Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2013

Από την Γεωργία στα Βαλκάνια με ένα ποτήρι κρασί

Ήταν το περασμένο καλοκαίρι όταν δεχθήκαμε στην Νάουσα την επίσκεψη του Alberto Farinasso. Ο Αλμπέρτο είναι μέλος της οργανωτικής ομάδας του Salone del gusto και υπεύθυνος για ένα μεγάλο μέρος από τα πενήντα συνολικά workshops κρασιού που έγιναν στην μεγάλη αυτήν γαστρονομική έκθεση. Πριν την Νάουσα είχε περάσει από την Κεφαλλονιά. Στην συνέχεια, αφού έφευγε από εμάς θα πήγαινε να επισκεφθεί τους οινοπαραγωγούς των Αλβανικών Άλπεων και μετά από διάφορους οινο-γαστρονομικούς σταθμούς στα δυτικά Βαλκάνια θα επέστρεφε στην Ιταλία.

Ταυτόχρονα, δεχθήκαμε την επίσκεψη του εβδομηντάρη αεικίνητου "γευστικού εξερευνητή" Μαρίνκο Πίνταρ από την Σλοβενία ο οποίος περνούσε από την γειτονιά μας -την Σερβία δηλαδή!- και είπε να περάσει να μας αφήσει μερικά κρασιά, σαλάμια και τυριά δικής του παραγωγής και εξαιρετικής νοστιμιάς! Η παρέα έδεσε και η βραδιά οδηγήθηκε σε μία ήπια κρασοκατάνυξη όπου ο καθένας διηγούνταν τις γαστρονομικές του εμπειρίες και ταξίδευε τους άλλους νοητά σε όλους τους κρυμμένους γαστρονομικούς θησαυρούς της μεσογείου.

Η συνέχεια μας βρίσκει λίγους μήνες μετά, σε μία από τις αίθουσες γευσιγνωσίας του Salone del Gusto να παρακολουθούμε ένα από τα πολυάριθμα θεματικά εργαστήρια για το κρασί. Στο πάνελ παραγωγοί από την Γεωργία μέχρι την Κροατία και στα ποτήρια μας όλη η ιστορική διαδρομή του κρασιού από τον Καύκασο μέχρι την βαλκανική χερσόνησο.

Η δοκιμή ξεκίνησε με ένα λευκό από την Γεωργία αφού εκεί θεωρείται πως ξεκίνησε και η αμπελοκαλλιέργεια. Απ'όσο μπόρεσα να καταλάβω αυτό που δοκιμάσαμε προέρχονταν από τις ποικιλίες Tsitska και Tsolikouri. O παραγωγός με το όνομα Nikoladze οινοποιεί σε αμφορείς όπου τα λευκά του εκχυλίζονται με τις φλούδες για περίπου έξι μήνες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ένα κρασί κάπως σφιχτό αρωματικά, με πολύ δροσιστικές οξύτητες στο στόμα αλλά και κάπως τανικό. Ένα κρασί που πιθανότατα δεν κερδίζει εύκολα φίλους αλλά έχει έναν πολύ δικό του χαρακτήρα.

Από εκεί μεταφερθήκαμε κατευθείαν στην Σερβία αφού η σειρά των κρασιών δεν είχε γίνει με βάση την ιστορική διαδρομή του οίνου αλλά με τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά. Αρκετά χρόνια πριν ένας Γάλλος οινολόγος έπαθε βλάβη με το αυτοκίνητό του λίγο έξω από ένα χωριό στα σύνορα της χώρας με την Βουλγαρία. Κοιτώντας γύρω του ανακάλυψε πως βρίσκονταν σε μία περιοχή όπου ναι μεν οι αμπελοκαλλιέργεια μετά τον κομμουνισμό είχε εγκαταλειφθεί αλλά το terroir της περιοχής έδειχνε να χει τεράστιες δυνατότητες. Σήμερα το ζευγάρι των Γάλλων οινοποιών είναι οι μοναδικοί κάτοικοι του παραδοσιακού πέτρινου χωριού και παράγουν κρασιά από γηγενείς αλλά και διεθνείς ποικιλίες. Εμείς δοκιμάσαμε ένα Riesling με Tamjianika και Krasevina του 2009 με πολύ γλυκά αρώματα αλλά ξηρό πολύ ισορροπημένο στόμα ανέγγιχτο από τον χρόνο.

Πατώντας για λίγο σε γνώριμα μονοπάτια δοκιμάσαμε τον Μεταγειτνίων 2010 του Σκλάβου από την Κεφαλλονιά. Πολύ ωραία ελεγχόμενη οξείδωση που έδινε μεγάλη πολυπλοκότητα στην μύτη και γευστική διάρκεια στο στόμα. Από τα κρασιά που πρέπει να είσαι τολμηρός για να τα παράγεις και να έχεις αρκετή υπομονή για να βρεις αυτούς που θα καταφέρουν να εκτιμήσουν αυτό που κάνεις.

Στα κόκκινα η αρχή έγινε με την Τουρκία. Δυστυχώς δεν συγκράτησα το όνομα αλλά οργανοληπτικά παρουσίαζε μεγάλο ενδιαφέρον. Στην μύτη κυριαρχούσε η μόκα και άλλα αρώματα που έδιναν μία αρκετά θερμή αίσθηση. Αντιθέτως, στο στόμα έδινε πολύ ανάλαφρη αίσθηση χάρη στην καλή του οξύτητα και τις μαλακές του τανίνες. Η κυρία που το παρουσίαζε δεν παρέλειψε φυσικά να αναφέρει πως η ποικιλία που δοκιμάζουμε είναι πανάρχαια και ίσως το κρασί της περιοχής είναι από τα αρχαιότερα στον κόσμο. Μην ξεχνάμε πως οι Τούρκοι διεκδικούν την πατρότητα του οίνου και μέχρι στιγμής τα πάνε πολύ καλά. Ο ιστορικός γεύσεων που συντόνιζε την παρουσίαση είχε βέβαια κάποιες αντιρρήσεις αλλά πέρασαν στα ψιλά...

Επιστρέφοντας στην Σερβία δοκιμάσαμε το Vranac, μία ποικιλία με προέλευση από το Μοντενέγκρο αρκετά πιο δομημένη από το προηγούμενο ερυθρό και πιο δυναμική αρωματικά. Αμέσως μετά ακολούθησε ένα ερυθρό από την Κροατία με καταπληκτική συμπύκνωση φρούτου και εξαιρετικές τανίνες εναρμονισμένες πολύ ωραία με την οξύτητα. Το αλκόολ του ήταν περίπου 17% και είναι εκπληκτικό το πως κατάφερνε να κρατήσει την φινέτσα του όντας τόσο υπερώριμο. Στην κουβέντα που είχαμε αργότερα με τον παραγωγό μας είπε πως κάθε του κλήμα παράγει το πολύ μισό κιλό σταφύλια!

Κλείσαμε τα ξηρά ερυθρά με ένα αθείωτο Saperavi από την Γεωργία στο οποίο επικρατούσαν ζωικά αρώματα με κάποιες νότες πιπεριάς που το έκαναν να φέρνει λίγο σε Cabernet Sauvignon. Στο στόμα ήταν άψογα ισορροπημένο και είχε πολύ ωραίο τελείωμα με μεγάλη διάρκεια. Τελειώσαμε με ένα Vinsanto του Χαρίδημου Χατζηδάκη από την Σαντορίνη με μύτη που την μονοπωλούσε η σταφίδα. Το στόμα ήταν όμως πολύ καλύτερο με την οξύτητα να κρατάει το στόμα ανάλαφρο και να μην αφήνει τα σάκχαρα να κουράσουν καθόλου.

Συνοψίζοντας θα λέγαμε πως οι περιοχές που γέννησαν τον οίνο και τον έκαναν γνωστό στον υπόλοιπο κόσμο, παράγουν και σήμερα σπουδαία κρασιά και έχουν πολύ μεγάλες δυνατότητες. Φυσικά, ως γνωστών έχουν χάσει πολύ έδαφος από δυτικότερες χώρες αλλά δίνοντας βαρύτητα στις αυτόχθονες ποικιλίες μπορούν εύκολα να πρωταγωνιστήσουν και πάλι.

Το θέμα για εμάς σαν Ελλάδα, είναι να δούμε πως έχοντας μία οινική βιομηχανία η οποία είναι πιο παλιά στις αγορές σε σχέση με τους γείτονές μας θα μπορούσαμε ήδη να έχουμε βγει πολύ πιο μπροστά. Αυτό που βλέπουμε όμως είναι μία Κροατία και πιο πρόσφατα μία Τουρκία να μας πλησιάζουν με γοργούς ρυθμούς και σύντομα να μας αφήνουν πίσω τους. Ότι δηλαδή έκαναν και στον τουρισμό με τους μεν Κροάτες να καθιερώνονται σε ελάχιστο χρονικό διάστημα ως must προορισμός και με τους Τούρκους να κερδίζουν όλους αυτούς που έδιωξαν οι Έλληνες με κακές συμπεριφορές και κακές τιμολογήσεις.



σημ.: Λόγω των πολλών άγνωστων ονομάτων και της σχετικά γρήγορης εναλλαγής των κρασιών βασίστηκα στις φωτογραφίες για να συμπληρώσω τις ελλιπείς σημειώσεις μου. Δυστυχώς όμως οι περισσότερες φωτογραφίες καταστράφηκαν και έτσι έχω αρκετά κενά όσον αφορά στα στοιχεία μερικών κρασιών.

Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2013

Πέντε χρόνια μετά...

Πριν πέντε περίπου χρόνια, έγραψα το πρώτο μου άρθρο σε αυτό το μπλογκ. Αφορμή ήταν τα συχνά ταξίδια μου σε αμπελοοινικές περιοχές της Γαλλίας όπου σπούδαζα τότε για τελευταία χρονιά. Έγραφα συχνά σε φίλους μου για το πως περνούσα και τους έστελνα παράλληλα και κάποιες φωτογραφίες. Κάποια στιγμή θεώρησα πως αν δημοσιεύω κάπου όλα αυτά τότε θα ήταν πολύ πιο εύκολο να μπαίνουν όλοι και να τα διαβάζουν από εκεί. Επίσης, γράφοντας σε απλή και κατανοητή γλώσσα, σιγά σιγά θα έκανα πολλούς από αυτούς να βελτιώσουν την οινική τους παιδεία βλέποντας πόσο συναρπαστικός είναι ο οινικός κόσμος. Ευτυχώς τότε το facebook δεν ήταν αρκετά διαδεδομένο γιατί δεν είμαι σίγουρος αν σήμερα θα έγραφα αυτές τις σειρές.

Γρήγορα το μπλογκ έκανε και αδερφάκι αφού ήθελα να έχω και κάτι όπου θα γράφω λίγο πιο τεχνικά και θα εστιάζω περισσότερο στην ανάλυση του κάθε κρασιού ξεχωριστά. Έτσι γεννήθηκε και το "Τερπνόν μετά του ωφελίμου" το οποίο με βοήθησε να κρατήσω στις "Αμπελο-οινικές περιπέτειες" έναν χαρακτήρα λίγο πιο ανάλαφρο και ταξιδιάρικο.

Τα οφέλη που αποκόμισα από το μπλογκ ήταν πολυδιάστατα και πολύ περισσότερα απ' όσα είχα αρχικά υπολογίσει. Έμαθα να κρατάω σημειώσεις, έκανα γνωριμίες με άτομα του χώρου, είχα κίνητρο να κάνω όλο και περισσότερες επισκέψεις σε αμπελώνες και οινοποιεία, βελτίωσα τις γνώσεις μου και τον τρόπο έκφρασής μου γύρω από το κρασί. Δεν είναι λίγες οι φορές που πέρασα ώρες ολόκληρες διαβάζοντας για ένα θέμα για το οποίο ήθελα να γράψω ή φορές που η συχνότητα των αναρτήσεων στο μπλογκ μου μου έχει υπενθυμίσει πως είναι καιρός για ένα ταξιδάκι ή μία γευσιγνωσία.

Όσον αφορά τώρα τον υπόλοιπο ελληνικό χώρο του wine-blogging τα πράγματα έχουν αλλάξει ελάχιστα. Άρθρα υπάρχουν αρκετά αλλά ουσιαστικά κείμενα πολύ λίγα. Αν δεν απατώμαι, μαζί με τον Gregory  πρέπει να είμαστε τα μόνα ταξιδιωτικά wine-blogs στην ελληνική γλώσσα. Υπάρχει φυσικά και ο Ted  ο οποίος όμως γράφει για ποικίλα θέματα και δεν επικεντρώνεται αποκλειστικά στα ταξίδια του. Από εκεί και πέρα ενδιαφέρουσες απόψεις διαβάζουμε και στο wine.gr με τα άρθρα του Γιάννη Καρακάση να ξεχωρίζουν ενώ στο oinos βρίσκουμε πολλές πληροφορίες και μεταφράσεις από τα καλύτερα αγγλόφωνα άρθρα. Μαζί με 2-3 που ίσως παραλείπω με το ζόρι ξεπερνάμε τα δάκτυλα του ενός χεριού. Δεν μπορώ να πω πως αυτό ευθύνεται για την υποβαθμισμένη ελληνική οινική παιδεία σίγουρα όμως είναι ενδεικτικό για το επίπεδό της.

Όσον αφορά το ίδιο το κρασί τα δεδομένα έχουν αλλάξει ελαφρώς ακολουθώντας όμως πάντα τις εξελίξεις σε παγκόσμιο επίπεδο ένα βήμα πίσω. Αν πάλι δεν είχαν δυσκολέψει και τα πράγματα λόγω οικονομικών συνθηκών τότε δεν θα είχε αλλάξει τίποτα απολύτως. Όπως ανέφερα και παραπάνω, τα πρώτα χρόνια του μπλογκ βρισκόμουν στο εξωτερικό. Θεωρώ πως από εκεί είχα μία πιο ξεκάθαρη εικόνα για το που βρίσκεται το ελληνικό κρασί στο παγκόσμιο οινικό στερέωμα. Μέχρι τότε ήμασταν μία wannabe νέος κόσμος χώρα χωρίς όμως να έχουμε τα πλεονεκτήματα του πολύ δυνατού μάρκετινγκ και του χαμηλού κόστους παραγωγής. Την στιγμή που ο παλαιός κόσμος είχε μπει για τα καλά στην φιλοσοφία του terroir και άρχιζε να γίνεται μεγάλος ντόρος με τα βιοδυναμικά και φυσικά κρασιά εμείς προσπαθούσαμε να κάνουμε cabernet θηρία με ατέλειωτους μήνες σε ολοκαίνουρια βαρέλια.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι πως τo 2010 είχα γράψει ένα άρθρο για τα λευκά και την παλαίωση με αφορμή μία εξαιρετική βουργουνδία δεκατριών χρονών. Μιλάμε για μία εποχή όχι και τόσο μακρινή. Αν όμως ψάξει κανείς στην αρθρογραφία εκείνης της εποχής θα δει πως πουθενά δεν αναφέρεται πως τα λευκά σηκώνουν παλαίωση και πως ένα λευκό του 2011 δεν σημαίνει πως το 2013 δεν θα πίνεται. Δυστυχώς για να αλλάξει αυτή η νοοτροπία έπρεπε να φτάσει η αγορά εδώ που έφτασε, να μένουν τα λευκά απούλητα και να αρχίσουν όλοι οι εμπλεκόμενοι να μιλάνε για παλαιωμένα λευκά και να οργανώνονται μέχρι και κάθετες sauvignon blanc ή Ροδίτη!

Αρκετά πρόσφατα, τώρα που οι όροι terroir και φυσικά κρασιά έχουν γίνει σούπα, θυμηθήκαμε κι εμείς να ασχοληθούμε μαζί τους. Ακόμη κι έτσι όμως οι περισσότεροι από όσους γνωρίζω το έκαναν όχι από αληθινό πιστεύω αλλά απλά και μόνο γιατί είναι της μόδας και ίσως έτσι δώσουμε καμιά φιάλη παραπάνω. Γνωρίζω παραγωγούς οι οποίοι χλεύαζαν τους Γάλλους για το terroir και την βιοδυναμική και λίγο καιρό μετά κυκλοφορούσαν "βιοδυναμικά" κρασιά σε ποσά αστρονομικά. Για να μην μιλήσω για το τι έλεγαν για τα φυσικά κρασιά κάποιοι που τώρα τα έχουν σημαία τους...

Έχοντας μείνει πολύ πίσω στο διεθνές οινικό στερέωμα θυμόμαστε τώρα να ξανα-ανακαλύψουμε σπάνιες ελληνικές ποικιλίες που κοντέψαμε κάποτε να εξαφανίσουμε για χάρη του Merlot και του Chardonnay. Ακόμη χειρότερα, οι ποικιλίες αυτές οινοποιούνται σαν να είναι Merlot ή Chardonnay και το μόνο που καταφέρνουμε να κάνουμε είναι να πουλήσουμε λόγω περίεργου ονόματος. Ελάχιστοι είναι οι παραγωγοί που δουλεύουν πάνω σε αυτές τις ποικιλίες με σκοπό να πάρουν από αυτές το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα και φυσικά ακόμη πιο λίγα τα κρασιά από τέτοιες ποικιλίες που καταφέρνουν να προσφέρουν κάτι το πραγματικά ξεχωριστό.

Θα μπορούσα να γράφω γι'αυτά και να δίνω παραδείγματα ώρες ατελείωτες αλλά δεν θα ήθελα να κάνω μία ανασκόπηση γεμίζοντας ολόκληρες σελίδες με αρνητικές διαπιστώσεις. Πολλά πράγματα έχουν αλλάξει και βλέπουμε συνεχώς νέο κόσμο να στρέφεται προς το κρασί. Ακόμη και η "άνοιξη των wine-bars" όσο φούσκα και αν είναι θα βάλει και αυτή το λιθαράκι της στο να μας μείνουν κάποια καλά "στέκια" και να στραφεί πολύς κόσμος προς το κρασί. Ακόμη και αυτοί που δεν έχουν ακούσει ποτέ για Λημνιώνα, Βιδιανό ή Μαύρο Καλαβρυτινό και πίνουν αποκλειστικά Merlot κάποια στιγμή θα κάνουν ένα βήμα παραπέρα. Ακόμη και αυτοί που πάνε στις εκθέσεις κρασιού μία ώρα πριν το τέλος τους απλά και μόνο για να φτιαχτούν με το κρασί προτού βγουν για διασκέδαση, κάποια στιγμή θα κατανοήσουν ποιος πραγματικά είναι ο σκοπός μίας τέτοιας έκθεσης.

Υπάρχουν ευτυχώς πολλοί άνθρωποι στον χώρο μας που παρά τις δυσκολίες αγωνίζονται συνεχώς για την βελτίωση της ελληνικής οινικής κουλτούρας και πιστεύω πως δεν θα τα παρατήσουν έτσι απλά. Προσωπικά ελπίζω να είμαι εδώ και να γράφω και για τα επόμενα πέντε χρόνια και η ανασκόπηση που θα κάνω τότε να είναι θετική σε κάθε τομέα.Μέχρι τότε θα προσπαθήσω να συνεχίσω τα ταξίδια μου και να μην πάψω ποτέ να μοιράζομαι τις εντυπώσεις μου με όλους όσους γοητεύει ο μαγικός κόσμος του κρασιού!

Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2013

Το Salone del Gusto και οι γαστρονομικοί θησαυροί του κόσμου

Λίγους μήνες μετά την τελευταία μας επίσκεψη στο Πιεμόντε βρισκόμασταν και πάλι στο Τορίνο για να συμμετάσχουμε στην γαστρονομική έκθεση της Slow Food. Το Salone del gusto, όπως ονομάζεται, είναι μία μεγάλη έκθεση με διατροφικά προϊόντα από όλο τον κόσμο με εκθέτες που έχει επιλέξει η Slow Food. Υπενθυμίζω πως η Slow Food είναι μία οργάνωση που ιδρύθηκε την δεκαετία του '80 για να αντιταχθεί στην λειτουργία McDonalds στο κέντρο της Ρώμης και έκτοτε έχει δημιουργήσει παραρτήματα σε όλο τον κόσμο, υποστηρίζοντας την κατά τόπους διατροφική κληρονομιά και την βιοποικιλότητα.

Η μεγάλη αυτή έκθεση χωρίζονταν σε τρία κυρίως περίπτερα. Το πρώτο αφορούσε αποκλειστικά το Πιεμόντε, το δεύτερο την υπόλοιπη Ιταλία και το τρίτο τον υπόλοιπο κόσμο. Ένας ακόμη χώρος στέγαζε όλα τα workshops και το θέατρο των γεύσεων ενώ κάθε περίπτερο είχε και από μία αίθουσα η οποία φιλοξενούσε διάφορες ομιλίες γύρω από την παραγωγή και την κατανάλωση των τροφίμων.

Ο γαστρονομικός μας περίπατος ξεκίνησε από το Πιεμόντε. Τα πρώτα προϊόντα που κέντρισαν το ενδιαφέρον μας ήταν αυτά με βάση το φουντούκι που είναι μάλιστα και ΠΟΠ* στην περιοχή αυτήν. Φουντουκόμελα, κέικ, μπισκότα από αλεσμένο φουντούκι αντί για αλεύρι, ζαχαρωμένα φουντούκια, πραλίνες και ότι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς που να φτιάχνεται με βάση τον νοστιμότατο αυτό καρπό ήταν εκεί για να διεγείρει τους γευστικούς μας κάλυκες.

Εντύπωση επίσης μας προκάλεσαν και οι πολυάριθμες μικρο-ζυθοποιίες που πουλούσαν μάλιστα και φρεσκοφτιαγμένη μπύρα επιτόπου. Ας μην ξεχνάμε πως η μπύρα είναι ένα από τα ελάχιστα προϊόντα για τα οποία η αγορά διασπάται όλο και περισσότερο και οι τέσσερις μεγαλύτερες εταιρίες κατέχουν όλο και μικρότερο ποσοστό από τον παγκόσμιο τζίρο. Μόνο το Πιεμόντε διαθέτει 43 μικροζυθοποιίες το σύνολο των οποίων χρησιμοποιεί πρώτες ύλες παραγόμενες στην περιοχή ενώ αρκετοί είναι οι ζυθοποιοί που καλλιεργούν τις δικές τους πρώτες ύλες.

Από εκεί και πέρα, πεντανόστιμα τυριά από τοπικές ράτσες αιγοπροβάτων και αγελάδων, σαλάμια από προστατευόμενα είδη βουβαλιών, λαχταριστές σοκολάτες από οίκους με μακροχρόνια παράδοση και αναρίθμητες άλλες λιχουδιές έκαναν παρέλαση στον ουρανίσκο μας το ένα μετά το άλλο στέλνοντάς μας σε έναν παράδεισο γεύσεων. Φυσικά σε αυτό δεν παίζουν ρόλο μόνο τα δώρα που έκανε η φύση στην περιοχή αυτήν. Πολύ σημαντική είναι και η προσπάθεια των ντόπιων -με την παρότρυνση πάντα της Slow Food- να διατηρήσουν τις γεύσεις αυτές και με την σκληρή δουλειά και το πάθος γι'αυτό που παράγουν να αναδείξουν τους γαστρονομικούς θησαυρούς του τόπου τους.

Το περίπτερο της υπόλοιπης Ιταλίας ήταν εξίσου πλούσιο και η κάθε περιοχή έδινε ολοκάθαρα το στίγμα της. Η όλη δουλειά της Slow Food βασίζεται στην ανάδειξη των τοπικών προϊόντων της κάθε περιοχής αλλά και της ιστορίας της μέσω της τροφής. Χαρακτηριστικό το γεγονός πως οι νότιες περιοχές διακρίνονται για τις έντονες, πικάντικες και πολύ δυναμικές γεύσεις τους ενώ όσο πάμε προς τα βόρεια γίνονται πιο ήπια και πιο λιπαρά. Έντονο είναι φυσικά και το γεωγραφικό και ιστορικό αποτύπωμα κάθε περιοχής με τις επιρροές των γειτονικών χωρών αλλά και των λαών που κατέκτησαν κατά καιρούς διάφορα μέρη της Ιταλίας να είναι αρκετά εμφανείς σε πολλές περιπτώσεις. Την στιγμή που κάποιος καταλαβαίνει πόσο μεγάλο μέρος της ιστορίας εκφράζεται μέσω της γαστρονομικής παράδοσης ενός τόπου, αντιλαμβάνεται ξεκάθαρα πόσα ισοπεδώνει στο πέρασμά της η κουλτούρα του γκούντα και της κόκα κόλα.

Το διεθνές περίπτερο πάλι ήταν το πιο πολύχρωμο και πιο "φασαριόζικο" απ'όλα κυρίως χάρη στους Αφρικανούς συμμετέχοντες που φορώντας τις παραδοσιακές τους στολές τραγουδούσαν και χόρευαν ασταμάτητα. Στον ίδιο χώρο υπήρχε ενημέρωση για το έργο της Slow Food στις αναπτυσσόμενες χώρες και τον αγώνα που γίνεται για την διάσωση της βιοποικιλότητας τους.

Από την χώρα μας ντολμαδάκια, ελαιόλαδα, τυριά και πιπεροσαλάτες φτιαγμένα με ιδιαίτερη φροντίδα, έπαιξαν τον ρόλο των πρεσβευτών μας στο Salone del Gusto. Μαζί τους και αντιπρόσωποι των κατά τόπους convivium της Slow Food ήταν εκεί για να αποδείξουν πως στην Ελλάδα δεν είναι μόνο κρίση και μιζέρια αλλά νέοι άνθρωποι με θέληση για δημιουργία και αλλαγή του σκηνικού...

Βρισκόμενοι σε ένα τέτοιο σαλόνι μείναμε έκπληκτοι με τον διατροφικό πλούτο που μπορεί να κρύβει κάθε γωνιά του πλανήτη μας. Βλέποντας το έργο της Slow Food και τον κατά τόπους οργανώσεων γεμίζει κανείς αισιοδοξία. Όταν αντιληφθούμε πόση δύναμη έχουν οι διατροφικές μας επιλογές τότε μπορούμε να ξεκινήσουμε να αλλάζουμε τον κόσμο. Εξ ου και ο τίτλος της έκθεσης: "Cibi che cambiano il mondo" - Τροφές που αλλάζουν τον κόσμο.



*ΠΟΠ: Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης