Πέμπτη 12 Ιουλίου 2012

Οι "ράτσες" των Ελλήνων οινοπαραγωγών και οι βιο-οικο-ραστα-δυναμιστές

Υπάρχει ένα "είδος" ή αν θέλετε μία "ράτσα" οινοποιών το οποίο δυστυχώς στην Ελλάδα δεν ευδοκιμεί. Λέω δυστυχώς γιατί μία οινική χώρα χρειάζεται όλα τα είδη οινοποιών για να έχει ποικιλομορφία και να δίνει κίνητρο για εξερεύνηση.

Τα είδη που "ευδοκιμούν" στην χώρα μας χωρίζονται σε δύο συν μία βασικές κατηγορίες:
- Τις παραδοσιακές αμπελουργικές οικογένειες.
- Τους επενδυτές που μπήκαν ως επί το πλείστον πρόσφατα στον χώρο του κρασιού.

Στην πρώτη κατηγορία βρίσκουμε κυρίως αμπελουργούς οι οποίοι για πολλά χρόνια ή ακόμη και γενεές πουλούσαν την παραγωγή τους σε τοπικούς συνεταιρισμούς ή μεγάλα οινοποιεία και κάποια στιγμή αποφάσισαν να εμφιαλώσουν κάτω από την δική τους ετικέτα. Πολύ λιγότεροι είναι αυτοί οι οποίοι παρήγαγαν επώνυμο κρασί και μετράνε πάνω από δύο γενιές στον χώρο του εμφιαλωμένου.

Την δεύτερη κατηγορία μπορούμε να την χωρίσουμε καταρχάς σε αυτούς που επένδυσαν με μεγάλο κεφάλαιο και καθιερώθηκαν με δυνατό μάρκετινγκ στην ελληνική αγορά χειριζόμενοι την οινοποιητική τους επιχείρηση σαν μία οποιαδήποτε επένδυση. Ο τόπος για τους συγκεκριμένους δεν ήταν ποτέ απαραίτητο να ήταν παραδοσιακός αμπελότοπος αφού με την δυναμική τους πέρασαν εύκολα στις συνειδήσεις τον καταναλωτών ως κλασσικές αξίες.

Άλλη υποκατηγορία είναι οι επενδυτές με μικρότερο κεφάλαιο που επένδυσαν μεγάλο μέρος από την περιουσία τους είτε για να ικανοποιήσουν ένα παιδικό τους όνειρο, είτε για να κάνουν το χόμπι τους επάγγελμα, είτε γιατί το έβρισκαν ρομαντικό και περιπετειώδες ή απλά γιατί νόμιζαν πως θα ήταν ένας εύκολος τρόπος να βγάλουν χρήματα.

Τέλος, τρίτη υποκατηγορία είναι και οι εργαζόμενοι στον χώρο της οινοποιίας -κυρίως οινολόγοι- οι οποίοι δουλεύοντας σε κάποιο γνωστό οινοποιείο, συγκέντρωσαν το απαιτούμενο κεφάλαιο, κέρδισαν την απαραίτητη εμπειρία και αποχώρησαν για να στήσουν την δική τους επιχείρηση. Σε συνδυασμό με το δίκτυο γνωριμιών και την αναγνωρισιμότητα που αποκτά κανείς δουλεύοντας για κάποιο "όνομα" η επιτυχία είναι τις περισσότερες φορές δεδομένη. Την συγκεκριμένη την θεωρώ υποκατηγορία των επενδυτών γιατί τις περισσότερες φορές υπάρχει συνεργασία οινοποιού-επενδυτή προκειμένου να υλοποιηθεί το project.

Θεωρώ πως η κατηγορία που εκλείπει από την χώρα μας είναι αυτή τον "βιο-οικολο-ραστα-δυναμικών" παραγωγών. Ένας χαρακτηρισμός που τον είχα ακούσει κάποτε στην Γαλλία και τον χρησιμοποίησα σε ένα παλαιότερο άρθρο μου πιστεύοντας πως τους ταιριάζει γάντι. Μιλάω φυσικά για όλους αυτούς τους παραγωγούς που συναντάμε κατά κύριο λόγo στην Γαλλία και δεν κάνουν απλά βιοδυναμική καλλιέργεια αλλά ...είναι βιοδυναμικοί και οι ίδιοι!

Είναι όλοι αυτοί οι παραγωγοί με την ατημέλητη εμφάνιση που άλλοτε θυμίζουν χίπις, άλλοτε ανθρώπους τον σπηλαίων και άλλοτε τρελούς επιστήμονες. Έχουν κρασιά που ξεφεύγουν κατά πολύ από τις κοινώς αποδεκτές νόρμες και έχουν φανατικούς οπαδούς αλλά και άλλους που δεν θέλουν ούτε να τα βλέπουν. Οι ετικέτες τους έχουν συνήθως χιουμοριστική διάθεση και φυσικά δεν φέρουν ποτέ ονομασία προέλευσης -και ούτε τους νοιάζει να φέρουν- αφού ο αρμόδιος φορέας της περιοχής τους, τους το έχει απαγορεύσει λόγω μη τήρησης των κανόνων. Για να το κάνω πιο κατανοητό θα αναφέρω το παράδειγμα της πρόσφατης επίσκεψής μας στο Domaine du Coulet στο Cornas.

Είναι ώρα πέντε το απόγευμα και έχουμε ραντεβού με τον οινοπαραγωγό M.Barret. Φτάνουμε στην αυλή του οινοποιείου και δεν αντικρίζουμε κανέναν παρά μόνο ένα τραπέζι γεμάτο κουτιά από πίτσες, βουνά από αποτσίγαρα, μερικά άδεια μπουκάλια και δύο ρομπότ τρανσφόρμερς. Πιο πέρα υπάρχουν παρατημένα διάφορα γεωργικά μηχανήματα και αυτοκίνητα. Συνεχίζουμε να προχωράμε δηλώνοντας την παρουσία μας φωνάζοντας αλλά δεν υπάρχει ψυχή. Μπαίνοντας σε μία άλλη αυλή βρίσκουμε κάποιες πόρτες που μοιάζουν να μην οδηγούν πουθενά και μερικά ακόμη σκόρπια αντικείμενα και μηχανήματα που συνθέτουν μία εικόνα βομβαρδισμένου τοπίου.

Κάποια στιγμή μετά από ώρα ο παραγωγός εμφανίζεται. Φαρδύς και σφιχτός, με αξύριστο και νυσταγμένο πρόσωπο, μία τούφα μαλλιά να πετάει και το τσιγάρο άγαρμπα βαλμένο στο στόμα μοιάζει σαν να έχει μόλις ξυπνήσει από βαθύ ύπνο. Ακολουθεί σύντομος διάλογος με την γυναίκα του:
- Χριστέ μου μοιάζεις πολύ τρομακτικός!
- Έλα μωρέ...


Μας καλωσορίζει και πηγαίνουμε κατευθείαν στον χώρο οινοποίησης για να αρχίσουμε δοκιμές.
Προς μεγάλη μας έκπληξη το πρώτο κρασί είναι εξαιρετικό! Χυμώδες και με πολύ ωραίο φρούτο είναι ακριβώς αυτό που οι Γάλλοι χαρακτηρίζουν vin de soif. Ένα κρασί δηλαδή που μπορεί κανείς να πιει σε μεγάλες ποσότητες χωρίς να τον κουράσει. Φρέσκο, ανάλαφρο, φρουτώδες είναι ότι πρέπει για ξεδίψασμα! Τα συγκεκριμένα κρασιά είναι μάλλον και η "σπεσιαλιτέ" αυτής της κατηγορίας οινοποιών αφού στις περισσότερες περιπτώσεις τα μη θειωμένα κρασιά είναι πιο εύπεπτα από τα θειωμένα και μπορούν να καταναλωθούν σε μεγαλύτερες ποσότητες.

Όπως μας εξηγεί ο παραγωγός, φιλοσοφία του είναι να τοποθετεί ολόκληρα τα σταφύλια σε κλειστή δεξαμενή μετά τον τρύγο για να κερδίζει το μάξιμουμ σε φρεσκάδα και άρωμα ενώ θειώνει ελάχιστα και μόνο πριν την εμφιάλωση. Αυτό το διαπιστώνουμε σε κάθε κρασί που δοκιμάζουμε. Ακόμη και στο Billes Noires του 2010 που παρόλο είναι πολύ γεμάτο στο στόμα είναι εξίσου ανάλαφρο με τα προηγούμενα. Το μόνο που υστερεί κάπως σε οξύτητες είναι το Carignan το οποίο όμως και αυτό έχει τον δικό του χαρακτήρα και είναι πέρα για πέρα τίμιο.

Μέχρι εδώ λοιπόν όλα τέλεια! Παρόλο που ο χώρος που δοκιμάζουμε τα κρασιά θυμίζει κουζίνα από παρατημένο σπίτι -πιθανότατα είναι ο χώρος που μαγειρεύουν οι τρυγητές όταν έρχονται- και ο παραγωγός καπνίζει διακριτικά μεν ασταμάτητα δε όση ώρα εμείς δοκιμάζουμε, η ποιότητα των κρασιών είναι πολύ καλή. Τα πράγματα όμως αλλάζουν λίγο όταν περνάμε στο 2009. Τώρα τα αρώματα αρχίζουν να χάνουν την ζωντάνια τους και νότες οξείδωσης αρχίζουν να γίνονται εμφανείς. Ακόμη και ο ίδιος παραδέχεται πως ένα από τα κρασιά του είναι λίγο τσιμπημένο ενώ κάποια άλλα χαρακτηρίζονται από έντονα ζωικά αρώματα.

Ήταν άραγε το 2009 μία κακή χρονιά; Μάλλον όχι, συνήθως οι παραγωγοί αυτοί που απορρίπτουν εξ ολοκλήρου τις σύγχρονες μεθόδους παραγωγής και τις αρχές της στοιχειώδους καθαριότητας παράγουν κρασιά που συναρπάζουν όσο είναι ακόμη νέα. Όταν περάσει λίγο ο καιρός η έλλειψη θειώδη ανυδρίτη αρχίζει να γίνεται αντιληπτή και η ποιότητα παίρνει την κάτω βόλτα. Φυσικά καμία ένσταση πάνω σε αυτό αφού το να επιλέξει κάποιος τον δρόμο αυτό και να χτίσει την πελατεία του με ανθρώπους που αποζητούν αυτό το είδος κρασιού είναι μία ακόμη στρατηγική πώλησης. Αρκεί φυσικά οι τιμές να συμβαδίζουν με την φιλοσοφία αυτή γιατί δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που παραγωγοί της συγκεκριμένης κατηγορίας πουλάνε τρέλα ζητώντας ασύλληπτες τιμές για τα κρασιά τους.

Σε κάθε περίπτωση, οι παραγωγοί αυτοί πιστεύουν βαθιά σε αυτό που κάνουν, δουλεύουν σκληρά για να κρατήσουν τους αμπελώνες τους σε καλή κατάσταση χωρίς την χρήση χημικών σκευασμάτων, ρισκάρουν ξεφεύγοντας από την πεπατημένη και προσπαθούν να φέρουν αυτοί την αγορά στα μέτρα τους από το να την κυνηγάνε συνεχώς. Σε αντίθεση με τους πρόσκαιρους βιοδυναμιστές, οικολόγους και λοιπούς καιροσκόπους που τρέξανε να κολλήσουν το τεράστιο ΒΙΟ στην ετικέτα τους όταν αυτό έγινε της μόδας ή στέλνουν δελτία τύπου σε περιοδικά για να εκθειάσουν το κρασί που παρήγαγαν με αυτόχθονες ζύμες λες και ανακάλυψαν την Αμερική, όλοι οι βιο-οικο-ραστα-δυναμικοί παραγωγοί, όσο εκκεντρικοί και αν είναι, είναι ωραίοι τύποι, απλοί, ξεκάθαροι και κάνουν αυτό που κάνουν γιατί γουστάρουν! Άντε και στα μέρη μας...

Δεν υπάρχουν σχόλια: