Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2011

Το Borgo del Tiglio και το εγχείρημα Iaquin

Αφού κάναμε ένα μικρό διάλειμμα για τους ιδιαίτερους αλλά πολύ συμπαθείς Ιάπωνες, ήρθε η ώρα να επιστρέψουμε στα πήγαινε-έλα μεταξύ των σλοβενοιταλικών συνόρων και τους εκεί αμπελώνες.

Αμπελώνες στο Dobrovo
Αυτήν τη φορά είχαμε κατέβει λίγο πιο χαμηλά στην πεδιάδα αφήνοντας τους λόφους και μπαίνοντας και πάλι στην Ιταλική πλευρά των συνόρων.
Εκεί είχαμε ραντεβού με τον Mauro από το Borgo San Daniele. Ένα οινοποιείο που ιδρύθηκε το 1990, καλλιεργεί βιολογικά από το 1994 και στελεχώνεται από τον Mauro και την αδερφή του.
Τα δύο αδέρφια δουλεύουν οι ίδιοι σε αμπέλι, οινοποιείο και γραφείο όχι μόνο για την μείωση του κόστους παραγωγής αλλά κυρίως επειδή πιστεύουν πως αν δεν είναι αυτοπροσώπως σε κάθε στάδιο της παραγωγής χάνουν την επαφή με το προϊόν που παράγουν.

Από τα 190 στρέμματα που καλλιεργούν παράγουν γύρω στις 50 με 60.000 φιάλες ετησίως και αυτό αποδεικνύει πως κρατούν χαμηλά τις στρεμματικές αποδόσεις.
Γελάω πολύ με ελληνικά οινοποιεία που αραδιάζουν θεωρίες σχετικά με την χαμηλή στρεμματική απόδοση και το πόσο την πιστεύουν για να καταλήξουν να μου πουν πως από τα 50 για παράδειγμα στρέμματά τους παράγουν 60.000 φιάλες το χρόνο. Ευτυχώς η οινική παιδεία στην χώρα μας βελτιώνεται συνεχώς και σύντομα οι παραμυθάδες θα αρχίσουν να γίνονται πιο επιφυλακτικοί.

Επιστρέφοντας στο θέμα μας, κατά την οινοποίηση αποφεύγεται η χρήση οινολογικών προϊόντων, πέραν του θειώδους ανυδρίτη, και γίνεται όσο το δυνατών μικρότερη χρήση πρακτικών που μπορούν να ταλαιπωρήσουν το κρασί και να αλλοιώσουν τον χαρακτήρα του. Επίσης μεγάλη βαρύτητα δίνεται στην αποφυγή οξειδώσεων και για τον λόγω αυτόν αποφεύγεται η επαφή με τις φλούδες κατά την διάρκεια της ζύμωσης. Ο γρήγορος αυτός αποχωρισμός του μούστου από τα στέμφυλα διαφοροποιεί έτσι σε πολύ μεγάλο βαθμό το Borgo San Daniele από τα περισσότερα οινοποιεία που είχα επισκεφτεί μέχρι τώρα με εξαίρεση το Borgo del Tiglio.
Τα λευκά του κτήματος είναι δύο μονοποικιλιακά και δύο χαρμάνια ενώ παράγονται επίσης ένα κόκκινο από Pignolo και Καμπερνέ και ένα κόκκινο με το όνομα Gortmarin που βγαίνει μόνο σε πολύ επιλεγμένες χρονιές.
Δοκιμάσαμε και τα έξι, με την έντονη αίσθηση αλκοόλ να είναι το κοινό χαρακτηριστικό όλων. Το μόνο που ξεχώριζε ήταν το Pinot Grigio του 2008. Σαφώς πιο αέρινο και πιο εκφραστικό από αυτό του 2009, ήταν η απόδειξη πως σε όλα τα καλά λευκά ο χρόνος έχει θετική επίδραση και είναι απαραίτητος έτσι ώστε να τα βοηθήσει να αποκαλύψουν τον πραγματικό τους χαρακτήρα.

Όλα τα υπόλοιπα που δοκιμάσαμε μου φάνηκαν κάπως κουραστικά και γι'αυτό πολύ πιθανόν να ευθύνεται η επιστροφή μας σε χαμηλό υψόμετρο και βαρύτερα εδάφη. Πέραν τούτου, είναι πλέον διαπιστωμένο ότι όποιος είναι "μαλωμένος" με την οξείδωση δεν καταφέρνει να με συγκινήσει με τα κρασιά του. Όχι πως είμαι κανένας φαν της οξείδωσης. Απλά πιστεύω πως όσοι την δαιμονοποιούν καταφέρνουν να φτάσουν τελικά στο άλλο άκρο και να παράγουν κρασιά αποστειρωμένα, χωρίς ζωντάνια και υπερβολικά "καθώς πρέπει". Αντιθέτως, δεν είναι λίγες οι φορές που ένα κρασί με ένα απαλό άγγιγμα οξείδωσης αποκτά πολυπλοκότητα και καταφέρνει να γίνει ξεχωριστό.

Η όλη εικόνα πάντως που αποκομίσαμε από το Borgo San Daniele είναι κάτι παραπάνω από θετική. Μην ξεχνάμε πως ο Mauro είχε την καλοσύνη να παρατήσει την δουλειά του στο αμπέλι για να έρθει να μας υποδεχτεί. Τα κρασιά ίσως αυτήν την φορά να μην έπεισαν αλλά σίγουρα θα τους δοθεί και μία δεύτερη ευκαιρία στο μέλλον αφού όταν βλέπεις κάποιον να δουλεύει τόσο σκληρά πάνω σε αυτό με το οποίο καταπιάνεται ξέρεις πως δεν είναι τόσο απλό να τον κρίνεις με την πρώτη.

Για το υπόλοιπο της ημέρα επιστρέψαμε στην Σλοβενία. Επόμενος σταθμός ήταν το οινοποιείο Iaquin ιδιοκτησίας ενός νεαρού Σλοβένου, του Uros Jakoncic που εγκαταστάθηκε πολύ πρόσφατα και παράγει συνολικά μόλις 6.000 φιάλες. Το υπόλοιπο που παράγεται από τα 130 στρέμματα που κατέχει, πωλείται σε άλλους παραγωγούς της περιοχής έως ότου να καταφέρει να στήσει ένα πελατολόγιο που θα μπορεί να σηκώσει μεγαλύτερη παραγωγή.

Συναντηθήκαμε σε ένα ολοκαίνουριο κτίριο όπου το υπόγειο είναι οινοποιείο, το ισόγειο wine bar και οι επόμενοι τρεις όροφοι τουριστικά καταλύματα με θέα τους αμπελώνες. Φιλοδοξία του Uros είναι να μπορεί να προσφέρει μία ολοκληρωμένη και μοντέρνα οινοτουριστική πρόταση εκμεταλλευόμενος έτσι τον μεγάλο αριθμό οινoφίλων που επισκέπτονται την περιοχή.

Ξεκινώντας τις δοκιμές ενθουσιάστηκα από το Τοκάι του 2007 το οποίο αν και αρχικά ήταν λίγο κλειστό στην συνέχεια έβγαλε πολύ όμορφα αρώματα. Το πολυποικιλιακό χαρμάνι του δεν με κέρδισε ενώ το Chardonnay του ήταν σε πολύ καλό επίπεδο. Δοκιμάσαμε μάλιστα αυτό του 2006 από δύο διαφορετικές φιάλες επειδή η πρώτη που ανοίξαμε δε του άρεσε. Εγώ πάλι προτιμούσα καθαρά την πρώτη από την δεύτερη που ήταν λίγο αναγωγική και αυτό αποδεικνύει πόσο υποκειμενική είναι η προτίμηση για ένα κρασί.

Τα κόκκινα από Μερλό και Καμπερνέ δεν έφταναν στο ποιοτικό επίπεδο των λευκών αν και οι δοκιμές που κάναμε ήταν αποκλειστικά από βαρέλι και όχι από μπουκάλι. Αυτό που μου έκανε εντύπωση είναι πως κάνοντας μία κάθετη δοκιμή από το 2010 έως το 2007 κάθε χρονιά ήταν και πιο τανική. Για αυτό οφείλονται τα βαρέλια από αμερικάνικη δρυ που πέρα από πολύ έντονο άρωμα βανίλιας προσθέτουν και πολύ έντονες ξυλοτανίνες στο κρασί. Μία μάλλον αποτυχημένη επιλογή αν και ο παραγωγός με διαβεβαίωσε πως όταν το κρασί μπει στην φιάλη τα αποτελέσματα θα είναι τελείως διαφορετικά.

Μόλις τελειώσαμε της δοκιμές ο Uros προσφέρθηκε να με οδηγήσει σε δύο ακόμη οινοποιεία της περιοχής που γνώριζε πολύ καλά και πίστευε πως άξιζε τον κόπο να επισκεφτώ. Χαρακτηριστικό δείγμα του πόσο καλές σχέσεις έχουν μεταξύ τους οι Σλοβένοι οινοπαραγωγοί που έχουν καταλάβει πως στο κρασί είναι τέτοια η φύση του προϊόντος που ο ανταγωνισμός, ειδικά σε τοπικό επίπεδο, ουσιαστικά δεν μπορεί να υφίσταται...



Δεν υπάρχουν σχόλια: