ. το αποτύπωμα της περιοχής του, το στυλ ή απλά τον μόχθο του παραγωγού, τις ιδιαιτερότητες της χρονιάς.

Τώρα από ποιο σημείο ξεκινάει ο κύκλος του διαβόλου αδυνατώ να το διευκρινίσω. Θεωρώ πως οι μεγάλοι παίκτες και οι χώρες με χαμηλό κόστος παραγωγής έχουν συμφέρον να κυνηγήσουν το "εύκολο". Το εύκολο είναι αυτό στο οποίο ανταποκρίνεται η συντριπτική πλειοψηφία των καταναλωτών αλλά από την άλλη είναι και το πιο ανταγωνιστικό κομμάτι της αγοράς αφού είναι αυτό στο οποίο κυρίαρχο ρόλο παίζει το χαμηλό κόστος παραγωγής και το δυνατό μάρκετινγκ.

Οι εικόνα που μας έρχεται στο μυαλό
όταν δοκιμάζουμε Ελληνικά λευκά!
Οι μικροί παραγωγοί και χώρες όπως οι Ελλάδα δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω γιατί επιμένουν να παράγουν τα ίδια και τα ίδια και να κυνηγούν ένα κομμάτι της αγοράς στο οποίο έχουν ελάχιστα συγκριτικά πλεονεκτήματα. Δεν θα ξεχάσω την ατάκα του Τεό Δ. στα φετινά Διονύσια: "Πέρα από την Σαντορίνη τα λευκά είναι ένα μεγάλο φεστιβάλ μπανάνας"! Την ίδια ακριβώς μπανάνα ο νέος κόσμος την παράγει με το μισό κόστος και γι'αυτό στην "αγορά της μπανάνας" κυριαρχεί κατά κράτος.
Απλά πράγματα, τίποτα περίπλοκο.

Στην χώρα μας έχουμε πάρα πολλά μικρά οινοποιεία που επικαλούνται παραδόσεις, μεράκια και μεγάλες αγάπες με το αντικείμενο. Οινοποιούς που αρέσκονται να βγαίνουν φωτογραφίες με την οικογένεια να κρατάει όλη μαζί ένα τσαμπί σταφύλι, με τον σκύλο δίπλα απ'το τρακτέρ, με λερωμένα χέρια δίπλα από τον εκραγιστήρα και άλλα τέτοια όμορφα. Που είναι όμως η δουλειά σας φίλτατοι συνάδελφοι; Που ξεχωρίζει το μεράκι και η αγάπη όταν φτάνουμε στο τελικό προϊόν; Ναι ξέρω, τα οινολογικά προϊόντα είναι ασφάλεια, το αφιλτράριστο χτυπάει άσχημα στο μάτι κλπ κλπ. Οι απούλητες φιάλες για τις οποίες οι περισσότεροι παραπονιέστε, ίσως τελικά να μην είναι απόρροια της οικονομικής κρίσης ή κάποιου άλλου τρίτου παράγοντα. Σκεφτήκατε ποτέ πως τα κρασιά σας είναι απλά βαρετά για αυτόν που θα ψάξει τον μικρό παραγωγό και ξέρει και τρία πράγματα παραπάνω;

Λαμπρό παράδειγμα του αντιθέτου είναι νέος οινοπαραγωγός της περιοχής της Νάουσας. Ξεκίνησε να οινοποιεί από το μηδέν, το έψαξε, ρίσκαρε και σε χρόνο ρεκόρ έχει φτάσει πολύ ψηλά. Όταν όλοι τελειώνουν τρύγο βαριά αρχές Οκτώβρη αυτός δεν έχει ξεκινήσει. Σχεδόν κάθε χρόνο παίζει την παραγωγή κορώνα γράμματα ενώ έχει τύχει να μαζεύει μέχρι και μέσα Νοέμβρη προκειμένου να πάρει ακριβώς το αποτέλεσμα που ήθελε! Επιπλέον ήταν ο πρώτος στην περιοχή που πειραματίστηκε και κυκλοφόρησε τελικά αθείωτο Ξινόμαυρο και έχει κάνει άπειρους πειραματισμούς άλλοτε με περισσότερο άλλοτε με λιγότερο ρίσκο. Η εύκολη απάντηση όσων θεωρούν πως ξέρουν 2-3 πράγματα πάνω στο κρασί είναι η εξής: "αυτό σίγουρα έχει μερλό μέσα". Ναι λοιπόν, το κακόμοιρο το Ξινομαυράκι μόνο του δεν πιάνει μία. Η λύση είναι απλή και εύκολη, ρίχνουμε λίγο μερλό και με την μία το κρασί παίρνει +10€ υπεραξία!

Το παραπάνω είναι το κλασσικότερο παράδειγμά της νοοτροπίας μας. Επειδή εμείς είμαστε οκνηροί και φοβητσιάρηδες φέρνουμε τα πάντα στα μέτρα μας. Αδυνατούμε να σκεφτούμε -κυρίως όμως να παραδεχτούμε- πως κάποιος το έχει ψάξει πολύ, δούλεψε σκληρά, ρίσκαρε και κατάφερε να κάνει κάτι πολύ καλύτερο από αυτό που μπορούμε να κάνουμε εμείς. Τον φέρνουμε λοιπόν στα μέτρα μας, υποστηρίζουμε πως έπαιξε πονηρά και συνεχίζουμε ήσυχοι να πλέουμε σε πελάγη μετριότητας.

Ας δούμε λοιπόν τι θέλουμε. Θέλουμε να δείξουμε ποιοι πραγματικά είμαστε και ποιες οι δυνατότητες μας; Ή προτιμάμε να μείνουμε στην μετριότητα μακιγιαρισμένοι με βαρέλια, αρωματικές ζύμες και λοιπά φτιασιδώματα; Η επιλογή δική μας φίλοι οινοποιοί. Ας κάνουμε την αυτοκριτική μας και ας δούμε μετά ποιον δρόμο θα διαλέξουμε...

Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2013

Τρύγος 2013: Μία τρίτη ματιά

Αφού λοιπόν είδαμε τις δύο διαφορετικές εκδοχές για τον απολογισμό του φετινού τρύγου από την πλευρά του παραγωγού ας δούμε τώρα και πως το έζησε ένας από τους ανθρώπους που συμμετείχαν εθελοντικά στην διαδικασία. Ακολουθεί το κείμενο του Δημήτρη ο οποίος είναι παθιασμένος οινόφιλος και πλέον και πολύ καλός φίλος!

- “
Καλά που θα πας και κάνεις σαν τρελός” ήταν τα λόγια του συναδέρφου μόλις άκουσε ότι θα πάρω 3 μέρες άδεια προκειμένου να συμμετάσχω στο φετινό τρύγο στη Νάουσα. Διόλου παράλογη η αντίδρασή του μιας και το να φύγεις από τη Θεσσαλονίκη μεσημεριάτικα μετά από μια μέρα δουλειάς προδιαθέτει τουλάχιστον αρνητικά τον τυχαίο ακροατή ειδικά όταν η άδεια λαμβάνεται με σκοπό την ξεκούραση. Κι όμως, ο τρύγος για μένα ξεκούραση μπορεί να μην είναι αλλά είναι πολλά άλλα εξίσου σημαντικά και συγκριτικά πολύ ομορφότερα. Είναι ψυχική ηρεμία, αποτοξίνωση πνεύματος και συμφιλίωση με τη φύση. Είναι επίσης κόπος γλυκός, όπως ο κόκκινος μούστος που ρέει από τις δεξαμενές. Μα είναι και σκισμένα χέρια, μύες που πονάνε και καμένο από τον ήλιο δέρμα που πάνω του ο ιδρώτας χαράζει αυλακιές.

Χέρια κόκκινα και σκισμένα...
Είχα ζητήσει εδώ και καιρό από τον Κωστή Δαλαμάρα την άδεια από τον ίδιο να συμμετάσχω στο τρύγο και η απάντηση του είχε το ύφος ερώτησης αριστοφανικού πνεύματος: “Αντέχεις” με ρώτησε. Τι ερώτηση τώρα ήταν αυτή…Φυσικά και αντέχω. Έτσι πιστεύω δηλαδή. Μου έσπειρε όμως κάπου βαθιά στις ρομαντικές εικόνες του νου μου το σπόρο της ανησυχίας.

Έχοντας αυτά τα ποιητικά κατά νου ξεκίνησα να επισκεφτώ την πάντα φιλόξενη οικογένεια Δαλαμάρα με παράδοση 2 αιώνων στην οινοποίηση και από τις ιστορικότερες στο χώρο γενικότερα. Σε λίγα λεπτά είχα ήδη βρεθεί στο δρόμο για τη γη του Ξινόμαυρου. Μουσικούλα, όμορφη διάθεση, κάτι χαζά σύννεφα στον ουρανό ίσα ίσα να ταλαιπωρούν τη σκέψη και για πότε περνά η ώρα δεν το καταλαβαίνεις. Επιβλητική η Νάουσα. Σκαρφαλώνει στα βουνά και κοιτάει από πάνω τον μακεδονικό κάμπο. Κάπου εκεί βρίσκεται κρυμμένος και ο βασιλιάς της: το Ξινόμαυρο.

Έχει έρθει πλέον το απόγευμα. Έξω από το οινοποιείο με περιμένει ο Κωστής. Αγκαλιές, φιλιά, καλωσορίσματα και χωρίς πολλά λόγια μου εξηγεί τι θα κάνουμε τις μέρες που ακολουθούν.  Βασικά τι λέω; Ποιες μέρες που ακολουθούν. Οι ώρες που ακολουθούν θα ήταν το σωστό, καθώς ο Κωστής μου εξηγεί πώς δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο και πρέπει αμέσως να ξεκινήσουμε υπό το φόβο του καιρού αλλά και του…απρόοπτου!!! Και τι αρχή... αυτόριζο ξινόμαυρο που αποτελεί το διακαή πόθο των απανταχού οινόφιλων λόγω της «ιδιαιτερότητάς» του αλλά κυρίως λόγω του περιορισμένου αριθμού φιαλών που διατίθενται στην αγορά. Στέκομαι λίγο στο ύψωμα και κάθομαι να θαυμάζω την εικόνα και να αφουγκράζομαι τους ήχους. Αριστερά μου ακούγεται το χλιμίντρισμα των αλόγων που ο κύριος Γιάννης αφήνει που και που ελεύθερα ανάμεσα στο αμπέλι. Ο ήχος από τις κότες συμπληρώνει το τιτίβισμα των πουλιών τη στιγμή που κάποια νεαρά γατάκια νιαουρίζουν ναζιάρικα στη μαμά τους. Απλώνω το χέρι ανοίγοντας τα δάκτυλα της παλάμης μου κοντά στα μάτια μου. Όπως ακριβώς κάναμε όταν ήμαστε παιδιά για να χωρέσουμε στη χούφτα μας τον κόσμο ολάκερο. Μια χούφτα κόσμος μπροστά μου λοιπόν. Η μάλλον μια χούφτα αμπέλι που έχει αποδράσει από πίνακα του Daniel Ridgway Knight και τα αγροτικά του τοπία. Θεέ μου σ’ ευχαριστώ λέω από μέσα μου και κατεβαίνω τα σκαλιά προς το αγαπημένο μου αυτόριζο.

Ξινόμαυρο!
Ώρα για δουλειά. Ακούω προσεκτικά τον Κωστή και προσπαθώ να κατανοήσω τα όσα μου λέει. Άλλο φιλία και άλλο δουλειά σκέφτομαι. Μου εξηγεί ότι φέτος ήταν μια ιδανική χρονιά για τη Νάουσα που όμως σημαδεύτηκε από τη χαλαζόπτωση στα τέλη της άνοιξης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα κάποια κλήματα να χτυπηθούν στο φύλλωμα, στα κλαδιά αλλά και στο μίσχο με συνέπεια κάποια τσαμπιά να ξεραθούν τελείως, κάποια να ωριμάζουν κατά το ήμισυ ενώ κάποια άλλα να ωριμάζουν κανονικότατα, χωρίς κανένα πρόβλημα. Αυτό σημαίνει περισσότερος κόπος για τους τρυγητές (να ευλογήσουμε και τα γένια μας ντε) αφού η διαλογή θα πρέπει να γίνει πάνω στο κλήμα πολύ μα πάρα πολύ προσεκτικά όπως τονίζει ο Κωστής σε εμένα αλλά και στους υπόλοιπους παρευρισκόμενους. Και τι εννοούμε με αυτό; Κυριολεκτικά ρόγα ρόγα πάνω στο τσαμπί κάτι που είναι πολύ χρονοβόρο αλλά και πραγματικά κουραστικό. Έτοιμος λοιπόν να ξεκινήσω, μπαίνω στην πρώτη σειρά όπου ο Κωστής μου εξηγεί ότι ο τρύγος του ξινόμαυρου δεν χρειάζεται κλαδευτήρι ή κάποιου είδους ψαλίδι. Και αυτό γιατί ο μίσχος του είναι τόσο τρυφερός και μαλακός που σπάει με τα δυο δάκτυλα.

Τι περίεργο αναρωτιέμαι. Το πιο «αντρικό» σταφύλι να σπάει τόσο εύκολα. Δείκτης και αυτός του πολύπλοκου χαρακτήρα του. Από τη μια άγριο και ατίθασο μα από την άλλη ευάλωτο και τρυφερό. Σπας με το ένα χέρι τον μίσχο ενώ παράλληλα έχεις το άλλο χέρι από κάτω για να μη φύγουν οι ρόγες. Σαν να κρατάς μωρό. «Έτσι έκαναν οι παλιοί» μου εξομολογείται ο κύριος Γιάννης «έτσι κάνουμε κι εμείς». Και φυσικά η εντολή παρέμενε μία και ρητή. Έλεγχος και πάλι έλεγχος κατά την ώρα του τρύγου για να εντοπιστούν οι χτυπημένες ρόγες, να αφαιρεθούν και ύστερα να το ακουμπήσεις μαλακά μέσα στα κοφίνια ακριβώς όπως ακουμπάς ένα μωρό στο μαξιλάρι. Και μη σας φαίνεται καθόλου υπερβολικό. Για τον οινόφιλο το κάθε τσαμπί σταφύλι δεν είναι ένα απλό φρούτο αλλά περιέχει την πεμπτουσία του σύμπαντος και άρα απαιτεί ιδιαίτερη φροντίδα για να μη σπάσουν πριν τη σωστή ώρα οι ρόγες και χυθεί έξω ο πολύτιμος χυμός. 

Τα κλήματα στις άκρες του συγκεκριμένου κομματιού ήταν πραγματικά τσακισμένα από το χαλάζι. Αυτό δυσκόλευε τη δουλειά μας που ήθελε πραγματικά πολλή συγκέντρωση και φοβερή υπομονή. Ο τρύγος δεν θέλει βιάση. Δεν είναι αγγαρεία. Είναι σίγουρα δουλειά αλλά δεν είναι καθόλου όπως τις άλλες. Στις μέσα σειρές τα πράγματα είναι καλύτερα μιας κι εκεί το αμπέλι προστατεύτηκε καλύτερα κάτι που φέρνει πολλά χαμόγελα σε όλους μας παρά την κούραση. Περίεργο πράγμα ο τρύγος. Κανείς δεν ήταν κατσούφης. Τα
Παλιοκαλιάς
γέλια έδιναν κι έπαιρναν, ενώ τα πειράγματα ανάμεσα στους τρυγητές να μην σταματάνε. Η ώρα όμως πέρασε και έπρεπε να σταματήσουμε πριν βραδιάσει ώστε να είμαστε σε θέση να διακρίνουμε τα χτυπημένα τσαμπιά και να μη μπερδευόμαστε από τη θολωμένη όρασή μας. Έτσι κι αλλιώς η νύχτα μας βρήκε σχεδόν στο τελευταίο τσαμπί. Κουβάλημα λοιπόν τα κοφίνια με το αυτόριζο στο εκραγιστήριο κι έτσι αρχίζει η δεύτερη διαλογή πριν το πάτημα των σταφυλιών που θα δώσουν τον υπερπολύτιμο μούστο. Κι επειδή αποτελεί αντέτι η δοκιμή του μούστου, μπορώ να καυχιέμαι ότι δοκίμασα τον μούστο από το αυτόριζο και είδα πραγματικά πώς είναι να χρειάζεται να επεμβαίνεις ελάχιστα σε ένα μεγάλο κρασί που προέρχεται από ένα σπάνιο σε χαρακτηριστικά σταφύλι. Συμμάζεμα, καθάρισμα τις κλούβες, πλύσιμο του εκραγιστήρα (οκ αυτό το παραδέχομαι, ήταν το λιγότερο ρομαντικό κομμάτι της βραδιάς για εμένα, κάτι όμως που έδειχναν να απολαμβάνουν ιδιαίτερα για κάποιο λόγο οι υπόλοιποι) και γενικότερα τάξη και καθαριότητα.


Και πώς θα μπορούσε να τελειώσει αυτή η βραδιά; Ιδανικά…Με ένα μπουκάλι κρασί στο τραπέζι κάτω από το κιόσκι, σπιτικό τραχανά, εκατοντάδες χαμόγελα και συζητήσεις με φοβερές συναισθηματικές διακυμάνσεις. Είναι τόση η ευτυχία μου που ξεχνάω την κούραση μου και πιάνω το κορμί μου να έχει ανατριχιάσει από χαρά. Είναι τόση που έχω ξεχάσει ότι την επόμενη μέρα έχουμε συνέχεια και πρωινό ξύπνημα γιατί καλή η πλάκα αλλά η δουλειά πρέπει και να τελειώσει. Σπίτι λοιπόν, καυτό μπάνιο, και κατευθείαν ύπνος.


Η επόμενη μέρα μας βρίσκει να ξυπνάμε γύρω στις 5:30. Γερό πρωινό και βουρ για τον Παλιοκαλιά. Τις επόμενες 2 μέρες θα τρυγήσουμε στο αμπελοτόπι από το οποίο προέρχεται και η βασική ετικέτα του κτήματος. Ακόμα δεν έχει ξημερώσει καλά καλά και νιώθω τον ήλιο να δυσκολεύεται κι αυτός να ξυπνήσει. Κάτι τσιμπήματα στο σώμα μου από την κούραση τα βλέπω φυσιολογικά. Κάτι λιονταρίσια χασμουρητά επίσης. Η απόσταση είναι μικρή κι έτσι σε 5 λεπτά φτάνουμε στον Παλιοκαλιά. Κατεβαίνω από το αμάξι και κάνω ίσα ίσα λίγα βήματα μέχρι να συνειδητοποιήσω το μεγαλείο του τοπίου. Ο Παλιοκαλιάς έχει δική του ψυχή. Αντηχεί στο κελάρυσμα του ρέματος που ρέει μπροστά του και αντανακλάται στο φως της πρώτης αυγής μέσα από το αμπέλι. Άγριος, όμως και ορμητικός όπως τα αγριογούρουνα που λατρεύουν τους καρπούς του και κάθε βράδυ κατεβαίνουν κρυφά για να τους γευτούν. Παντού πατημασιές από αυτά και λάσπες πάνω στις ρώγες. Εδώ μπορεί να μην έπιασε πολύ το χαλάζι αλλά τα αγριογούρουνα πραγματικά αποδεικνύονται καλοφαγάδες κι έχουν αρπάξει κάμποσα τσαμπιά (οι φήμες ότι το μουσικό ταλέντο του Κωστή ήταν ο μόνος τρόπος που τα έκανε να απομακρυνθούν κρίνονται ως κακεντρεχείς, αναληθείς και συκοφαντικές).

Ξημέρωμα στον Παλιοκαλιά
Κάθομαι λίγο να ρεμβάσω τη θέα. Πραγματικά αν μου έλεγε κάποιος να συγκρατήσω μια εικόνα από τον τρύγο θα ήταν αυτή. Η αυγή να ξεπροβάλλει από τον κάμπο και να απλώνει τα χρώματά της μέσα στο αμπέλι τη στιγμή που η πρωινή υγρασία χαϊδεύει τα φύλλα και τη χλόη. Το τιτίβισμα των μικρών πουλιών απλά συμπληρώνει ένα υπέροχο puzzle που μόνο η φύση μπορεί να σου δώσει. Μόνο και μόνο γι’ αυτή την εικόνα αξίζει να ζήσεις τον τρύγο μια φορά στη ζωή σου από κοντά.

Κάποια στιγμή μαζευόμαστε όλοι οι τρυγητές κάτω από μια ελιά για να πάρουμε τις καθημερινές μας οδηγίες. Εδώ τα πράγματα λόγω της ασθενούς χαλαζόπτωσης είναι θεωρητικά πιο απλά καθώς τα περισσότερα τσαμπιά είναι υγιέστατα αλλά σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να εφησυχάζεις καθώς όλο και κάποιος μίσχος θα ψιλοέσπασε, όλο και κάποιοι αγριογούρουνο θα έφαγες καμπόσες ρόγες.  Σε λίγο όλοι έχουν μπει σε μια σειρά και οι συζητήσεις και τα πειράγματα παίρνουν ξανά το δρόμο τους. Που και που σταματάω να δω τη θέα. Πραγματικά δεν χορταίνεται και αποτελεί κακό πειρασμό εν ώρα εργασίας. Γέλια και φωνές αντηχούν σε όλο τον Παλιοκαλιά. Ένα μεγάλο πάρτυ νιώθω να έχει στηθεί γύρω μου. Οι κλούβες συνεχίζουν να έρχονται και να γεμίζουν η μία μετά την άλλη με τον γευστικό καρπό. Το απαραίτητο διάλειμμα δεν λείπει γιατί μπορεί να χόρτασε η ψυχή από εικόνα αλλά πρέπει να χορτάσει και το σώμα. Καφεδάκι από τα χεράκια του κ. Γιάννη, ναουσέικες ιστορίες με τη χαρακτηριστική προφορά και δεν θέλει πολύ για να σε πιάσει το στομάχι από τα γέλια.



Μήτσος vs στέμφυλα!
Ξανά πίσω στη δουλειά και τα χέρια μας έχουν πάρει φωτιά. Για εμάς τους νεότερους στον τρύγο δικαιολογούνται αρκετές ερωτήσεις. Μα ειλικρινά θαύμαζα τους παλαιότερους και για την ταχύτητά τους αλλά και για την επαγγελματικότητα τους. Εκτός αυτού οι άνθρωποι αυτοί έχουν πραγματικά πλούσιο πνεύμα και μόνο κερδισμένος είσαι από την επαφή μαζί τους. Αργά το μεσημεράκι τελειώνουμε το κομμάτι που μας έχει ανατεθεί. Φορτώνουμε τις κλούβες και φεύγουμε πάλι στο οινοποιείο για το πάτημα. Ξανά μια επαληθευτική διαλογή, ο μούστος στις δεξαμενές και όλα πάνε καλά. Ααααα…ξέχασα τον εκραγιστήρα. Πάλι καθάρισμα. Κι έπειτα φαγητό μαγειρεμένο από μια από τις καλύτερες μαγείρισσες της Νάουσας, την μητέρα του Κωστή την κα Κατερίνα. Το κορμί πονάει αλλά για ένα περίεργο λόγο δεν με ενοχλεί καθόλου. Μας παίρνει πάλι βράδυ από τη συζήτηση και θυμόμαστε ότι πρέπει να πέσουμε για ύπνο. Αύριο είναι η τελευταία μου μέρα και ήδη νιώθω μια απίστευτη χαρμολύπη. Από τη μια ανυπομονώ να γυρίσω να τα πω στους δικούς μου, να τους μεταδώσω τη δική μου χαρά και τις δικές μου εικόνες και από την άλλη νιώθω μια απέραντη λύπη που θα αφήσω πίσω κάτι το τόσο μοναδικό…Με αυτές τις σκέψεις αποκοιμιέμαι…βαριά!!!

Επόμενο πρωί συναντιόμαστε με τα παιδιά από τον τρύγο στο οινοποιείο και ανηφορίζουμε για το επόμενο κομμάτι του Παλιοκαλιά. Ήδη νιώθω ότι τους ξέρω από χρόνια και πραγματικά στεναχωριέμαι που θα τους αποχωριστώ. Γιατί όταν ιδρώνεις μαζί με κάποιον πάνω στον τρύγο αυτός γίνεται κομμάτι σου κι εσύ γίνεσαι δικό του. Μοιράζεσαι πράγματα που δεν τα έχεις μοιραστείς με φίλους που τους ξέρεις χρόνια. Ο κόπος, η συνεργασία, οι λεκέδες, το γέλιο, οι φωνές, το χτύπημα στην πλάτη γράφουν για πάντα μέσα σου. Γίνεσαι ένα μαζί με όλους αυτούς τους άγνωστους μέχρι χθες  Γι’ αυτό άλλωστε ο τρύγος αποτελούσε από τα αρχαία χρόνια το ύψιστο φαινόμενο μυστικιστικής λατρείας κι έναν μοναδικό τρόπο δεσίματος ανάμεσα στους ανθρώπους. Ένα δέσιμο που δυστυχώς χάνουμε μέρα με την μέρα και χρειαζόμαστε απλά λίγο χώμα κι ένα κομμάτι ουρανό για να το ξαναθυμηθούμε.

Η μέρα κυλάει ευχάριστα. Αισθάνομαι όμορφα που συμμετέχω σε αυτό το ατέλειωτο πανηγύρι και που αποτελώ το κέντρο των πειραγμάτων. Φυσικά η δουλειά συνεχίζεται αλλά όλοι νιώθουμε πολύ καλά γιατί τα σταφύλια που πιάνουμε στα χέρια μας είναι υπέροχα. Σιγά σιγά όμως μεσημεριάζει και ήρθε η ώρα να αναχωρήσουμε για το οινοποιείο. Αφήσαμε μόνο ένα μικρό κομμάτι το οποίο θα αποτελείωναν την επόμενη μέρα τα παιδιά. Στο οινοποιείο τους χαιρετάω όλους έναν προς έναν και πραγματικά βουρκώνω μέσα μου σαν τα μωρά παιδιά. Νιώθω πραγματικά τυχερός που τους γνώρισα κι εύχομαι να τους ξαναδώ σύντομα. Εμείς μένουμε πίσω να πατήσουμε τα σταφύλια και να καθαρίσουμε το οινοποιείο. Μάταια προσπαθώ διπλωματικά, κάνοντας και ανακαλύπτοντας τις πιο απίθανες δουλειές για να αποφύγω τον εκραγιστήρα που με κοιτάει απειλητικά…Στο κάτω κάτω όμως το φιλοσοφώ. Είναι και αυτό τρύγος. Γιατί τρύγος δεν είναι μόνο χαρά και γέλια. Ούτε τον τρύγο τον κάνεις παρέα με την
Edith Piaf όπως θέλουν να νομίζουν οι…υπερομαντικοί. Είναι πειθαρχία, μόχθος και κούραση που πρέπει έστω και μια φορά στη ζωή σου να τα ζήσεις από κοντά για να εκτιμήσεις πραγματικά αυτό που βρίσκεται κάτω από μια ετικέτα. Και πιστέψτε με. Μετά από αυτό το κρασί δεν θα είναι ποτέ πια το ίδιο και θα είναι τουλάχιστον 2 φορές πιο νόστιμο και 3 πιο πολύτιμο. Κοιτάζω τον Κωστή που κρατάει κάτι κούτες στα χέρια και γελάει. Εγώ να δείτε πώς γελάω…

«Πώς σου φάνηκε» με ρωτάει;

«Τι να σου πω ρε φίλε» του λέω «άστο…θα μάθεις εν καιρώ» του λέω και χαμογελάει με απορία.

 Με όλα αυτά στο μυαλό μου χαιρετάω την οικογένεια Δαλαμάρα και τους ευχαριστώ για την ευκαιρία που μου έδωσαν αλλά και για την απλόχερη φιλοξενία τους της οποίας μπορώ να πω ότι έκανα κατάχρηση. Δεν ξέρω αν θα είναι η καλύτερη χρονιά η φετινή. Ούτε καν αν θα είναι καλή. Ξέρω όμως ότι θα είναι έστω και για ένα κομμάτι της η δική μου χρονιά και ότι πίσω από τις ετικέτες θα κρύβεται και ο δικός μου κόπος κάτι για το οποίο θα είμαι για πάντα περήφανος. Μα το πιο σημαντικό για μένα είναι κάτι άλλο. Όσο περίεργο, επιτηδευμένο ή δακρύβρεχτο κι αν ακουστεί ο τρύγος σε αυτές τις γενικότερες δύσκολες στιγμές είναι κάτι περισσότερο από όλα όσα προανέφερα. Είναι αγκαλιά και καταφύγιο. Το απάγκιο της δικής μου ψυχής στις εικόνες του οποίου πάντα θα ξεκουράζομαι.


Κείμενο: Δημήτρης Μότσος

Φωτογραφίες: Μαρία Δουλγερίδου