Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2012

Barbaresco και Marchesi Di Gresy

Αφήνοντας το Asti κατευθυνθήκαμε και πάλι νότια προς την Άλμπα. Προορισμός μας το θρυλικό χωριό Barbaresco με το φημισμένο ομώνυμο κρασί του. Λίγο έξω από το χωριό θα συναντούσαμε τον οινολόγο Jeffrey Chilcot για μία επίσκεψη στη Martinenga, το ένα από τα τέσσερα οινοποιεία του Marchesi Di Gresy.

Barbaresco
Η οικογένεια Di Gresy ασχολούνταν επί πολλές γενεές με την αμπελοκαλλιέργεια πουλώντας τα σταφύλια στους μεγάλους οίκους του Barbaresco. Όλα αυτά πήραν άλλη τροπή το 1973 όταν ο Alberto Di Gresy αποφάσισε σε ηλικία είκοσι ενός ετών πως όλα αυτά έπρεπε να αλλάξουν και η οικογένειά του έπρεπε να εκμεταλλευτεί η ίδια τον καρπό που παρήγαγε. Στόχος του ήταν να συνδυάσει μοντέρνες πρακτικές με παραδοσιακές μεθόδους έτσι ώστε το προϊόν που θα παρήγαγε να ήταν όσο το δυνατόν πιο καλοφτιαγμένο αλλά και αντιπροσωπευτικό του τόπου παραγωγής του. Σήμερα η επιχείρηση μετράει τέσσερα βασικά οινοποιεία και συνολική έκταση τετρακόσια εξήντα στρέμματα.

H Martinenga είναι το μεγαλύτερο οινοποιείο της επιχείρησης και περιλαμβάνει 230 στρέμματα εκ των οποίων τα 110 είναι Nebbiolo. Ο αμπελώνας αυτός είναι και ένας από τους μεγαλύτερους αμπελώνες για την παραγωγή DOCG* Barbaresco. Στην υπόλοιπη έκταση καλλιεργείται Barbera, Chardonnay και ελάχιστο Cabernet Sauvignon και Sauvignon Blanc. Στα περισσότερα κόκκινα πραγματοποιούνται μεγάλες σε διάρκεια εκχυλίσεις ενώ η ωρίμανση γίνεται σε μεγάλα βαρέλια των δυόμισι τόννων και εν μέρη σε μικρά των 225L για τα μεγάλα cru.

Ξεκινήσαμε τις δοκιμές δροσίζοντας το στόμα μας με το Sauvignon Blanc του '11 που παρά το υψηλό του αλκόολ ήταν αρκετά ευχάριστο. Ακολούθησε το ευκολόπιοτο Dolcetto και το κάπως κλειστό αλλά αρκετά δυναμικό Langhe Nebbiolo ενώ στην συνέχεια περάσαμε σε ένα Merlot από τους αμπελώνες του Monte Colombo και του La Serra. Αρχικά με ξένισε η ιδέα του Merlot στα χώματα του Πιεμόντε και δεν έβλεπα τον λόγο για τέτοιου είδους πειραματισμούς. Να όμως που το αποτέλεσμα με εξέπληξε. Πρώτη φορά δοκίμαζα Merlot με τόσο γήινη μύτη και τόσο δυναμική δομή. Σίγουρα η δοκιμή του είχε πολύ ενδιαφέρον και αποδεικνύει πως ακόμη και αυτή η τόσο σνομπαρισμένη από τους "terroiristas" ποικιλία, εάν καλλιεργηθεί κατάλληλα, μπορεί να δώσει πολύ διαφορετικές εκφράσεις ανάλογα με τα εδάφη που θα φυτευτεί.

Μετά από αυτό είχε έρθει η ώρα για τα σπουδαία Nebbiolo του κτήματος. Αρχίσαμε με το Martinenga Barbaresco 2008 που ναι μεν ήταν ακόμη κλειστό στην μύτη, είχε όμως τρομερό νεύρο στο στόμα και φοβερά πλούσιο τανικό τελείωμα. Το 2007 ερχόταν κάπως πιο παιχνιδιάρικο αρωματικά και πιο μαλακό στο στόμα. Πιο "πιασάρικο" από το 2008, στερούνταν όμως τις ατελείωτες δυνατότητες παλαίωσης που έδειχνε να έχει το πρώτο το οποίο μάλλον θα λέγαμε πως είναι μία χρονιά για τους μυημένους.

Ακολούθησαν τα Barbaresco από τα αμπελοτόπια "Camp Gros" και Gaiun που εμφιαλώνονται μόνο τις καλύτερες χρονιές. Το Gaiun ωριμάζει σε γαλλικά βαρέλια τον διακοσίων εικοσιπέντε λίτρων σε αντίθεση με όλα τα υπόλοιπα κρασιά του κτήματος που ωριμάζουν στα μεγάλα Σλοβένικα βαρέλια των δύο τόννων. Ξεκινήσαμε δοκιμάζοντας αυτό του 2006. Στη μύτη, νότες γλυκόριζας εναλλάσσονταν πολύ ωραία με νότες βιολέτας που αποκάλυπταν μία πιο θηλυκή πλευρά του Barbaresco. Στο στόμα ήταν ακόμη έντονα τανικό και έδειχνε πως χρειάζεται ακόμη πολύ χρόνο ώστε να αρχίσει να μαλακώνει.

Κατεβαίνοντας τον χρόνο προς τα πίσω και φτάνοντας το 2005 περάσαμε για λίγο στο Camp Gros. Το 2005 ήταν μία πολύ δύσκολη χρονιά με πάρα πολύ μικρή παραγωγή για την συγκεκριμένη ετικέτα. Στην μύτη έρχονταν και αυτό κάπως κλειστό αρχικά αλλά όσο άνοιγε φανέρωνε ένα κρασί τρομερά πολύπλοκο με ατέλειωτη επίγευση.

Το κορυφαίο όμως της σειράς ήταν το Gaiun 2004 που ήταν ίσως και το μόνο από όσα Nebbiolo δοκιμάσαμε στο οινοποιείο που είχε αρχίσει σιγά σιγά να φτάνει σε ένα στάδιο ετοιμότητας. Οκτώ χρόνια δηλαδή για να αρχίσει ένα μεγάλο Nebbiolo να δείχνει σιγά σιγά τον πραγματικό του χαρακτήρα και ποιος ξέρει πόσα ακόμη για να φτάσει στο απόγειό του. Πολύ εκφραστικό με πιο ντελικάτο χαρακτήρα από τα δύο προηγούμενα αφού το βαρέλι ήταν πλήρες ενσωματωμένο στο σύνολο και δεν έλειπαν και κάποιες πιο ανθώδεις νότες που του πρόσθεταν φινέτσα.

Κάπου εκεί φτάσαμε στο τέλος αυτής της εξαιρετικής εμπειρίας που μας προσέφερε ο Jeffrey και ανανεώσαμε το ραντεβού μας για μία τυφλή γευστική με Nebbiolo και Ξινόμαυρα των οποίων ο Νεο-Ζηλανδός οινολόγος είναι μεγάλος φαν!

Προτού επιστρέψουμε στην βάση μας βρεθήκαμε για λίγο στο χωριό Diano, σε μία από τις δέκα κοινότητες του Πιεμόντε όπου το Dolcetto είναι ονομασία προέλευσης. Εκεί βρεθήκαμε στην Azienda Agricola Cortin δοκιμάσαμε τα κρασιά του κτήματος πιο πολύ ως απεριτίφ -ήταν αργά το απόγευμα- παρά ως γευσιγνωσία.

Δοκιμάσαμε την πιεμοντέζικη λευκή ποικιλία Arneis η οποία όμως δεν έλεγε και πολλά, ένα πολύ φρουτώδες Dolcetto με πάρα πολύ καλή σχέση ποιότητας τιμής και ένα εξίσου φρουτώδες Diano d'Alba, πολύ ωραία δομημένο και με πολύ ωραία επίγευση.

Κάπως έτσι έκλεινε μία ακόμη μέρα οινικών διαδρομών στο Πιεμόντε και επιστρέψαμε σπίτι για ξεκούραση, μερικά κρασάκια ακόμη και χαβαλέ με τους Ιταλούς οικοδεσπότες μας!

Δεν υπάρχουν σχόλια: