Παρασκευή, 29 Απριλίου 2011

Το Borgo del Tiglio και το Wine Estate Burja

Κατευθύνθηκα στο επόμενο οινοποιείο του Collio παρέα με τον Βαγγέλη Παράσχο ο οποίος ταυτόχρονα μου έδειχνε πως διαμορφώνεται η αμπελουργική ζώνη και μου εξηγούσε τι είναι το κάθε αμπέλι που βλέπαμε.

Λίγη ώρα μετά φτάσαμε στο πολύ γραφικό Brazzano όπου βρίσκεται το Borgo Del Tiglio.
Δημιούργημα του Nicola Manferrari το 1981, το Borgo del Tiglio είναι κτισμένο στους χώρους όπου βρίσκονταν το φαρμακείο, οι αποθήκες και η αγροικία της οικογένειας του που ήταν φαρμακοποιοί επί γενεές.

Το 1992 όλοι οι χώροι ανακατασκευάστηκαν ώστε να είναι απόλυτα λειτουργικοί.
Τα παλαιά κτίρια του BdTiglio
Οι δεξαμενές κατασκευάστηκαν ειδικά για τους χώρους και τις ανάγκες του οινοποιείου το οποίο διαιρείται σε τέσσερα επίπεδα. Έτσι, όλα γίνονται χωρίς χρήση αντλίας, παρά μόνο με την βαρύτητα. Κάθε αμπελοτεμάχιο οινοποιείται χωριστά και τα χαρμάνια γίνονται μετά από πολλαπλές γευστικές δοκιμές.
Όλοι οι χώροι είναι πανέμορφοι ενώ παράλληλα είναι λειτουργικοί και βοηθάνε στους οινολόγους να δίνουν έμφαση στην λεπτομέρεια. Αυτή είναι άλλωστε και η φιλοσοφία του οινοποιείου. Έμφαση σε κάθε λεπτομέρεια με σκοπό την τελειότητα.

Περνώντας στις δοκιμές όμως τα κρασιά δε με έπεισαν. Οινολογικά άγγιζαν όντως την τελειότητα αλλά δεν είχαν κάτι που να τα κάνει να ξεχωρίζουν. Αντιθέτως, ήταν βαριά, κουραστικά και έδιναν μία αίσθηση τελείως φτιαχτή. Ίσως να φταίει και το νεαρό της ηλικίας τους γιατί όπως υποστηρίζουν οι ίδιοι, τα κρασιά τους έχουν φτιαχτεί για να παλαιώνουν. Εμείς δοκιμάσαμε αυτά του 2009 τα οποία όπως φαίνεται δεν ήταν έτοιμα ακόμη.

Επιπλέον δοκιμάσαμε και την ξεχωριστή παραγωγή του οινολόγου του κτήματος που κυκλοφορεί με την επωνυμία Vina Aleksander. Και αυτός όμως δεν κατάφερε να ξεφύγει από το στυλ κρασιών του εργοδότη του.
Το κελλάρι του BdTiglio
Φεύγοντας ρώτησα και την γνώμη του Marinko γιατί από όσο τον ήξερα μέχρι τώρα έχει καλή κρίση. Συμφώνησε και αυτός μαζί μου πως όλα όσα δοκιμάσαμε στερούνταν ταυτότητας και υπέθεσε πως η μεγάλη εμμονή με τις λεπτομέρειες δεν αφήνει το κρασί να εκφραστεί όπως αυτό θα ήθελε. Κάτι τέτοιο σκεφτόμουν και εγώ αφού μου έχει τύχει πολλές φορές να επισκεφτώ οινοποιεία που θεωρητικά παράγουν κρασιά αψεγάδιαστα αλλά πρακτικά χάνονται κάπου στην μετάφραση.

Παρόλα αυτά δεν μπορώ να πω πως η επίσκεψή μου εκεί δεν άξιζε τον κόπο. Η εξαιρετική φιλοξενία, το μοντέρνο στήσιμο του οινοποιείου που δεν αλλοιώνει τα παλιά όμορφα οικήματα και η συζήτηση με τον οινολόγο του κτήματος ήταν σίγουρα κέρδος για εμένα.

Το απόγευμα, επιστρέψαμε στην Σλοβενία και κατηφορίσαμε προς την Vipava Valley για να επισκεφτούμε τον Primoz Lavrencic.
Σε ένα βροχερό σκοτεινό τοπίο, στρίψαμε κάπου σε έναν οικισμό, σε ένα στενάκι και βγήκαμε στο σπίτι του Primoz. Με περίμενε στην κουζίνα του σπιτιού του έχοντας ανοιχτή από το μεσημέρι μία Vitovska 2004 του Zidarich. Τα πρώτα σημάδια θετικά λοιπόν αφού οι καλύτεροι οινοπαραγωγοί για εμένα είναι αυτοί που έχουν το κρασί στην καθημερινότητά τους, πόσο μάλλον όταν ξέρουν να διαλέγουν κρασάρες όπως η συγκεκριμένη! Και το λέω αυτό με πίκρα γιατί κακά τα ψέματα οι μισοί οινοπαραγωγοί στην χώρα μας πίνουν ουίσκι και τα δύο τρίτα δεν έχουν καν τις στοιχειώδεις γνώσεις γευσιγνωσίας.
Σερβιρίστικα λίγη Vitovska και την έφερα στην μύτη μου. Έκλεισα για λίγο τα μάτια μου και όταν τα άνοιξα δυσκολευόμουν να συνειδητοποιήσω πως δεν βρισκόμουν στην Βουργουνδία πίνοντας ένα μεγάλο Cru του Puligny. Θα μπορούσα να συνεχίσω το ποστ γράφοντας και πάλι μόνο για τον Zidarich και την Vitovska αλλά και ο Primoz αξίζει σίγουρα κάτι παραπάνω από μία απλή αναφορά.
Εξάλλου το Burja του 2007 από Malvazia, Rebulla (Ribolla) και Laski Riesling ήταν εξίσου μεταλλικό και έβγαζε μία μοναδική αίσθηση φρεσκάδας. Μόνο ατόπημα μία ελαφρά αίσθηση γλυκάδας στο τελείωμα που το έκανε κάπως βαρύ.
Η Malvazia του ήταν κάπως πιο απλή και λιγότερο ιδιαίτερη.
Το Pinot Noir από βαρέλι όμως έφερνε και πάλι αναμνήσεις από Βουργουνδία. Με λεπτά κόκκινα φρουτάκια και νότες από φυλλόχωμα (sous-bois) θύμιζε έντονα Cote de Beaune.

Στην συνέχεια μεταφερθήκαμε στον χώρο οινοποιήσης που είναι κοινόχρηστος και δοκιμάσαμε και παραγωγές άλλων οινοποιών που χρησιμοποιούν τον ίδιο χώρο αλλά καμία δεν ξεπερνούσε την μετριότητα.

Η συνάντηση με τον Primoz τελείωσε σε ένα μπαρ της πόλης όπου συζητήσαμε πιο διεξοδικά την φιλοσοφία μας και τα πιστεύω μας για το κρασί και είδαμε πως διασταυρώνονται σε πάρα πολλά σημεία.
Η δική του φιλοσοφία συνοψίζεται σε πέντε βασικές αρχές:
  • Σεβασμός στις τοπικές ποικιλίες.
  • Μεγάλη σημασία στην μικρο-Φλόρα που περιβάλει το σταφύλι. Εξού και η επιλογή της Βιοδυναμικής καλλιέργειας.
  • Όσο το δυνατόν καλύτερη έκφραση της δυναμικότητας των αμπελοτεμαχίων του μέσω των κρασιών του.
  • Συνεχές ψάξιμο, ενημέρωση και έρευνα.
  • Το κρασί είναι το πάθος του και επομένως η δουλειά είναι απόλαυση.
Αυτή ήταν και μία από τις πιο ενδιαφέρουσες συζητήσεις που έκανα με οινοπαραγωγό. Υπήρξαν φυσικά και σημεία στα οποία διαφωνούσαμε αλλά αυτό δεν δείχνει παρά μόνο πως υπήρχε ειλικρίνεια. 

Η συνολική εικόνα που αποκόμισα από τον Primoz Lavrencic και το Wine Estate Burja, όπως ονομάζεται, ήταν πολύ θετική. Ίσως όχι τόσο για τα κρασιά του που ήταν πολύ καλής ποιότητας όσο για το ότι σε ένα τόσο μακρινό μέρος βρήκα ένα συνάδελφό μου που μοιράζεται τις ίδιες ανησυχίες με μένα πάνω στον κλάδο και περάσαμε αρκετό χρόνο μαζί συζητώντας για το αγαπημένο μας θέμα.

Έτσι κάπως τελείωνε μία ακόμη πολύ γεμάτη μέρα και επιστρέφαμε στην έδρα μας, στην Nova Gorica, για ξεκούραση και απολογισμό των εμπειριών που συλλέξαμε...

Παρασκευή, 22 Απριλίου 2011

π-day με την οικογένεια Παράσχου

Ήταν τετάρτη πρωί και η μέρα ξεκίνησε με ένα πέρασμα από την μητέρα του οικοδεσπότη μου που μας περίμενε για φαγητό. Η ώρα δεν είχε ακόμη πάει δέκα αλλά εμείς ήμασταν εκεί για γεύμα. Ένα γεύμα που θα καθιερώνονταν για όλα τα πρωινά που θα έμενα στην περιοχή της Nova Gorica. Σούπα με λαχανικά και δεύτερο πιάτο πολέντα με κρέας βραστό και σαλάτα με χόρτα που μάζευε η ίδια για να πάρουμε δυνάμεις και να αντέξουμε την υπόλοιπη μέρα.

Πρώτος σταθμός της ημέρας, ο Έλληνας Βαγγέλης Παράσχος  που από την Αλεξάνδρεια της Ημαθίας βρέθηκε στο Φρίουλι να παράγει κρασί στα σύνορα με την Σλοβενία. Ο Παράσχος σπούδασε στην Τεργέστη και τελικά έμεινε στην περιοχή για να ασχοληθεί με την εστίαση. Λίγα χρόνια μετά εγκατέστησε το δικό του οινοποιείο και ακολουθώντας το παράδειγμα του Gravner και του Radikon άρχισε σιγά σιγά να παράγει τα λεγόμενα φυσικά κρασιά.
Στο οινοποιείο του με περίμενε ο μικρότερος γιος της οικογένειας με τον οποίο κατεβήκαμε απευθείας στο καινούριο υπόγειο για δοκιμές. Μετά από χρόνια που οι οινοποιήσεις γίνονταν στον υπόγειο χώρο κάτω από την οικία της οικογένειας, η οινοποιία διαθέτει πλέον ένα ολοκαίνουριο κτίριο παραγωγής και αποθήκευσης του κρασιού.
Όπως ανέφερα, τακτική του οινοποιείου είναι να παράγει τα λεγόμενα φυσικά κρασιά που σημαίνει πως έχει επιλεχθεί μέθοδος καλλιέργειας που σέβεται τη φύση, δεν γίνεται καμία προσθήκη οινολογικών προϊόντων και καμία προσθήκη θειώδους ανυδρίτη. Το τελευταίο επιτυγχάνεται χάρη στις υψηλές φυσικές οξύτητες που προστατεύουν το κρασί και την αποφυγή μεταγγίσεων και άλλων πρακτικών που μπορούν να φέρουν το κρασί σε επαφή με μεγάλες ποσότητες οξυγόνου. Οι εκχυλίσεις στα λευκά κρατάνε όλο το χειμώνα και τα στέμφυλα μπαίνουν στην πρέσα τον Απρίλιο. Η συνολική διάρκεια ωρίμανσης είναι δύο χρόνια για τα λευκά και τέσσερα για τα κόκκινα.
Τα κρασιά του οινοποιείου έχουν όλα το σύμβολο "Π" που είναι και το σήμα κατατεθέν του. Μερικές ετικέτες έχουν πολύ έξυπνο όνομα όπως το "Π not" που δεν είναι άλλο από το Pinot!

Ξεκινήσαμε τις δοκιμές με την Ribolla του '09 που θύμιζε αρκετά αυτήν του Radikon αλλά ήταν πιο έτοιμη και λιγότερο τανική.
Το Pinot Grigio της ίδιας χρονιάς ήταν αρκετά κλασσικό αρκετά ευκολόπιοτο και χωρίς να προσφέρει κάτι το ιδιάιτερο. Μου εξήγησαν πως το συγκεκριμένο προορίζεται για την Ελληνική αγορά και μένει ελάχιστα με τις φλούδες για να έχει πιο ελαφρύ και προσιτό χαρακτήρα. Η κλασσική ελληνική παράνοια. Ένας οινοπαραγωγός να παράγει κρασάρες και να αναγκάζεται να κάνει και αυτός ένα κρασάκι της σειράς για να μπορέσει να πουλάει στην χώρα μας. Μια χώρα που ως γνωστών η οινική παιδεία κάνει προόδους αλλά είναι ακόμη πολύ πίσω για να εκτιμήσει κάτι που πραγματικά αξίζει. 
Το Pinot Grigio του 2008 όμως ήταν κάτι τελείως διαφορετικό. Μία δύσκολη χρονιά που έδωσε μόνο 8 εκατόλιτρα ανά στρέμμα (130-150 κιλά/στρέμμα) και είχε ως αποτέλεσμα ένα κρασί με εντυπωσιακή συγκέντρωση αρωμάτων, γεύση που σκόρπιζε παντού στο στόμα και σε συνδυασμό με την μεγάλη του διάρκεια ήταν φοβερό!

Τι να πει κανείς βέβαια και για το Tokai με τα εκπληκτικά βοτανικά του αρώματα, το πλούσιο στόμα και την πολύ μακρά επίγευση που ακόμη και αν ξέφευγε κάπως σε στυλ από τα υπόλοιπα κρασιά του κτήματος ήταν ένα από τα καλύτερα της δοκιμής!

Κλείσαμε τα λευκά με την Μαλβαζία που ζυμώνει με τα στέμφυλα για έξι μήνες σε πήλινους αμφορείς και μόλις ολοκληρωθεί η ζύμωση ωριμάζει σε ξύλινες δεξαμενές. Σε σχέση με τον Gravner που έχει δίτοννους αμφορείς, εδώ έχουμε το μισό μέγεθος και τους αμφορείς όρθιους στο υπόγειο και όχι θαμμένους στο χώμα. Αυτό αλλάζει τα δεδομένα αφού η επαφή με τον αέρα είναι τελείως διαφορετική και έτσι τα κρασιά του Παράσχου είναι πιο προσιτά σε νεαρότερη ηλικία από αυτά του Gravner.

Κάπου εκεί ήρθε και ο πατήρ Παράσχος και περάσαμε στις δοκιμές των κόκκινων.
Ήπιαμε το Pinot Noir του '09 που ήταν αρκετά απαλό, τόσο στο χρώμα όσο και αρωματικά αλλά με την ώρα άρχιζε να ανοίγει και να γίνεται πολύ ενδιαφέρον.

Το Merlot από κλήματα 60-70 χρονών ήταν το πιο γήινο Merlot που έχω πιει! Μέχρι τότε δεν φανταζόμουν καν πως ένα Merlot μπορεί να έχει γήινο χαρακτήρα. Έβγαζε μέχρι και αρώματα τρούφας πλαισιωμένα με ζωικές νύξεις που του έδιναν βάθος και το έκαναν πολύπλοκο.
Ακόμη καλύτερο και το ίδιο κρασί στις δύο προηγούμενες χρονιές αφού όσο κατεβαίναμε πίσω στο χρόνο τόσο πιο αρμονικά δεμένο ήταν. Η μεγάλη διαφορά με τα Μερλό που έχουμε συνηθίσει έγκειται στο γεγονός ότι η ποικιλία έχει έρθει στην περιοχή επί Ναπολέοντα και έχει προσαρμοστεί στις συνθήκες που επικρατούν στην περιοχή διαμορφώνοντας τελείως διαφορετικό χαρακτήρα.
Ποτέ δεν περίμενα πως θα έκλεινα δοκιμή με Μερλό και θα ήμουν τόσο ευχαριστημένος.

Μόλις τελειώσαμε την γνωριμία με τα κρασιά του κτήματος η οικογένεια Παράσχου με κάλεσε για φαγητό. Κατά την διάρκεια του γεύματος μιλήσαμε για την κατάσταση που επικρατεί στον ελληνικό οινικό κόσμο ενώ μου έδωσαν και πάρα πολλές πληροφορίες σχετικά με την περιοχή στην οποία βρισκόμασταν.

Όση ώρα όμως εμείς δοκιμάζαμε κρασιά και τρώγαμε, έξω είχε πιάσει να βρέχει για τα καλά και αυτό ακύρωνε τα σχέδιά μου να γυρίσω την περιοχή με ποδήλατο. Για τον λόγο αυτό ο Βαγγέλης Παράσχος με οδήγησε με το αυτοκίνητο μέχρι το χωριό Brazzano όπου είχα το ραντεβού μου με το επόμενο οινοποιείο...




σημ.: π-day επίσης ονομάζει ο Βαγγέλης Παράσχος μία σειρά από εκδηλώσεις που οργανώνει η οινοποιία σε επιλεγμένα εστιατόρια και κάβες

Δευτέρα, 18 Απριλίου 2011

Ο Josko Gravner και οι δοκιμές μετά μουσικής στου Franko Terpin

Όταν ξεκινήσαμε για το επόμενο οινοποιείο είχε νυχτώσει για τα καλά. Στην Βουργουνδία δεν θα μας είχαν καν δεχτεί την ώρα που φτάσαμε στον Radikon. Στην Σλοβενία -στους Σλοβένους της Ιταλίας δηλαδή- είχαμε δύο ακόμη οινοποιεία να μας περιμένουν!

Προορισμός μας ήταν ο Josko Gravner. Ένας οινοποιός που μπορεί να χαρακτηριστεί πρωτοπόρος για την περιοχή αφού ήταν ο πρώτος που οινοποιήσε χωρίς θειώδη, ο πρώτος που οινοποίησε σε αμφορείς, ο πρώτος που έκανε μακρές εκχυλίσεις στα λευκά και πολλά ακόμη τα οποία ακολούθησαν στην συνέχεια και άλλοι σπουδαίοι οινοποιοί του Collio.
Ήμουν πολύ τυχερός που κατάφερα να κλείσω ραντεβού στο οινοποιείο του γιατί σύμφωνα με όσα μου λέγανε οι άλλοι οινοποιοί, είναι άνθρωπος κλειστός και δύσκολος που σπάνια δέχεται επισκέπτες.
Εμείς μάλλον τον πετύχαμε σε καλή μέρα γιατί ήταν ευδιάθετος και ομιλητικός παρόλο που ενώ γνώριζε αρνούνταν να μιλήσει οτιδήποτε άλλο από Σλοβένικα .


Οι αμφορείς του Gravner
Ξεκινήσαμε βλέποντας το εντυπωσιακό υπόγειο με τους θαμμένους στο χώμα δίτοννους αμφορείς. Εκεί μεταφέρονται τα σταφύλια μετά τον τρύγο και τοποθετούνται άσπαστα μέσα στα δοχεία. Η ζύμωση ξεκινάει χωρίς να γίνει καμία επέμβαση και ολοκληρώνεται την άνοιξη όταν ο καιρός αρχίσει να ζεσταίνει. Τότε γίνεται και ο διαχωρισμός με τα στέμφυλα και το κρασί μεταφέρεται σε μεγάλα δοχεία έξι τόννων για να μείνει εκεί άλλα πέντε χρόνια μέχρι να εμφιαλώθεί και να βγει στην αγορά. Από του χρόνου μάλιστα θα παραμένουν εκεί για έναν ακόμη χρόνο για να συμπληρώνουν συνολικά επτά χρόνια από την παραγωγή έως την πώληση.
Ο Josko Gravner υποστηρίζει πως το επτά είναι ένας πολύ σημαντικός αριθμός στην βιοδυναμική φιλοσοφία και τα στάδια ζωής ενός οργανισμού μεταβάλλονται σημαντικά κάθε επτά χρόνια ...ή τουλάχιστον έτσι κατάλαβα από την μετάφραση που μου έκανε ο Μαρίνκο με τα σπαστά αγγλικά του.

Όλα τα κτίρια είναι φτιαγμένα από υλικά που συμβαδίζουν με την βιοδυναμική φιλοσοφία και αρχιτεκτονική. Παρόλα αυτά και παρα την εφαρμογή βιοδυναμικων πρακτικών σε όλη την διαδικασία παραγωγής, πουθενά δε γίνεται λόγος για αυτήν αφού για τον παραγωγό αποτελεί τρόπο ζωής και όχι αντικείμενο μάρκετιγκ.
 
Το κελλάρι του Gravner
Από τους αμφορείς δοκιμάσαμε μόνο ένα Chardonnay το οποίο ήταν πάρα πολύ δυνατό γευστικά και πίκριζε σε μεγάλο βαθμό. Σίγουρα όμως στα επτά χρόνια που έχει ακόμη μπροστά του θα έχει όλο το χρόνο να δαμάσει της ακραίες αυτές γεύσεις και θα έχει αλλάξει τελείως.
Από τις ξύλινες δεξαμενές δοκιμάσαμε μία Ribolla του '09 που θύμιζε αρκετά το πρώτο κρασί αλλά ο ένας επιπλέον χρόνος είχε αμβλύνει την έντονη γεύση του.

Η δοκιμές που κάναμε δεν είχαν κάποια συνοχή και έτσι το πρώτο κρασί που δοκιμάσαμε και ήταν σχετικά έτοιμο ήταν τo Breg του '06 που φτιάχνεται από Chardonnay, Sauvignon Blanc και Riesling. Η μύτη ήταν λίγο μονόπλευρη καθώς κυριαρχούσε ένα πολύ χαρακτηριστικό άρωμα μελιού ακακίας αλλά το στόμα ήταν καταπληκτικό. Ο χρόνος είχε ενσωματώσει αρμονικά τις έντονες οξύτητες και την πικράδα που συναντήσαμε στα πρώτα δύο και δημιουργούσε ένα άρτιο σύνολο με φοβερή δύναμη και διάρκεια.


Λιτά και απέρριτα
Στο τέλος ανεβήκαμε στο σπίτι του ιδιοκτήτη όπου μας άνοιξε μία Ribolla του 2005 που κυκλοφορεί τώρα στην αγορά.
Με χρυσό χρώμα και διακριτικό, πολύ μεταλλικό άρωμα και φοβερά καθαρή γεύση μου θύμισε παλαιωμένα Hermitage. Μου θύμισε επίσης πόσο παράξενα μου φαίνονταν τέτοιου είδους λευκά όταν τα πρωτοδοκίμαζα και πόσο πολύ ενθουσιάζομαι τώρα όταν ένα τόσο ιδιαίτερο κρασί γεμίζει το ποτήρι μου.

Να σημειώσω εδώ πως ο Gravner παρήγαγε για ένα μεγάλο διάστημα κρασιά χωρίς προσθήκη θειώδη ανυδρίτη αλλά τα τελευταία χρόνια χρησιμοποιεί πολύ μικρές ποσότητες.

Όταν φύγαμε, με προορισμό το οινοποιείο του Franko Terpin, ήταν περασμένες δέκα και ό μόνος λόγος που μας περίμενε μέχρι τόσο αργά το βράδυ ήταν γιατί είχε στήσει μία γαστρονομική βραδιά με τους φίλους του. Διασχίσαμε όλο το οινοποιείο και κατευθυνθήκαμε προς τον χώρο όπου ακούγονταν οι φωνές και τα τραγούδια.
Γαστριμαργικό μακελειό!
Τους βρήκαμε σε ένα δωματιάκι να είναι καμιά δεκαριά άτομα μαζεμένα γύρω από ένα τραπέζι με ανοιγμένες φιάλες, τυριά από τις γειτονικές Άλπεις και ντόπια σαλάμια. Καθίσαμε μαζί τους και τα κρασιά έρχονταν το ένα μετά το άλλο. Κάποιοι από τους παρευρισκόμενους ήταν επίσης οινοπαραγωγοί μικρής εμβέλειας και είχαν φέρει και δικά τους κρασιά.
Η κούραση από όλη μέρα, η φασαρία και η ταχύτητα που με σερβίριζαν δε μου άφηνε περιθώρια να αντιληφθώ τι δοκιμάζω και να κρατήσω σημειώσεις και γι'αυτό παράτησα το μπλοκάκι μου στην άκρη και απλά απόλαυσα την βραδιά.

Αφού δοκιμάσαμε ότι υπήρχε στο τραπέζι, κάπου μες το χάος δοκιμάσαμε κι έναν Παλιοκαλιά του '07 και μετά από λίγο κατεβήκαμε στο οινοποιείο για δοκιμές από τα βαρέλια. Ήταν ήδη περασμένα μεσάνυχτα και ο αντίλαλος της αίθουσας που βρισκόταν τα βαρέλια ήταν ότι έπρεπε για τους Σλοβένους που το είδαν ως ευκαιρία για να ξαναρχίσουν τα τραγούδια!
Ο Φράνκο Τερπίν σερβίρει χορεύοντας!

Ξεχώρισα ένα Pinot Grigio για την καθαρότητά του και το χυμώδες στόμα του. Από εκεί και πέρα όλα τα κρασιά είχαν ένα ζωικό άγγιγμα που φαίνεται πως ήταν και η πινελιά του οινοποιείου. Ταυτόχρονα το κάθε βαρέλι φανέρωνε τον χαρακτήρα της κάθε ποικιλίας και αυτό είναι και το μεγάλο στοίχημα για έναν παραγωγό. Να δίνει το στίγμα του χωρίς να επιβάλλεται πάνω στην ιδιαιτερότητα που του δίνει το terroir του. Στην συγκεκριμένη περίπτωση μάλιστα τα χαρακτηριστικά της ποικιλίας ήταν τόσο καθαρά που κατάφερνα να τα διακρίνω ακόμη και υπό τους μεθυσμένους ψαλμούς των φίλων του Franko και την μεγάλη μου κούραση.

Σίγουρα η βραδιά αυτή ήταν απ΄τις καλύτερες στο ταξίδι αυτό γιατί παραβρέθηκα σε μία αυθεντική Σλοβένικη κρασοκατάνυξη και όχι σε μία στημένη γευσιγνωσία. Δοκίμασα τα κρασιά αυτά με τον ίδιο τρόπο που τα απολαμβάνουν οι ίδιοι άνθρωποι που τα παράγουν και όχι με τον τρόπο που θα έπρεπε να τα δοκιμάσω ώστε να μου αφήσουν τις καλύτερες εντυπώσεις.

Επιστρέψαμε σπίτι αργά το βράδυ. Αν η μέρα που θα ακολουθούσε ήταν τόσο γεμάτη όσο αυτή που μόλις είχε περάσει τότε σίγουρα είχαμε ανάγκη από λίγη ξεκούραση!

Παρασκευή, 8 Απριλίου 2011

Ο ασυμβίβαστα φυσικός Stanko Radikon

Ήταν τρίτη απόγευμα και είχα φτάσει στο σταθμό της πόλης Gorizia λίγο προτού αρχίσει να νυχτώνει. Εκεί, με περίμενε ο αεικίνητος Μαρίνκο. Ένας εξηντάρης Σλοβένος με τρομερή ενέργεια και μεγάλο πάθος για το κρασί που γνώριζε κάθε γωνιά της αμπελουργικής ζώνης και σχεδόν όλους τους παραγωγούς.
Βγήκαμε από την πόλη και ανηφορίσαμε προς την Oslavia, μία Ιταλική περιοχή που κατοικείται από Σλοβένους όπως και το μεγαλύτερο τμήμα του Collio και είναι ακριβώς απέναντι από την Σλοβένικη Goriska Brda*.

Το πρόγραμμα περιλάμβανε αποκλειστικά, οινοποιεία που παράγουν με εναλλακτικές μεθόδους. Έτσι, βρεθήκαμε στον "Uncompromisingly natural" -όπως αυτοπροσδιορίζεται- Stanko Radikon. Στην αρχή θεώρησα πως το όνομα αυτό πρόκειται για παρατσούκλι (radikal=ριζοσπάστης) αλλά μετά έμαθα πως δεν είναι παρά ένα πολύ ταιριαστό επίθετό.
Καμία χρήση χημικών ή συνθετικών λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων, ελάχιστα ραντίσματα, τέσσερα με πέντε τσαμπιά ανά κλήμα και καμία χρήση οινολογικών προϊόντων συμπεριλαμβανομένου και του θειώδους ανυδρίτη, δικαιολογούν το σλόγκαν και τους ισχυρισμούς του παραγωγού ότι παράγει ένα προϊόν που είναι εκατό τοις εκατό κρασί και όχι σκευάσματα και πρόσθετα.


Μόλις φτάσαμε πήραμε ένα ποτήρι στο χέρι και κατεβήκαμε στο υπόγειο για δοκιμές από τις ξύλινες δεξαμενές. Ήταν το δεύτερο οινοποιείο στην σειρά όπου το υπόγειο διατηρούσε την υγρασία και την χαμηλή θερμοκρασία χάρη στο βράχο που υπήρχε αντί για τοίχο στην βόρεια πλευρά και διαρρέονταν από νερό στο μεγαλύτερο μέρος του.
Ξεκινήσαμε με την Ribolla** του '09 η οποία ήταν κάπως κλειστή και αρκετά τανική αφού πρακτική του ιδιοκτήτη είναι να αφήνει τις φλούδες σε επαφή με το μούστο για αρκετές μέρες κατά την διάρκεια της ζύμωσης. Ίσως να ήταν και το τανικότερο λευκό που έχω δοκιμάσει μέχρι τώρα.
Η Ribolla του '08 όμως, αν και λίγο αναγωγική αρχικά, άνοιξε μόλις ήρθε σε επαφή με τον αέρα και έβγαλε ένα υπέροχα δροσερό φρούτο ενώ στο στόμα έδινε μία μοναδική χυμώδη αίσθηση.

Από εκείνο το σημείο και έπειτα αντιλήφθηκα πως μιλάμε για μεγάλα κρασιά που μπορούν να παίξουν στα ίσια όλα τα μεγάλα λευκά του κόσμου και κάθε κρασί που ακολουθούσε έμπαινε αναπόφευκτα στη διαδικασία σύγκρισης. Σίγουρα το να δοκιμάζεις συγκρίνοντας και μη όντας αφοσιωμένος σε αυτό που έχεις μπροστά σου είναι μία όχι και τόσο σωστή προσέγγιση αλλά ενώ το ήθελα, δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά!

Πόσο μάλλον όταν το επόμενο ήταν το Jakot, δηλαδή το Tokay***, του '09 με υπέροχο πεντακάθαρο φρούτο στη μύτη και στόμα με οξύτητα τόσο μεταλλική που την ένιωθα σαν μαχαίρι πάνω στη γλώσσα. Και όταν λέω μαχαίρι δεν εννοώ φυσικά με την κόψη αλλά με την φαρδιά πλευρά, την αίσθηση δηλαδή μίας παγωμένης σιδερένιας λεπίδας που αγγίζει την γλώσσα και μένει εκεί για ώρα ακόμη και όταν το κρασί έχει φύγει από την στοματική κοιλότητα. Μεταλλικότητα που μόνο στα μεγάλα Cru του Leflaive είχα συναντήσει μέχρι τώρα.

Πιθανότατα το καλύτερο κρασί της δοκιμής αφού το '06 και '07 από βαρέλι υστερούσαν λίγο σε ζωντάνια μάλλον επειδή οι δύο αυτές χρονιές ήταν από τις θερμότερες για την περιοχή και μείωσαν αισθητά τις οξύτητες. Ακούγεται λίγο παράξενο να δοκιμάζει κανείς '06 από βαρέλι αλλά πολιτική του κτήματος είναι να αφήνει τα λευκά να παλαιώνουν προτού βγουν στο εμπόριο για τουλάχιστον τέσσερα χρόνια.


Η παραγωγή του υιού Radikon δεν με ενθουσίασε. Πιο εμπορική, με μικρότερες εκχυλίσεις, αλλά σίγουρα λιγότερο ιδιαίτερη.


Επιστρέφοντας στους γονείς, το Merlot ήταν αρκετά ιδιαίτερο αλλά σίγουρα θέλει πολύ περισσότερη προσπάθεια από αυτό για να με συγκινήσει ένα κρασί αυτής της ποικιλίας.

Δυστυχώς δεν υπήρχε η δυνατότητα να δοκιμάσουμε το μικρό τανικό τερατάκι της ποικιλίας Pignolo γιατί η παραγωγή του είναι πολύ περιορισμένη.

Έτσι, γυρίσαμε πάλι στα λευκά αλλά αυτή τη φορά από φιάλη. Οι φιάλες που χρησιμοποιούν είναι μισού και ενός λίτρου με πολύ στενό λαιμό που τους επιτρέπει να κάνουν χρήση φελλού με πολύ μικρή διάμετρο για καλύτερη -σύμφωνα με τους ίδιους- συντήρηση του προϊόντος.

Δοκιμάσαμε την Oslavia του '05 και '04 συνοδεία σπιτικών αλλαντικών και τυριών σε έναν πολύ ζεστό χώρο όπως συνηθίζεται σε κάθε οινοποιείο της περιοχής.
Όταν η γυναίκα του ιδιοκτήτη έφερε τις φιάλες προς δοκιμή μας είπε πως ήταν πολύ κρύες και θα έπρεπε να περιμένουμε. Γνώμη τους είναι πως τα κρασιά τους αν και λευκά θα πρέπει πάντα να ανοίγονται πολύ νωρίτερα -κάποιοι οπαδοί του κτήματος μιλούν για 1-2 μέρες πριν!- και να σερβίρονται γύρω στους 15 με 18 βαθμούς. Στην μπροσούρα τους μάλιστα αναγράφεται με έντονα γράμματα "μην βάζετε τα κρασιά στο ψυγείο"!
Δεν αμφιβάλλω γιατί απόλαυσα πολύ περισσότερο τα κρασιά από το βαρέλι παρά από τη φιάλη.
Και τα δύο διατηρούσαν την χαρακτηριστική μεταλλικότητα του οινοποιείου αλλά τους έλειπε το φρούτο και ήταν λίγο μονόπλευρα και τραχιά.

Το μόνο που ξεχώριζε ήταν η Ribolla του '04 που ήταν σαφώς πιο εκφραστική και ισορροπημένη. Δυστυχώς ήταν ήδη οκτώ το βράδυ, μας περίμεναν άλλα δύο οινοποιεία και δεν υπήρχε ο απαιτούμενος χρόνος για να απολαύσουμε τα χαλκόχρωμα αυτά κρασιά όπως τους αρμόζει.


Πήραμε δώρο μία φιάλη -όπως θα γίνονταν και σε κάθε σλοβένικο οινοποιείο από δω και στο εξής- και φύγαμε για τον εσωστρεφή αλλά ιδιοφυή και πάντα καινοτόμο Josko Grauner...





*Goriska και Collio σημαίνουν λόφος/βουναλάκι σε Σλάβικα και Ιταλικά αντίστοιχα και άρα η περιοχή αλλάζει όνομα μόνο επειδή μεσολαβούν σύνορα. Εδαφολογικά και κλιματικά παραμένει ίδια.

**Ribolla Gialla: Ποικιλία που καλλιεργείται στην περιοχή του Φριούλι. Είναι η δική μας Ρομπόλα της Κεφαλλονιάς και η Rebula για τους Σλοβένους.


***Jakot: Αναγραμματισμός της λέξης Tokay (Tokaj στα Σλάβικα). Οι Ούγγροι έχουν αποκλειστικό δικαίωμα στη χρήση της λέξης Tokay και έτσι όσοι την καλλιεργούν αναγκάζονται να την αναφέρουν με άλλο όνομα. Σηνύθως οι Ιταλοί το ονομάζουν Tokai Friuliano, οι Σλοβένοι Sauvignonasse και οι Γάλλοι Tokay-Pinot Gris.

Τρίτη, 5 Απριλίου 2011

Η azienda Zidarich και η εκπληκτική Vitovska

Δευτέρα πρωί και είμαι στο αστικό που θα με πάει από την Τεργέστη προς την Azienda Zidarich. Μαθητές με τσάντες στην πλάτη και γιαγιάδες με σακούλες ψώνια είναι οι συνεπιβάτες μου. Γελάω γιατί σκέφτομαι πως όταν κάποιος φέρνει στο μυαλό του οινικές εξερευνήσεις σίγουρα σκέφτεται κάτι πιο περιπετειώδες. Έχει όμως κι αυτό την χάρη του.
Azienda Zidarich
Μετά από μερικές αλλαγές και πολλές ερωτήσεις φτάνω στο Prepotto και αρχίζω να αναζητώ το οινοποιείο. Το εντοπίζω αλλά έχω πολύ χρόνο μέχρι το ραντεβού μου και αποφασίζω να κάνω μία βόλτα στα αμπέλια. Ο καιρός είναι ομιχλώδης. Γνωρίζω πως υπό ηλιόλουστες συνθήκες θα έβλεπα την θάλασσα να απλώνεται κάτω από τους λόφους που είναι σκαρφαλωμένος ο οικισμός. Παρόλα αυτά και η ομίχλη δίνει άλλη αγριάδα στο τοπίο. Ξαφνικά αντιλαμβάνομαι πως ένα ελάφι κάθεται και μασουλάει νωχελικά την τροφή του, μόλις δύο σειρές παραδίπλα μου!

Λίγη ώρα μετά μπαίνω στο χώρο του οινοποιείου και νιώθω να επικρατεί μία αναστάτωση. Κουστουμαρισμένοι άντρες περιφέρονται στο χώρο. Έχουν ξεχάσει το ραντεβού μου και έχουν γεύμα για τα στελέχη μίας τράπεζας από το Udine. Τακτοποιούν τους καλεσμένους τους και έρχονται προς το μέρος μου. Παίρνουμε ένα ποτήρι κρασί και οδηγούμαστε προς το κελάρι.
To κελάρι του Zidarich
Κατεβαίνουμε αρκετά χαμηλά, σχεδόν δύο ορόφους κάτω από τη γη ώσπου κάποια στιγμή έρχομαι αντιμέτωπος με ένα τεράστιο ενιαίο κομμάτι βράχου. Είναι τουλάχιστον δέκα μέτρα ψηλό και φτάνει μέχρι τον χώρο παλαίωσης που βρίσκεται είκοσι μέτρα χαμηλότερα από τον χώρο που βρισκόμασταν αρχικά! Είναι σίγουρα το εντυπωσιακότερο κελάρι που έχω δει μέχρι τώρα και μου επισημαίνουν πως όταν ανεβάσω τις φωτογραφίες μου πρέπει να γράψω ξεκάθαρα για ποιο οινοποιείο πρόκειται.
Ο βράχος που περιβάλει όλο το χώρο παλαίωσης, δημιουργεί τις απαραίτητες συνθήκες δροσιάς και υγρασίας και τις διατηρεί αμετάβλητες για όλο το χρόνο.
Τα δοχεία παλαίωσης είναι 1-2 τόννων ξύλινες δεξαμενές για τα λευκά και 300-500 λίτρα για τα κόκκινα. Η παλαίωση διαρκεί δύο χρόνια για όλους τους τύπους και πιθανόν σύντομα να αυξηθεί σε διάρκεια κατά ένα χρόνο.
Δοκιμάσαμε τη σοδειά του '09 από τα βαρέλια και στην συνέχεια επιστρέψαμε επάνω για δοκιμές από φιάλες. Όλα τα κρασιά είχαν κοινό χαρακτηριστικό την πολύ ευχάριστη ορυκτότητα, την φινέτσα και την αρωματική ένταση.

Προσωπικά ξεχώρισα το Ρεφόσκο του 2008 και την Vitovska.
Το πρώτο είχε μοναδική καθαρότητα γεύσεων και αρωμάτων με τα υπέροχα φρούτα του -μούρα, μύρτιλλα, αγριοφράουλες- να είναι με μαεστρία δεμένα στην εκπληκτική οξύτητα που έδινε νεύρο στο στόμα από την αρχή μέχρι το τέλος. Καταπληκτικός συνδυασμός με το σπιτικό prosciutto που μου πρόσφεραν! 


Για την Vitovska πάλι, ήταν η πρώτη μου επαφή με την ποικιλία και έμεινα κατενθουσιασμένος. Με χρώμα χρυσαφί και σχετικά θολό, οπτικά δεν δείχνει να είναι και το πιο εμπορικό κρασί. Η μύτη όμως είναι μεγαλειώδης! Ορυκτά και εσπεριδοειδή δημιουργούν ένα μοναδικό μπουκέτο που παρά την ένταση παραμένει κομψό και καθαρό και προκαλεί συγκίνηση στους λάτρεις των κρασιών terroir γιατί μεταδίδει πιστά την ένταση του άγριου υπεδάφους. Και αν η μύτη μου θύμισε λίγο κάποια μεγάλα Μοσχάτα της χώρας μας όπως του Παρπαρούση ή του Σκλάβου, το στόμα ήταν μία πρωτόγνωρη εμπειρία. Απίστευτη μεταλλικότητα, ενέργεια και φινέτσα έκαναν κάθε γουλιά να μου φέρνει στο μυαλό τον επιβλητικό βράχο που δεσπόζει στην νότια πλευρά του υπογείου και επεκτείνεται ακριβώς κάτω από τον αμπελώνα.

Πολύ καλά και τα διάφορα χαρμάνια με Sauvignon και Malvazia αλλά σίγουρα κατώτερα και λιγότερο ξεχωριστά από τα δύο προαναφερθέντα.
Το εντυπωσιακό κελάρι της Azienda Zidarich
Ενθουσιασμένος για την γνωριμία με την εκπληκτική αυτήν ποικιλία, επέστρεψα στην Τεργέστη και από εκεί πήρα το τραίνο για το Collio και την Gorizia, στα σύνορα Ιταλίας-Σλοβενίας όπου είχα κανονίσει επισκέψεις στα σημαντικότερα ονόματα της περιοχής...