Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γαστρονομία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γαστρονομία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2014

Οινο-γαστρονομικές περιπέτειες στο Παρίσι!

Από εδώ το φέρνουμε, από εκεί το φέρνουμε τελικά μία φορά τον χρόνο μία επίσκεψη στην Γαλλία κάθε χρόνο θα την κάνουμε. Αυτήν την φορά αργήσαμε και λίγο αλλά απ'ότι φαίνεται ορθώς πράξαμε αφού όποιον συναντούσαμε μας έλεγε πως ο χειμώνας φέτος στην κεντρική και βόρεια Ευρώπη τελείωσε τον Ιούνη!

Ξεκινήσαμε το ταξίδι μας από την Νορμανδία, περιοχή περίφημη για τα όστρακα, το Calvados και το Cidre. Χωρίς μεταφορικό μέσο, με περιορισμένο χρόνο και ελλιπείς πληροφορίες δεν εντοπίσαμε κάτι που να αξίζει αναφοράς όσον αφορά το γαστρονομικό κομμάτι. Έτσι περάσαμε τον χρόνο μας συναντώντας φίλους, χαζεύοντας τον Ατλαντικό και κάνοντας χαλαρό τουρισμό.

Jura 2009
Τα σπουδαία άλλωστε μας περίμεναν στο Παρίσι. Με την άφιξή μας εκεί πήγαμε για δείπνο στο περίφημο Chateaubriand όπου και συναντήσαμε τους υπόλοιπους Έλληνες οινοπαραγωγούς. Το μενού άνοιξε κάπως μουδιασμένα με τα πρώτα πιατάκια να αφήνουν μέτρια έως κακή εντύπωση ενώ και τα πρώτα δύο κανονικά πιάτα του μενού ήταν μάλλον απογοητευτικά για τους περισσότερους από εμάς. Όλα αυτά συνοδεύονταν από ένα Jura 2009 από παλαιά κλήματα Chardonnay του Jean Francois Ganevat που αν και ευχάριστο δεν κατάφερε να μας συγκινήσει ιδιαιτέρως.

Μπαίνοντας στα κυρίως περάσαμε σε κόκκινο κρασί με το "Glaneurs" από το Domaine des Foulards Rouges. Ανάλαφρο κόκκινο, χαρακτηριστικό "vin de soif" - κρασί για να σβήνει τη δίψα -, με παιχνιδιάρικο άρωμα και απαλές τανίνες. Αρκετά πετυχημένο το δέσιμο του με το καλύτερο πιάτο της βραδιάς που αποτελούνταν από φιλέτο ψαριού, φλούδες ρεπανιού, άνθη ακακίας, κόκκινο βασιλικό και μία ελαφριά κρέμα. Εξίσου ενδιαφέρων και ο αμέσως επόμενος συνδυασμός με το χοιρινό που συνοδεύονταν από χορταρικά και γλυκόξινη σάλτσα. Και στις δύο περιπτώσεις το δέσιμο ήταν πολύ καλό αφού κάτι πιο δυναμικό θα επισκίαζε την φινέτσα τον δύο αυτών πιάτων και το αντίθετο.

Παρόλα αυτά, μείναμε σαφώς απογοητευμένοι από ένα εστιατόριο που μας έχει συνηθίσει σε πολύ πιο υψηλά στάνταρτς και εναποθέσαμε τις ελπίδες μας στο επόμενο γεύμα, την επόμενη ημέρα στο εστιατόριο Septime. Προτού όμως περάσουμε στο φαγητό στήσαμε μία μοναδική δοκιμή ελληνικών κρασιών με αποκορύφωμα μία διπλή κάθετη Ξινόμαυρου. Αφορμή ήταν η παρουσίαση των ελληνικών κρασιών της "Oenos Fruit Pierre Lumiere" του Γιώργου Ιωαννίδη στην ομάδα των νεαρών σομελιέ του εστιατορίου. Η αρχή έγινε με τα λευκά από Κεφαλλονιά και Σαντορίνη ενώ συνεχίσαμε με ροζέ από Νάουσα και Πέλλα.

Ξινόμαυρα
Μεγάλη στιγμή της δοκιμής ωστόσο ήταν η παράλληλη κάθετη δοκιμή του Γη και Ουρανός από το '10 έως το '04 και του αυτόριζου -Vignes Franches- από το '10 έως το '06. Το Ξινόμαυρο άφησε τους πάντες συγκλονισμένους με την τρομερή του αρωματική φινέτσα και τον πολύπλευρο χαρακτήρα του ενώ απέδειξε πόσο πιστά μπορεί να προσδώσει τον χαρακτήρα της κάθε χρονιάς. Έλληνες και Γάλλοι έβγαλαν το καπέλο και απλά υποκλίθηκαν στο μεγαλείο του.

Ξεκινώντας το γεύμα μας κάναμε μία παύση μεταξύ των Ξινόμαυρων προκειμένου να δροσίσουμε λίγο το στόμα μας με ένα ωραίο αφρώδες από το Haute-Savoie και το Domaine Belluard. Ποικιλία, η άγνωστη στους περισσότερους από εμάς Gringet που καλλιεργείται αποκλειστικά στην περιοχή κάτω από την λίμνη της Γενεύης. Ανθώδες με εξαιρετική ποιότητα φυσαλίδων και πολύ καλή διάρκεια ήταν ακριβώς ότι έπρεπε για να συνοδέψει τα πρώτα πιάτα και να μας προετοιμάσει για τα επόμενα.

Αρνάκι γάλακτος!
Η γενικότερη στρατηγική του σεφ ήταν να πηγαίνει από ένα ανάλαφρο πιάτο σε κάτι πολύ δυναμικό και πάλι πίσω σε κάτι πιο αέρινο έτσι ώστε να μην κουράζει και να δημιουργεί ένα ωραίο παιχνίδι εναλλαγών. Αποκορύφωμα του γεύματος το αρνάκι γάλακτος από τα Πυρηναία με ψητή μελιτζάνα, μάραθο, μους αγκινάρας και μους φρέσκου κατσικίσιου τυριού. Περιττό να πω πως με το πιάτο αυτό επανήλθαμε στα Ξινόμαυρα τα οποία έδεναν μαζί του καταπληκτικά!



Κλείσαμε το υπέροχο αυτό γεύμα με παγωτό φινόκιο και Calvados επιβεβαιώνοντας πως το Septime είναι από τα καλύτερα εστιατόρια στο Παρίσι. Η δυναμική και η ενέργεια που αποπνέει η νεανική ομάδα του μαγαζιού, οι ψαγμένες επιλογές στο κρασί, οι ποιοτικές πρώτες ύλες και οι καταπληκτικές εμπνεύσεις του σεφ που μεταμορφώνουν απλά υλικά σε μαγικά πιάτα συντελούν στο να κάνουν το κάθε γεύμα εκεί πέρα μία μοναδική εμπειρία!

Vinisat
Ακολούθησαν δύο ημέρες με έντονη δραστηριότητα σε κάποιες εκδηλώσεις που είχε ετοιμάσει για τους Έλληνες οινοπαραγωγούς η εταιρία "Oenos FPL".  Στην πρώτη η Cave Augé, η παλαιότερη κάβα του Παρισιού τίμησε τους συνεργάτες της από το εξωτερικό με μία πολύ καλά στημένη δοκιμή όλων των κρασιών που άφησε πολύ καλές εντυπώσεις στο οινόφιλο κοινό της γαλλικής πρωτεύουσας. Στην δεύτερη, οι οπαδοί των "φυσικών" κρασιών πήραν μία γεύση από μία επιλογή ελληνικών κρασιών τα οποία παράγονται με ελάχιστη επέμβαση και σχεδόν μηδενικές προσθήκες. Η έκθεση με το όνομα "Vinisat" έγινε σε ένα πανέμορφο ανακαινισμένο παλαιό αρχοντικό.

Ca c'est du bon!
Το βράδυ προτού αναχωρήσουμε για Βουργουνδία είχαμε το τελευταίο μας δείπνο στο "La Robe et Le Palais". Ένα μικρό καλαίσθητο εστιατόριο με φοβερά παθιασμένο σομελιέ και λίγα αλλά πολύ καλά δουλεμένα πιάτα. Λόγω έλλειψης τραπεζιών καθίσαμε αρχικά στο μπαρ όπου μείναμε έκπληκτοι βλέποντας να σερβίρουν ποτήρι Ξινόμαυρο "Γη & Ουρανός" από φιάλη Μάγκνουμ! Από την στιγμή που ενημερώσαμε τον σομελιέ λοιπόν για την καταγωγή μας και το επάγγελμά μας ήταν φυσικό να μας έχει στα όπα όπα βγάζοντας μας να δοκιμάσουμε μία σειρά από μικρά διαμαντάκια του γαλλικού αμπελώνα και κερνώντας μας όλα όσα ήπιαμε!


Θα σταθώ βέβαια στο θεϊκό ταρταρ με πατάτες σοτέ  που συνδυάσαμε σε πρώτη φάση με λευκό του Claude Courtois από τον Λίγηρα και στην συνέχεια με ένα υπέροχο Gamay από την ίδια περιοχή με το όνομα "ça c'est du bon"! Εξίσου φοβερός και ο συνδυασμός μοσχαρίσιας μπριζόλας με σος από τρούφα και άγρια μανιτάρια μαζί με ένα καλοδομημένο και ταυτόχρονα χυμώδες Malbec για το οποίο πάνω στην λαχτάρα μου να βουτήξω στην σος με το φρυγανισμένο ψωμάκι, παρέλειψα να σημειώσω παραπάνω στοιχεία!

Θεϊκό ταρτάρ!

Η ώρα της αναχώρησης είχε φτάσει. Αφήναμε το Παρίσι με προορισμό την Βουργουνδία και σκοπό να εμπλουτίσουμε ακόμη περισσότερο τις γαστρονομικές μας εμπειρίες και γνώσεις...

                                                   
Φωτογραφίες: Μαρία Δουλγερίδου

Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2012

Gourmet φινάλε στο Τορίνο!

Επιστρέφοντας στο Τορίνο κρατούσαμε μαζί μας όλες τις όμορφες εικόνες από τις στιγμές στους αμπελώνες του Πιεμόντε και τις απέραντες εκτάσεις φυτεμένες με Nebbiolo. Οι γαστριμαργικές μας συγκινήσεις όμως δεν θα σταματούσαν στα όσα γευτήκαμε στην επαρχία αφού το Τορίνο διατηρεί έντονα το γαστρονομικό στίγμα της ευρύτερης περιοχής. Χάρη στο έργο της Slow Food όλα αυτά τα χρόνια, η τοπικότητα και η εποχικότητα των προϊόντων πρωταγωνιστούν σε κάθε πιάτο που θα φάει κανείς στην πόλη αυτήν του ιταλικού Βορρά.

Ένα από τα εστιατόρια που προτείνει μάλιστα η Slow Food είναι το "Consorzio" που βρίσκεται στο κέντρο της πόλης και είναι "must" προορισμός για τους λάτρεις της τοπικής κουζίνας και των "φυσικών" κρασιών. Είναι ένα μικρό σχετικά μαγαζάκι με δύο δωμάτια που το κάθε ένα έχει μερικά μικρά τραπεζάκια.

Εκεί η συνοδοιπόρος Μαρία έκανε την πρώτη της επαφή με το ωμό κρέας. Αφού μας καλωσόρισαν με ένα ποτό βασισμένο στο καμπάρι, επιλέξαμε το κρασί και περάσαμε στα πρώτα πιάτα. Η Μαρία λοιπόν επέλεξε μία τριπλέτα ωμών κρεάτων, εξαιρετικά σιτεμένων και με συνοδεία ελαιολάδου και φρεσκοτριμμένου πιπεριού. Το ταρτάρ είχε φυσικά τα δικά του μπαχαρικά αλλά το μοσχαρίσιο μπούτι και το μοσχαράκι γάλακτος είχαν από μόνα τους τόση γεύση που δεν χρειαζόταν τίποτα παραπάνω. Περιττό να πω πως από την μέρα εκείνη το καλά σιτεμένο ωμό κρέας κέρδισε έναν ακόμη φανατικό οπαδό! Εξίσου νόστιμη ήταν και η πάπια με σάλτσα από εσπεριδοειδή και λεμονόχορτο ενώ αρκετά ιδιαίτερα ήταν τα ραβιόλι με γλώσσα και σάλτσα από βότανα εποχής.

Όλα αυτά συνοδεία με ένα καταπληκτικό Barolo που συνδύαζε τον δυναμισμό των κρασιών της κατηγορίας αυτής με την φρεσκάδα που έχουν απλούστερα κρασιά που είναι φτιαγμένα για να καταναλώνονται σε μεγαλύτερες ποσότητες. Στην μύτη έκανε ένα υπέροχο παιχνίδισμα ζωικών και γήινων αρωμάτων που πλαισιώνονταν από πολύ ωραίο φρούτο. Στο στόμα η δαντελωτή τανίνη του συνδυάζονταν εξαιρετικά με τις ντελικάτες γεύσεις και απογείωνε όλα τα πιάτα. Πολύ καλές ήταν και οι επιλογές που υπήρχαν σε ποτήρι με μερικά από τα κορυφαία ονόματα στον χώρο της εναλλακτικής οινοποίησης να φιγουράρουν στον αντίστοιχο πίνακα.

Το γεύμα τελείωσε με δύο θεϊκά γλυκά. Σορμπέ μήλο-τζίντζερ  και τάρτα σοκολάτα-φουντούκι συνοδευόμενα με Μοσχάτο Chinato και Barbaresco Chinato αντίστοιχα δημιουργώντας ηδονικούς συνδυασμούς. Θυμίζω πως το Chinato είναι ένα είδος Vermouth, δηλαδή κρασί που έμεινε για μερικές εβδομάδες με αρωματικά φυτά και ενισχύθηκε με αλκόολ φτάνοντας περίπου στο 16 με 18% οινόπνευμα.

Δε θα μπορούσαμε φυσικά να αφήσουμε το Τορίνο χωρίς να κάναμε μία επίσκεψη στην Μέκκα των γεύσεων, στο κατάστημα Eataly. Εκεί μπορεί κανείς να βρει διατροφικά προϊόντα κορυφαίας ποιότητας και παραγόμενα με προδιαγραφές που δεν επιβαρύνουν το περιβάλλον και στηρίζουν την βιοποικιλότητα. Αφού περιηγηθήκαμε για αρκετή ώρα σε όλους τους χώρους καταλήξαμε στον φούρνο όπου παράλληλα με την παρασκευή αρτοσκευασμάτων λειτουργεί και μπαρ-εστιατόριο με ζυμαρικά και πίτσες.

Εκεί δοκιμάσαμε την λαχταριστή πίτσα "Buffala" με αυθεντική mozzarella βούβαλου και συνοδεία την μπύρα Super Baladin της ομώνυμης μικροζυθοποιίας της περιοχής. Μία Ιταλική μπύρα με βέλγικο στυλ, αρκετά απαλή γευστικά παρά το 8% αλκόολ που περιέχει. Αρωματικά θύμιζε έντονα λευκό κρασί με έντονα αρώματα βερίκοκου αλλά και ωραία αρώματα μπαχαρικών που φανέρωναν χρήση αρκετά ποιοτικού λυκίσκου.

Αυτό ήταν και το τελευταίο γεύμα μας σε έναν μεγάλο οινο-γαστρονομικό μαραθώνιο που κράτησε περίπου τρεις εβδομάδες. Ξεκινώντας από την Ελβετία, συνεχίσαμε στην Γαλλία για να καταλήξουμε στο Πιεμόντε σε ένα ταξίδι γεμάτο υπέροχους γαστριμαργικούς σταθμούς. Η ώρα της επιστροφής είχε έρθει...

Πέμπτη 26 Ιουλίου 2012

Η Σικελία στο Πιεμόντε!

Αφήνοντας τον Ροδανό ταξιδέψαμε ανατολικά προς την Γκρενόμπλ όπου περάσαμε μερικές μέρες περπατώντας στα βουνά γύρω από την πόλη. Αφού ζήσαμε της γαλλικές εκλογές από κοντά και τις ελληνικές από μακριά, περάσαμε τα Ιταλικά σύνορα και φτάσαμε στο Τορίνο για να διανυκτερεύσουμε και να φύγουμε την επόμενη μέρα για την Άλμπα. Εκεί θα μας περίμενε η Σικελικής καταγωγής οικοδέσποινά μας η οποία όσο εμείς εξερευνούσαμε τους Πιεμοντέζικους αμπελώνες, θα μας έκανε μία μικρή μύηση στην κουζίνα του Ιταλικού νότου.

Φτάσαμε στην Άλμπα αργά το απόγευμα και κάναμε μία μικρή γύρα στην πόλη. Ήταν λίγο μετά τις επτά και οι δρόμοι της πόλης είχαν αρχίσει να αδειάζουν. Ο κόσμος μεταφέρονταν τώρα στα μπαράκια αφού ήταν η ώρα για το aperitivo. Τα λίγα μαγαζιά που ήταν ανοιχτά ήταν γεμάτα με ανθρώπους που έπιναν τοπικά κρασιά με τους περισσότερους να έχουν ανοίξει φιάλες ακόμη και αν ήταν δύο άτομα. Ήταν γεγονός. Βρισκόμασταν στην καρδιά του Πιεμόντε και εδώ το κρασί είναι ο αδιαμφισβήτητος βασιλιάς!

Αφού ολοκληρώσαμε την βόλτα μας, η Αλίντα, η Σικελή οικοδεσπότης μας, μας οδήγησε στο σπίτι της. Μπαίνοντας στο διαμέρισμα, οι μυρωδιές από μαγειρεμένα άγρια μανιτάρια μας τρυπούσαν την μύτη. Ο καιρός ήταν ασυνήθιστα ζεστός για την εποχή και μέχρι εκείνη την στιγμή δεν είχαμε σε καμία περίπτωση το φαγητό στο μυαλό μας. Για τους Σικελούς όμως, φιλοξενούμενος που έρχεται από μακριά δεν υπάρχει περίπτωση να μην φάει μόλις φτάσει και έτσι βρεθήκαμε στο τραπέζι προτού καν το καταλάβουμε! Ούτως ή άλλως η όρεξή μας άνοιξε μόλις γεμίσαμε το πρώτο ποτήρι κρασί και αρχίσαμε να πίνουμε τις πρώτες γουλιές.

Το φαγητό ήταν απλό αλλά πολύ πλούσιο γευστικά. Ήταν μία μακαρονάδα με άγρια μανιτάρια -δεν μας γέλασε η μύτη μας- και λουκάνικο με γλυκάνισο από την Σικελία. Τα μανιτάρια είχαν τόση νοστιμιά που θα μπορούσαν άνετα να είναι ένα πιάτο από μόνα τους αλλά και η ένταση των μπαχαρικών στο λουκάνικο ήταν όση χρειάζονταν για να δοθεί η απαραίτητη πικάντικη νότα.


Το κρασί ήταν ένα Rosso Siciliano 2010 και ήταν μάλλον ότι έπρεπε για την περίσταση. Η δροσιστική οξύτητα που δεν θύμιζε κρασί του νότου το έκανε πιο ευχάριστο μέσα σε μία τόσο ζεστή ημέρα ενώ η καλή τανική δομή του το βοηθούσε να αντιπαλέψει την έντονη γεύση των μανιταριών και του λουκάνικου. Η ποικιλία ήταν 100% Nero d'Avola η οποία είναι και η πλέον δημοφιλής ποικιλία του Ιταλικού νησιού. Για την παραγωγή του συνεργάστηκαν τρεις συνεταιρισμοί με κοινή ιδεολογία: Η Coperativa Sociale Placido Rizotto - Libera Terra, η Coperativa Sociale Pio La Torre - Libera Terra και η Coperativa Sociale Lavoro e non solo

Ο Placido Rizzoto ήταν ιστορικός δήμαρχος της κωμόπολης Κορλεόνε και αγωνίστηκε για την απελευθέρωση των εδαφών που παράνομα κατείχε η μαφία και την επιστροφή τους στους αγρότες. Το εγχείρημα πέτυχε αλλά ο ίδιος δολοφονήθηκε από μαφιόζους το 1948. O Pio la Torre που ήταν ηγέτης του κομμουνιστικού κόμματος Ιταλίας, επίσης δολοφονήθηκε από την μαφία το 1982, λόγω του ότι εισήγαγε στην Ιταλική νομοθεσία νόμο που καταδίκαζε την μαφία και καθιστούσε έγκλημα την συμμετοχή σε οποιουδήποτε τέτοιου τύπου οργάνωση. Ο χαρακτηρισμός Libera Terra αναφέρεται φυσικά στις γαίες που χάρη σε αυτούς τους δύο άντρες κατάφεραν να ανακτήσουν οι αγρότες. Οι παραγωγοί που μοιράστηκαν την γη που άλλοτε κατείχε η περίφημη Cosa Nostra δημιούργησαν τους τρεις προαναφερθέντες συνεταιρισμούς.

Το κρασί ονομάζεται "Centopassi" δηλαδή εκατό βήματα. Είναι η απόσταση από το σπίτι του νεαρού ακτιβιστή Impastato Peppino έως το σπίτι του μεγαλομαφιόζου Tano Badalamenti. O πρώτος είχε δημιουργήσει ραδιοφωνικό σταθμό απ'όπου καταδίκαζε τα εγκλήματα του δεύτερου σε μία προσπάθεια να τον στείλει στην δικαιοσύνη. Σε μία εποχή όμως που το επίσημο κράτος ισχυρίζονταν πως δεν υπάρχει μαφία ο πρώτος βρέθηκε δολοφονημένος και ο δεύτερος δεν δικάστηκε ποτέ. Το 2000 κυκλοφόρησε και η αντίστοιχη ταινία - φόρος τιμής στον ηρωικό νεαρό που έχασε την ζωή του για να αφυπνίσει μία φοβισμένη κοινωνία.

Κάπως έτσι, με αφορμή το κρασί αυτό εμπλουτίσαμε τις ιστορικές μας γνώσεις γύρω από τους αγώνες των Σικελών ενάντια στην μαφία. Μοναδικό πιεμοντέζικο κομμάτι του γεύματος ήταν το τυρί που προέρχονταν από το τοπικό τυροκομείο "Caseificio dell'alta Langha". Ένα εξαιρετικό μαλακό αρνίσιο τυρί "toma" που έδενε εξαιρετικά με το κρασί και που με την απαλή του γεύση έκλεισε ιδανικά το γεύμα μας.

Ήταν το μεταβατικό στάδιο από την Σικελική γαστρονομία στην Πιεμοντέζικη και ένα μικρό "ζέσταμα" για αυτό που ακολουθούσε. Η επόμενες μέρες θα ήταν γεμάτες με εικόνες και γεύσεις από τις ατελείωτες γύρες μας σε μία από τις πιο σπουδαίες γαστρονομικές γωνιές του πλανήτη!

Δευτέρα 28 Μαΐου 2012

Κρασιά, τυριά και ο Ροδανός ως παγετώνας...

Την δεύτερη μέρα μας στην Λοζάνη κατευθυνθήκαμε δυτικά, στην άλλη πλευρά της αμπελουργικής ζώνης του Vaud, στην λεγόμενη "La Côte". Η πρώτη μας επίσκεψη ήταν στο οινοποιείο Henri Cruchon στο Echichens. Στην πλατεία του χωριού μας περίμενε ο Raoul Cruchon ο οποίος με μεγάλη προθυμία μας ξενάγησε στους αμπελώνες και μας μίλησε για την φιλοσοφία του κτήματος, για το ιστορικό της περιοχής, το μικροκλίμα και την επιρροή του στους αμπελώνες.

Ο Ροδανός ως παγετώνας
Ας τα πάρουμε από την αρχή ξεκινώντας από το μικροκλίμα. Κάθε φορά που εμείς οι οινόφιλοι ακούμε το όνομα Ροδανός το μυαλό μας πάει στις δύο ομώνυμες κοιλάδες. Εκεί όπου κυριαρχεί η Syrah και τα μεγάλα cru όπως το Hermitage στα βόρεια ή το Chateauneuf du Pâpe στα νότια. Σπάνια όμως έρχεται στο μυαλό μας η κοιλάδα του Vaud η οποία είναι άμεσα συνδεδεμένη με τον μεγάλο γαλλικό ποταμό που πηγάζει στην Ελβετία. Τα πάντα ξεκινάνε κάπου στις Άλπεις σε υψόμετρο τριών χιλιάδων μέτρων. Εκεί, ο ανοιξιάτικος ήλιος λιώνει κάθε χρόνο ένα μέρος από τα δεκαεπτά τετραγωνικά χιλιόμετρα του μεγάλου παγετώνα του Ροδανού, τον υγροποιεί και δημιουργεί το ομώνυμο ποτάμι που κατηφορίζει μέχρι την λίμνη Λε Μαν. Στην συνέχεια ο ποταμός φεύγει κάπου από το ύψος της Γενεύης διασχίζει τις δύο μεγάλες κοιλάδες και τελικά χύνεται στην μεσόγειο δημιουργώντας τον υπέροχο υδροβιότοπο της Camargue κοντά στην Μασσαλία.

Η λίμνη Λε Μαν επιδρά στην διατήρηση ομαλών θερμοκρασιών σε όλη την περιοχή που βρίσκεται τριγύρω της. Πρόκειται για μία τεράστια μάζα νερού συνολικού μεγέθους 83 κυβικών χιλιομέτρων που κρατάει ζεστή την ατμόσφαιρα το χειμώνα και δροσερή το καλοκαίρι προστατεύοντας τους αμπελώνες από ακραία φαινόμενα.

Η αμπελοκαλλιέργεια στην περιοχή αναπτύχθηκε χάρη στους Ρωμαίους οι οποίοι έμαθαν στους ντόπιους πως να καλλιεργούν το αμπέλι και να παράγουν κρασί. Σύμφωνα με τον παραγωγό, η περιοχή είχε από τότε διάφορες ποικιλίες σταφυλιών. Σε συνδυασμό με διάφορες διασταυρώσεις ποικιλιών με τις οποίες πειραματίστηκαν οι Ελβετοί κατά την διάρκεια των χρόνων ο Αλπικός τομέας θεωρείται σήμερα ένα από τα μεγαλύτερα ποικιλιακά θησαυροφυλάκια του οινικού κόσμου.

Οι οικογένεια Ανρί Κρουσόν κατέχει 420 στρέμματα αμπελώνων και η ιστορία της χάνεται στα βάθη των αιώνων. Γύρω στα 240 στρέμματα καλλιεργούνται βιοδυναμικά τα τελευταία έντεκα χρόνια και κάθε χρόνο γίνεται μετατροπή όλο και περισσότερων εκτάσεων. Συνολικά έχουν φυτευτεί δεκαπέντε διαφορετικές ποικιλίες οι οποίες δίνουν τριανταέξι διαφορετικές ετικέτες! Ο Ραούλ μας εξηγεί πως στόχος τους είναι να αναδεικνύουν τον ξεχωριστό χαρακτήρα του κάθε terroir και για να γίνει αυτό αποφεύγουν τα χαρμάνια και οινοποιούν κάθε αμπελοτεμάχιο ξεχωριστά. Μόνο για το Chasselas υπάρχουν εννιά διαφορετικές ετικέτες! Έτσι δίνεται έμφαση στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε υποπεριοχής και όχι στην ποικιλία αποκλειστικά. Ότι δηλαδή συμβαίνει στην Βουργουνδία, το Πιεμόντε και τις άλλες σπουδαίες οινοπαραγωγικές περιοχές του κόσμου.

Επιστρέφοντας από τον περίπατό μας στους αμπελώνες, καθίσαμε στον καλαίσθητο χώρο δοκιμών του οινοποιείου όπου παρέα με τον οινοπαραγωγό, τον κύριο Ζησιάδη και τον τυροκόμο Ζακ Ντουτβελέρ δοκιμάσαμε μερικές από τις ετικέτες του κτήματος. Τα Chasselas με τα οποία και ξεκινήσαμε χαρακτηρίζονταν από απαλή γεύση και ήταν ευκολόπιοτα και ευχάριστα. Η διαφορά που υπήρχε όσο δοκιμάζαμε άλλα αμπελοτεμάχια είναι πως κάποια από αυτά υπερτερούσαν σε γευστική διάρκεια αλλά και οξύτητα. Να σημειώσω εδώ πως σε όλα τα κρασιά πραγματοποιείται μηλογαλακτική ζύμωση με σκοπό να αμβλυνθούν οι έντονες οξύτητες. Μετά τα Chasselas περάσαμε σε ένα ωραίο νευρώδες Σαρτονέ και ένα αρωματικό Viogner και τέλος στην τοπική ποικιλία Altesse.

Η συγκεκριμένη φέρεται να ανήκει στην ίδια οικογένεια με την Rousanne ενώ η wikipedia αναφέρει πως την είχε φέρει από την Κύπρο ένας δούκας του Σαβόι. Η μύτη χαρακτηρίζεται από πολύ καθαρό φρούτο και έντονα αρώματα γκρέιπφρουτ ενώ το στόμα είναι αρκετά γεμάτο, με πολύ καλές οξύτητες και μεγάλη γευστική διάρκεια.

Κάπου εκεί εμφανίστηκε και η φουρνάρισσα του χωριού η οποία μας πρόσφερε έναν μεζέ από πατέ τυλιγμένο σε σφολιάτα που μόλις είχε ψήσει και ταίριαζε υπέροχα με τα κόκκινα που ακολουθούσαν στην γευστική δοκιμή. Δοκιμάσαμε πρώτο το Servagnin με το πολύ έντονο άρωμα Cassis. Πρόκειται για κλώνο του Pinot Noir που μεταφέρθηκε από την Γαλλία στην κοιλάδα του Vaud πριν εξακόσια χρόνια και σήμερα έχει χαθεί στην χώρα προέλευσής του. Αποτέλεσμα αυτού είναι το Servagnin να μην μοιάζει παρά ελάχιστα με το Pinot Noir και να δίνει ένα πολύ ξεχωριστό προϊόν.

Ακολούθησαν δύο τρία ακόμη κόκκινα και τέλος το Gamaret. Μία διασταύρωση του γνωστού μας Gamay με το λευκό Reichensteiner που με την σειρά του προέρχεται από μία σειρά διασταυρώσεων του γερμανικού ινστιτούτου με το όνομα σιδηρόδρομο: "Institut fur Rebenzuchtung und Rebenveredlung der Hessischen Forschungsanstalt fur Weinbau, Gartenbau, Getranketechnologie und Landespflege". Πιο θερμό αρωματικά από όλα τα υπόλοιπα αλλά και αρκετά πολύπλοκο με βοτανικές αλλά και μπαχαρένιες νότες και πολύ καλή ισορροπία οξύτητας τανινών ήταν ίσως το καλύτερο της σειράς.


Τελειώνοντας τις δοκιμές και προτού περάσουμε στην οικία Cruchon όπου η οικογένεια του παραγωγού μας είχε καλέσει σε γεύμα, κάναμε μία συζήτηση σχετικά με το τυρί με τον τυροκόμο της παρέας. Ο Jacques Duttweiler που σύμφωνα με τον κύριο Ζησιάδη θεωρείται ο άρχοντας των τυριών της Ελβετίας μας μίλησε για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει με το να εμπορευτεί ελληνικά τυριά αλλά και την ανησυχία του για την οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί υποχρεωτικής παστερίωσης όλων των τυριών. Υπενθυμίζω πως οι Γάλλοι έκαναν μία τιτάνια προσπάθεια και κατάφεραν να πετύχουν την ακύρωση του νόμου όσον αφορά την χώρα τους, επικαλούμενοι την ισοπέδωση των γεύσεων και την διάσωση της γαστρονομικής τους κληρονομιάς.

Είναι προφανές πως οι μεγάλες βιομηχανίες τυριού δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν γάλα της ίδιας ποιότητας με αυτό των μικρών παραγωγών και αναγκάζονται να το παστεριώσουν προκειμένου να αποφευχθούν βακτηριδιακές μολύνσεις. Με την παστερίωση όμως χάνουν όλη την γεύση του τυριού και κάθε τύπος τυριού τείνει να μοιάζει το ίδιο ακριβώς. Από την άλλη πλευρά, οι μικροί τοπικοί παραγωγοί της κάθε περιοχής παράγουν τυριά πιο γευστικά που αποτυπώνουν στο ακέραιο τον γευστικό χαρακτήρα της ζώνης παραγωγής τους. Αυτό συμβαίνει επειδή η ποιότητα του γάλακτος που χρησιμοποιείται είναι πολύ καλύτερη και έτσι αποφεύγεται η παστερίωση που στερεί όλο τον γευστικό πλούτο του τελικού προϊόντος. Ο νόμος της ευρωπαϊκής ένωσης περί υποχρεωτικής παστερίωσης είναι απλά μία τεράστια βοήθεια στις μεγάλες βιομηχανίες που "κινούν τα νήματα" και τις βοηθάει να εξισώσουν τα άνοστα και πλαστικοποιημένα τυριά τους με τα θεσπέσια τυριά των κατά τόπους μερακλήδων τυροκόμων!

Το παράδοξο μάλιστα είναι πως ειδικά στην Ελβετία, για να δημιουργήσουν το περίφημο emmental χρησιμοποιούν πλέον ειδικές καλλιέργειες βακτηριδίων που έχουν μοναδικό σκοπό να δημιουργούν της περίφημες τρύπες! Όπως μάλιστα τονίζει και ο ειδικός της παρέας μας, σε λίγο καιρό ο κόσμος θα σταματήσει να τρώει τυρί γιατί εφόσον τα ένζυμα θα είναι εξοντωμένα από την παστερίωση, το τυρί όχι απλά θα χάσει τον ρόλο του ως χωνευτικό αλλά θα προκαλεί πλέον και προβλήματα δυσπεψίας στα ευαίσθητα στομάχια!

Το θέμα επί ελληνικού εδάφους έχει περάσει στα ψιλά και ψάχνοντας στο διαδίκτυο δεν βρήκα κάποιο σχετικό άρθρο. Έχω όμως την εμπειρία του τοπικού μας μπάτζου -εδώ τον λέμε μπάτσο- που  θυμίζει όλο και περισσότερο σκληρή κεφαλογραβιέρα παρά αυτό που πραγματικά είναι και φυσικά την ομολογία τοπικού εστιάτορα που με στεναχώρησε πάρα πολύ όταν μου είπε "μπορώ να έχω ότι αηδιαστικό υποκατάστατο τυριού θέλω και να το πουλάω για τυρί αλλά αν με βρούνε με μη-παστεριωμένο μπάτσο την έχω πολύ άσχημα!" Θλιβερό αλλά αληθινό.

Ζήτω η παρανομία λοιπόν! Ζήτω η απανταχού ανυπότακτοι τυροκόμοι! Ζήτω όσοι διακινδυνεύουν για να σώσουν την ιστορία του τόπου τους και την γαστρονομική τους κληρονομιά! Κάτω τα παστεριωμένα, φιλτραρισμένα, ραφιναρισμένα και λοιπά σακατεμένα από την επεξεργασία προϊόντα!



υ.γ. Φυσικά υπάρχουν και περιπτώσεις που η παστερίωση ή άλλη επεξεργασία κρίνεται απαραίτητη. Για όσους δεν το γνωρίζουν έχω τελειώσει το λύκειο με ειδικότητα τεχνολογίας τροφίμων στην Αμερικάνικη Γεωργική Σχολή και γνωρίζω πολύ καλά που βρίσκονται τα όρια αυτού που αποκαλούμε "φυσικό" και αυτού που καταντάει "βλαβερό".

Σάββατο 21 Απριλίου 2012

Γαστρονομικές εμπειρίες από την ανατολική ακτή vol.2

Συνεχίζοντας το ταξίδι μας στις Ηνωμένες Πολιτείες κατεβήκαμε ακόμη νοτιότερα αφήνοντας την Βιρτζίνια και μπαίνοντας στην Νότια Καρολίνα. Η συγκεκριμένη ήταν η πρώτη πολιτεία όπου καλλιεργήθηκαν αμπέλια και η μεγαλύτερη παραγωγός κρασιού στις ΗΠΑ μέχρι την ποτοαπαγόρευση. Όταν το αλκοόλ έγινε παράνομο επικράτησαν ο καπνός και το βαμβάκι και το αμπέλι χάθηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου. Σήμερα η Νότια Καρολίνα γνωρίζει μεγάλη ανάπτυξη και αποκτά όλο και μεγαλύτερο ενδιαφέρον ως αγορά κρασιού. Παράλληλα, στις αρχές τις προηγούμενης δεκαετίας, ξεκίνησαν να επαναδραστηριοποιούνται στην περιοχή αρκετές οινοποιητικές επιχειρήσεις με αποτέλεσμα σήμερα να λειτουργούν πάνω από εκατό οινοποιεία. Τα περισσότερα από αυτά είναι επισκέψιμα και με την στήριξη της πολιτείας ο οινοτουρισμός γνωρίζει αξιόλογη ανάπτυξη.

Φτάνοντας αρχικά στο Ράλεϊ, την πρωτεύουσα της πολιτείας, πραγματοποιήσαμε μία παρουσίαση κρασιών σε έναν όμορφο χώρο στο κέντρο της πόλης και στην συνέχεια είχαμε ελεύθερο χρόνο για να δειπνίσουμε. Η αρχική μας ιδέα ήταν να πάμε στο "Mo's dinner", το πιο φημισμένο μαγαζί της πόλης στον κύκλο τον οινοφίλων. Την ίδια ιδέα όμως είχαν και όλοι οι άλλοι οινοπαραγωγοί που συμμετείχαν στην περιοδεία μας και το μαγαζί ήταν ασφυκτικά γεμάτο με μία τεράστια ουρά να περιμένει για τραπέζι. Έτσι αποφασίσαμε να δειπνίσουμε για μία ακόμη φορά "αμερικάνικα" σε ένα πολύ χαλαρό μπαρ στο κέντρο της πόλης. Φυσικά αποφύγαμε και πάλι το κρασί αφού με πιάτα όπως οι τηγανητές πίκλες το μόνο που ταιριάζει χωρίς πρόβλημα είναι μία δυναμική μπύρα που θα "ξεπλύνει" την τηγανίλα χωρίς πρόβλημα. Επιλέξαμε και πάλι Indian Pale Ale (IPA) με την έντονη παρουσία του λυκίσκου και το διαρκές πολύ γευστικό τελείωμα. Ίσως η συγκεκριμένη κατηγορία μπύρας να ήταν τελικά και η ανακάλυψη του ταξιδιού!

Επόμενος σταθμός η Charlotte, η άλλη μεγάλη πόλη της Νότιας Καρολίνας και το δεύτερο μεγαλύτερο οικονομικό κέντρο των Ηνωμένων πολιτειών. Με επιβλητικούς ουρανοξύστες και πολύ έντονη ζωή στο κέντρο της πόλης, η Charlotte είναι μία πόλη που γνωρίζει ταχεία ανάπτυξη και αναμένεται τα επόμενα χρόνια να γίνει μία από τις σπουδαιότερες πόλεις της ανατολικής ακτής. Όπως όμως συμβαίνει με όλες τις αναπτυσσόμενες οικονομίες, η οινική κουλτούρα βρίσκεται ακόμη σε νηπιακό στάδιο και πέρα από κάποια πολύ συγκεκριμένα σημεία η αγορά του κρασιού θυμίζει πιο πολύ Ρωσία παρά Αμερική. Τι εννοώ; Εννοώ πως η μεγάλη μάζα των καταναλωτών καταναλώνει είτε πανάκριβα καλιφορνέζικα Καμπερνέ που είναι της μόδας είτε πάμφθηνα ημίγλυκα κρασιά ανεξαρτήτου προελεύσεως με τις ενδιάμεσες κατηγορίες να κατέχουν ακόμη πολύ μικρό μερίδιο αγοράς.

Αντίθετα όμως με την τάση για παχιά κρασιά στο καταναλωτικό κοινό της περιοχής, οι τοπική παραγωγή κρασιού στην Yadkin Valley δίνει κρασιά πιο φινετσάτα και πιο ανάλαφρα. Βέβαια συζητώντας με τους παραγωγούς αναρωτιέται κανείς αν αυτό το κάνουν από επιλογή ή απλά επειδή δεν μπορούν ακόμη να κάνουν κρασιά τύπου Καλιφόρνιας.

Το πρώτο οινοποιείο που επισκεφθήκαμε στην περιοχή ήταν το οινοποιείο Raylen που αν και μετράει μετά βίας κάτι παραπάνω από δέκα χρόνια ζωής, είναι ένα από τα παλαιότερα της πολιτείας.
Παρόλα αυτά ο υπάλληλος που βρίσκονταν πίσω από το πάγκο του δοκιμαστηρίου-πωλητηρίου έμοιαζε να είναι εκεί τα τελευταία πενήντα χρόνια. Μεγάλος σε ηλικία, με πολλές γνώσεις πάνω στο αντικείμενο, αρκετή δόση φιλοσοφίας γύρω από το κρασί και τις γυναίκες και έτοιμος ανά πάσα στιγμή να διηγηθεί μία ιστορία από τα χρόνια της ποτοαπαγόρευσης, κέρδιζε το ενδιαφέρον σου κατευθείαν και έκανε την δοκιμή των κρασιών μία αληθινή εμπειρία.

Μία από αυτές αφορούσε τους moon-shiners. Έτσι λέγονταν οι παράνομοι ποτοποιοί που δρούσαν στα πυκνά δάση της Καρολίνας, στα Απαλάχια όρη και δούλευαν κάτω από το φως του φεγγαριού ώστε να μην γίνονται αντιληπτοί. Όταν το FBI άρχισε να τους στριμώχνει και να τους εντοπίζει, οι moonshiners βρήκαν την λύση φτιάχνοντας μικρά γρήγορα αυτοκίνητα, πιο γρήγορα από αυτά των ομοσπονδιακών αστυνομικών. Όταν οι ποτοαπαγόρευση τελείωσε, μετά το 1933, πολλοί από αυτούς συνέχισαν να τα χρησιμοποιούν, αυτήν την φορά για να αποφύγουν τους φοροεισπράκτορες! Κάποιοι από αυτούς άρχισαν να συναγωνίζονται και μεταξύ τους και σε λίγο καιρό οι κόντρες με "φτιαγμένα" αυτοκίνητα έπαιρναν κι έδιναν. Κάπως έτσι γεννήθηκε και το γνωστό Nascar, μια σειρά από αγώνες αυτοκινήτου, ιδιαίτερα δημοφιλείς στην πολιτεία της Ν.Καρολίνας.
Moonshiners

Επιστρέφοντας στα του οινοποιείου τώρα, ο χώρος γύρω από αυτό ήταν διαμορφωμένος με τέτοιο τρόπο ώστε να προσελκύει και να υποδέχεται όσο τον δυνατόν περισσότερους τουρίστες και το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής να διατίθεται επιτόπου. Μία όμορφη αυλή, κουνιστές καρέκλες -σήμα κατατεθέν του νότου-, τραπεζάκια με βάσεις για σαμπανιέρες και ένα εκθετήριο με κάθε είδους γκάτζετ με το σήμα του οινοποιείου ήταν εκεί με σκοπό να πάρουν το μάξιμουμ από κάθε επισκέπτη που έφτανε στο οινοποιείο. Είδα επίσης να πωλούνται καπέλα, μπλούζες, μπουφάν, καρέκλες (!) και πολλά ακόμη αντικείμενα με το έμβλημα Raylen επάνω τους!

Όσον αφορά το κρασί τώρα -ναι πουλούσαν και απ'αυτό!- η δοκιμή που κάναμε ήταν πιο πάνω από τις προσδοκίες μας. Ξεκινήσαμε δοκιμάζοντας κάποια ευχάριστα λευκά από Chardonnay σε διάφορες παραλλαγές και ένα καλοφτιαγμένο Viogner. Στα κόκκινα δοκιμάσαμε πρώτα ένα μπορντολέζικο μπλεντ με λίγο Syrah με πολύ καλό φρούτο και ωραία οξύτητα και ένα πολύ ισορροπημένο σκέτο Syrah του 2009 αρκετά τυπικό της ποικιλίας.

Το κορυφαίο όμως ερυθρό τους ήταν για μένα το Cabernet Franc του 2009. Η συγκεκριμένη ποικιλία είναι πολύ καλά προσαρμοσμένη στην περιοχή αφού φτάνει την τέλεια ωρίμανση ευκολότερα από οποιαδήποτε άλλη. Αυτό του Raylen ήταν αρχικά κάπως αναγωγικό αλλά στην συνέχεια είχε πολύ ωραίο φρούτο που άνοιγε όσο περνούσε η ώρα. Στο στόμα ήταν αρκετά πλούσιο, με πολύ καλή τανική δομή και διάρκεια. Αρκετά καλό και το Cabernet Suavignon της ίδιας χρονιάς αλλά λίγο πιο σφιχτό στο στόμα.

Από εκεί και πέρα τα υπόλοιπα κρασιά του κτήματος ήταν λίγο wannabe Καλιφορνιες και θέλανε πολύ παραπάνω χρόνο για να δοκιμαστούν καλύτερα. Ξεχώρισε κάπως το Category 5 που το όνομά του αναφέρεται στην κατηγορία του τυφώνα που σάρωσε την πολιτεία πριν μερικά χρόνια και ήταν το μόνο που κρατούσε κάποια φινέτσα παρά την θέρμη του.

Τελικά επιλέξαμε το Cabernet Franc για το μεσημεριανό μας γεύμα το οποίο πήραμε στο χώρο του οινοποιείου και αφού πρώτα, μετά από υπόδειξη των ανθρώπων του οινοποιείου, περάσαμε από το Snook's. Μία παραδοσιακή καντίνα του νότου με ποικιλία ψητών κρεατικών και φυσικά deep fried λαχανικών. Οι άνθρωποι εκεί ήταν κάτι παραπάνω από φιλόξενοι και δε σταμάτησαν να μας κερνούν μεζεδάκια. Αφού εφοδιαστήκαμε με ένα βαρβάτο γεύμα για τον καθένα μας επιστρέψαμε στην αυλή του Raylen και συνοδεία κρασιού τσακίσαμε τις λιχουδιές του snook's. 

Στο επόμενο οινοποιείο που επισκεφθήκαμε τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Ο χώρος υποδοχής και δοκιμών ήταν ένα μικρό σπιτάκι με πολλά ξύλινα τραπεζάκια γύρω γύρω. Τα κρασιά ήταν όλα πολύ επίπεδα και κανένα από αυτά δεν κατάφερε να μας κερδίσει. Ήταν ένας χώρος φτιαγμένος καθαρά για τουριστικούς λόγους και το κρασί γίνονταν με κριτήριο να ..μην μοιάζει με κρασί αλλά με αρωματισμένο νεράκι εύκολο για κατανάλωση από τους μη μυημένους.

Το ταξίδι μας έκλεισε με ένα παραδοσιακό αμερικάνικο μπάρμπεκιου στο σπίτι του αντιπροσώπου μας. Περιελάμβανε ribs, καλαμπόκι, φασόλια φούρνου και μία γλυκιά κόκκινη σάλτσα που συνόδευε τα περισσότερα από τα πιάτα. Όλα αυτά συνοδεία εξαιρετικών κρασιών και μεταξύ αυτών και ένας απίστευτα καλοδιατηρημένος παλιοκαλιάς του 1994.

Την επόμενη ημέρα πήραμε το αεροπλάνο για την επιστροφή στην Ευρώπη. Παίρναμε μαζί μας πολλές εμπειρίες και αφήναμε πίσω μας πολλές γλυκές σάλτσες και ένα σωρό deep fried φαγητά! Πίσω στο σπίτι μας περίμεναν μερικές μέρες νηστείας για αποτοξίνωση και αμέσως μετά αρνάκια, κοκορετσάκια, κοντοσούβλια, τζιγερόσαρμάδες και τα σχετικά. Και όλα αυτά φυσικά με το πολύ πολύ καμιά ριγανίτσα, κανά πιπεράκι αλλά ποτέ μα ποτέ με γλυκές κόκκινες σάλτσες!!!

Σάββατο 7 Απριλίου 2012

Γαστρονομικές εμπειρίες από την Ανατολική ακτή vol.1

Αν θέλετε να μάθετε για τον πολιτισμό και την κουλτούρα ενός λαού ο καλύτερος τρόπος είναι να εξετάσετε την γαστρονομία του. Οι ΗΠΑ είναι ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα μιας χώρας που αντικατοπτρίζεται πλήρως στις διατροφικές της συνήθειες. To εύκολο, το γρήγορο, και το πολύ είναι τρία βασικά πράγματα που χαρακτηρίζουν την Αμερικάνικη διατροφή. Όπου εύκολο βάλτε γλυκό/γλυκερό, όπου γρήγορο βάλτε deep fry και όπου πολύ βάλτε τεράστιες μερίδες και θα έχετε μία πρόχειρη εικόνα του παραδοσιακού αμερικάνικου φαγητού. Αυτού δηλαδή που τρώει ο μέσος Αμερικανός καθημερινά και που έχει φτιαχτεί με σκοπό να ικανοποιήσει την λαιμαργία και όχι την απόλαυση ενός γεύματος όπως έχουμε μάθει στην Ευρώπη.

Αυτό σαν βάση. Από εκεί και πέρα προσθέστε τις εκατοντάδες επιρροές από όλες τις κουζίνες του κόσμου, την απουσία συντηρητικότητας και την διάθεση για πειραματισμούς και συνεχής βελτίωση, την οικονομική ευημερία που μπορεί να στηρίξει την υψηλή γαστρονομία και κάθε νέο εγχείρημα και θα έχετε μία εικόνα σαφώς πιο ολοκληρωμένη. Την εικόνα μίας γαστρονομικής κουλτούρας που αναπτύσσεται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς και αφήνει πίσω της τα κατάλοιπα του παρελθόντος αλλάζοντας πρόσωπο μέρα με τη μέρα.

Έτσι λοιπόν και εμείς, φτάνοντας νωρίς το απόγευμα στην Ουάσιγκτον επιλέξαμε να φάμε κάτι τυπικά Αμερικάνικο σε ένα εστιατόριο στα περίχωρα της πόλης. Παρόλο που το ξεκίνημα με συκωτάκια πουλερικών ήταν ικανοποιητικό, δεν μπορούσα να πω το ίδιο και για το κυρίως πιάτο. Ο μόνος τρόπος για να εκτιμήσει κανείς το κρέας με την γλυκιά σάλτσα που βρίσκονταν στο πιάτο μου είναι να έχει μεγαλώσει τρώγοντας κάτι τέτοιο ή απλά να τρώει λαίμαργα χωρίς να έχει ιδέα του τι βάζει στο στόμα του. Το κρασί, ένα νοτιοαφρικάνικο Syrah από το Porcupine Ridge θύμιζε συμπυκνωμένο χυμό βύσσινο με μπόλικο αλκοόλ και σίγουρα ήταν πολύ μακριά από τα γούστα μου.

Την άλλη μέρα το μεσημέρι το επίπεδο ήταν σαφώς πιο ανεβασμένο. Στο κέντρο της πόλης, επισκεφθήκαμε το εστιατόριο Zaytinya του Jose Andres που συνδυάζει Ελληνική, Τουρκική και Λιβανέζικη κουζίνα με μοναδική μαεστρία. Τα πιάτα ήταν πάρα πολύ καλά, οι τιμές λογικές και η λίστα κρασιών πλήρης και αντιπροσωπευτική του ελληνικού αμπελώνα ο οποίος κυριαρχούσε. Highlight του γεύματος ήταν το γλυκό με παγωτό χαλβά, καραμελωμένα καρύδια, γιαούρτι και τραγανό φύλλο μπακλαβά!

Baltimore by night!
Το απόγευμα της ίδιας ημέρας φύγαμε για την Βαλτιμόρη όπου λόγω του λιμανιού τα θαλασσινά είναι κυρίαρχα στην τοπική κουζίνα. Με βάση τα λεγόμενα όλων όσων ρωτήσαμε το Rusty Scupper είναι η καλύτερη επιλογή στην πόλη για να φάει κανείς την τοπική σπεσιαλιτέ που ονομάζετε crabcake. Όπως υποδηλώνει το όνομά του, ένα crabcake αποτελείται από καβουρόψιχα ανακατεμένη με ψίχα ψωμιού αλλά και μαγιονέζα, κρεμμύδι, αυγά και μερικά άλλα. Η λίστα κρασιού είχε αρκετές επιλογές αλλά όλες κινούνταν στο ίδιο επίπεδο προσφέροντας κρασιά με μπουκωτικά αρώματα και αρκετά σάκχαρα. Μετά τo στραπάτσο τις πρώτης ημέρας δεν τολμήσαμε να ξαναρισκάρουμε με κρασί και επιλέξαμε μπύρα να συνοδεύσει το γεύμα μας.

Εκεί θα καταφεύγαμε και πολλές φορές ακόμη κατά την διάρκεια του ταξιδιού αφού ακόμη και λίστες που μοιάζανε πλήρεις δεν κατάφερναν να ξεφύγουν από μία ισοπεδωτική ομοιογένεια και στην ουσία να μην προσφέρουν καθόλου επιλογές. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση πως στις ΗΠΑ δεν υπάρχει οινική κουλτούρα. Αντίθετα, το κρασί έχει τον πρώτο λόγο σε κάθε εστιατόριο μπαρ ή καφετέρια, υπάρχουν πάντα τα κατάλληλα ποτήρια και σωστές συνθήκες συντήρησης και η όλη κατάσταση είναι υπό συνεχής βελτίωση. Αρκεί να ξεφύγουν λίγο από τα νεοκοσμίτικης νοοτροπίας "εύκολα" κρασιά και να τολμήσουν να δοκιμάσουν και μερικά "βρώμικα" κρασιά του παλαιού κόσμου με υψηλότερες οξύτητες. Χαρακτηριστικό το παράδειγμα οινοποιού από την Καλιφόρνια που δοκιμάζοντας διάφορα Νεμπιόλο και Παλιοκαλιά τα βρήκε όλα πολύ "dirty" και με άφθονους brett! Μπορώ να σας βεβαιώσω πως κανένα από αυτά όχι απλά δεν είχε bretts αλλά ούτε καν και απαλότερα ζωικά αρώματα που θα μπορούσαν να ξεγελάσουν κάποιον. Το δικό του κρασί από την άλλη ήταν ένα κλασσικό καλιφορνέζικο με τουλάχιστον 6 γραμμάρια εναπομείναντα σάκχαρα, καθόλου οξύτητα, παχύ σαν σιρόπι και αλκοόλ 15.1%! Μία από τις επόμενες μέρες μιλούσε με καμάρι για τον συμπυκνωτή του με έναν άλλο οινοπαραγωγό...

Το θέμα όμως είναι πως στην έκθεση που οργανώνονταν από τον διανομέα μας στην Ανατολική ακτή, από τους τριάντα πέντε συνολικά παραγωγούς στους εικοσιπέντε μπορούσες να βρεις ακριβώς το ίδιο κρασί. Οι τιμές κυμαίνονταν από 25 έως 500 δολάρια και αναρωτιέται κανείς γιατί να πληρώσει τόσα πολλά λεφτά όταν δοκιμάζοντας ένα τα δοκιμάζει όλα. Για να λέμε όμως και του στραβού το δίκιο, ακόμη και οι καλιφορνέζοι έχουν αρχίσει να αντιλαμβάνονται την αλλαγή πλεύσης στον κόσμο του κρασιού και δειλά δειλά κάποιοι έχουν αρχίσει να φρενάρουν λίγο τους συμπυκνωτές τους! Η μεγάλη πλειοψηφία όμως και ειδικά όσοι παράγουν μόνο για εγχώρια κατανάλωση επιμένουν παχιά, βαριά και ασήκωτα. Το αστείο είναι πως οι παραγωγοί της Virginia και των άλλων ανατολικών πολιτειών που παράγουν κρασιά πιο κομψά και ανάλαφρα, νιώθουν μειονεκτικά απέναντι στην Καλιφόρνια και θέλουν κάποτε να της μοιάσουν.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό που δείχνει ποιες είναι οι προτιμήσεις τις πλειοψηφίας των καταναλωτών στις ΗΠΑ είναι πως τα Αυστριακά και Γερμανικά κρασιά που υπήρχαν στην έκθεση ήταν στην πλειοψηφία τους ημίγλυκα. Σε συζήτηση με τους παραγωγούς έμαθα πως πέρα από την Νέα Υόρκη όπου το επίπεδο είναι πολύ πιο ανεβασμένο, η υπόλοιπη χώρα δεν καταναλώνει σχεδόν καθόλου ξηρά Riesling ή Gewurstraminer!

Στην κάβα του Black Olive
Το δεύτερο βράδυ μας στην Βαλτιμόρη δειπνίσαμε στο εξαιρετικό Black Olive του Δημήτρη Σπηλιάδη. Εκεί απολαύσαμε ελληνική κουζίνα με μπόλικα θαλασσινά συνοδεία με την Μηλιά του Τετράμυθου. Ένα Sauvignon Blanc από 1000 μέτρα υψόμετρο με καταπληκτικές οξύτητες που έδενε φανταστικά με το φαγητό μας. Ο Δημήτρης έχει κάνει καταπληκτική δουλειά στο μαγαζί του και έχει μία τεράστια λίστα κρασιών όπου ο Ελληνικός αμπελώνας κατέχει εξέχουσα θέση. Η καλαίσθητη και πλήρης κάβα του πάλι  φανερώνει το μεράκι και την αγάπη του για το κρασί και δείχνει πόσο σημαντικό το θεωρεί για την επιτυχία ενός εστιατορίου.

Αφήνοντας την Βαλτιμόρη με πολύ καλές εντυπώσεις, επιστρέψαμε στην Ουάσιγκτον. Μετά από μία άκρως επιτυχημένη παρουσίαση κρασιών στον επαγγελματικό οινικό κόσμο της πρωτεύουσας ακολούθησε δείπνο στο Cava Mezze. Το φαγητό παρόλο που είχε κάποιες ενδιαφέρουσες παραλλαγές της ελληνικής κυρίως κουζίνας, δε μας ενθουσίασε. Αυτό όμως που μετράει είναι πως στο μαγαζί γίνονταν χαμός από νεαρόκοσμο και δεν υπήρχε τραπέζι που να μην έχει πάνω φιάλη κρασί. Η λίστα κρασιών είναι μικρή, ευέλικτη και ευανάγνωστη ενώ η 50% έκπτωση κάθε δευτέρα σε όλες τις φιάλες, εκτοξεύει την κατανάλωση κρασιού και είναι μία σπουδαία ενέργεια για την προώθηση του.

Στο ίδιο μαγαζί ήπια για πρώτη φορά και μπύρα Indian Pale Ale, την λεγόμενη IPA. Μία καστανή μπύρα με μεγαλύτερη προσθήκη λυκίσκου από τις συνηθισμένες που κατά τον μύθο δημιουργήθηκε για να μπορεί να κρατήσει χωρίς να χαλάσει στο ταξίδι των Άγγλων στρατιωτών προς την Ινδία. Αρκετά έντονη γευστικά και με μεγάλη διάρκεια επίγευσης ήταν ότι ακριβώς χρειαζόμουν για να τελειώσω μία μέρα γεμάτη κρασί.

Την επόμενη μέρα στο Richmond, στην Βιρτζίνια, είχαμε το τραπέζι των οινοπαραγωγών όπου όλοι είχαμε φέρει τα κρασιά μας. Το φαγητό ήταν αρκετά μέτριο και το μόνο που ξεχώριζε ήταν το τρυφερότατο μοσχάρι Black Angus. Όσον αφορά το κρασί τώρα θα ανατρέξω σε όσα έγραψα παραπάνω για κρασιά παχιά βαριά και ασήκωτα. Έδωσα μία ακόμη ευκαιρία στο νεοκοσμίτικο στυλ να κερδίσει την συμπάθεια μου αλλά και πάλι δεν τα κατάφερε. Από ένα σημείο και μετά ένιωθα πως κάθε φιάλη έχει το ίδιο περιεχόμενο και μου κάνουν πλάκα. Μετά και από αυτήν την μαζική δοκιμή ισοπεδωμένων κρασιών ανατράπηκε πλήρως η καλή εικόνα που είχα σχηματίσει για τα κρασιά του νέου κόσμου έχοντας δοκιμάσει δυο τρεις καλές ετικέτες τον τελευταίο καιρό.

Αντιλήφθηκα έτσι, για πρώτη φορά τόσο ξεκάθαρα, πως είμαι χωρίς αμφιβολία οπαδός του παλαιού κόσμου και δύσκολα ο νέος θα μου τραβήξει το ενδιαφέρον από εδώ και πέρα. Όχι πως δεν πήρα και πάλι φιάλες μαζί μου κατά την επιστροφή ή θα σταματήσω να δοκιμάζω κρασιά εκτός Ευρώπης. Απλά αυτήν την φορά νιώθω πεπεισμένος πως είναι πιο πιθανό ο νέος κόσμος να αλλάξει στυλ παρά εγώ να αλλάξω τα γούστα μου!

Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2011

Οινογαστρονομικές περιπέτειες στο Παρίσι Vol.2

Συνεχίζοντας τον γαστρονομικό μας μαραθώνιο στην πόλη του φωτός, επισκεφθήκαμε έναν φίλο ο οποίος σχεδόν κάθε φορά που βρισκόμαστε στο Παρίσι μας καλεί σπίτι του για κρασοκατανύξεις που μας μένουν αξέχαστες. Μουσικός στο επάγγελμα, μεγάλος λάτρης του κρασιού με ζηλευτή κάβα δεν διστάζει ποτέ να μας ανοίγει ότι καλύτερο έχει στην συλλογή του και να τα απολαμβάνουμε παρέα.

Για το καλωσόρισμα ήπιαμε την Σαμπάνια "La Closerie" του Jerome Prevost. Πλούσια σε πολύ ποιοτικές φυσαλίδες ήταν ότι έπρεπε για να προετοιμάσουμε τα λαρύγγια μας για αυτό που θα ακολουθούσε.

Το πρώτο ήρεμο κρασί της σειράς ήταν ένα Chardonnay Ouillé* 2007 από τον Jura του παραγωγού Jean François Ganevat. Ντροπαλό αρχικά στην μύτη άνοιγε πολύ ωραία στην συνέχεια. Στο στόμα το βαρέλι το είχε στρογγυλέψει όσο χρειάζονταν για να του δώσει ισορροπία και είχε πολύ καλή διάρκεια. Ένα μεγάλο Chardonnay που παίζει στα επίπεδα των καλών Chardonnay της Βουργουνδίας.

Για του λόγου το αληθές το Corton Charlemagne Grand Cru 1999 του Genot Boulanger που ήπιαμε αμέσως μετά δεν κατάφερε να κλέψει τις εντυπώσεις από το πρώτο λευκό. Οι πολύ καλές οξύτητες έκαναν το χρώμα του να μοιάζει με φρέσκο αλλά δεν ήταν καλά δεμένες με το σύνολο και εμφανίζονταν λίγο κουραστικές. Στο στόμα και στην μύτη κυριαρχούσε ένα άρωμα μόκας που έδειχνε πως πιθανότατα το κρασί αυτό ωρίμασε σε ολοκαίνουρια βαρέλια. Το άρωμα αυτό αν και ήταν αρκετά ευχάριστο αρχικά, στην συνέχεια γινότανε κάπως μονότονο. Η απόψεις βέβαια διίστανται αφού σε κάποιους άλλους συμποσιάζοντες το κρασί αυτό άφησε πολύ καλύτερες εντυπώσεις. Σίγουρα όμως δεν στέκονταν στο ύψος του ονόματος του.

Ακολούθησαν δύο δείγματα του Οργίων 2010 από τον Σκλάβο. Το ένα ήταν από βαρέλι 225λίτρων και το άλλο από 500λ. Το δεύτερο είχε πιο φίνο άρωμα και εμφανίζονταν κάπως καλύτερο ενώ και στα δύο έλειπε πολύ η οξύτητα και ήταν αρκετά παχιά κρασιά. Σίγουρα ακόμη είναι πολύ νωρίς για ένα τέτοιο κρασί και όταν βρεθεί με το υπόλοιπο μισό του που βρίσκεται τώρα σε ανοξείδωτη δεξαμενή θα βρει το νεύρο που του χρειάζεται για να δείξει τον πραγματικό του χαρακτήρα.

Αμέσως μετά πέσαμε στα βαθιά με ένα Mazis Chambertin Grand Cru 1995 με φοβερά λεπτά αρώματα και ανάλαφρο στόμα. Δεν ήταν από τα προσωπικά μου αγαπημένα αλλά άρεσε πολύ σε πολλούς από τους υπόλοιπους κυρίως λόγω της αρωματικής του πολυπλοκότητας στην διάρκεια του χρόνου στο ποτήρι.

Μένοντας στην Βουργουνδία πήγαμε σε ένα Echezeaux Grand Cru 2000 του Jean Yves Bizot. Αρχικά εντυπωσίασε βγάζοντας ένα πολύ όμορφο φρούτο στην μύτη που έπεσε όμως σχετικά γρήγορα. Στο στόμα ήταν πολύ καλά δομημένο με ωραία επίγευση. Το απολαύσαμε, το ευχαριστηθήκαμε αλλά για Echezeaux θα μπορούσε να είναι πολύ πολύ ψηλότερα.

Στην συνέχεια κατεβήκαμε πιο νότια για να δοκιμάσουμε τρία κρασιά του Ροδανού.
Το πρώτο ήταν  το "La Même" 1998 από το Domaine Gramenon. Παλιό αγαπημένο κρασί της παρέας, μας είχε καταπλήξει όταν το πρωτοδοκιμάσαμε πριν μερικά χρόνια στο Baratin και έκτοτε το αναζητούμε συνεχώς. Με μια πρόχειρη τεχνική περιγραφή θα λέγαμε πως έχει κομψό αλλά ταυτόχρονα μεγάλης έντασης φρούτο στην μύτη και ζουμερές τανίνες στο στόμα. Το κρασί αυτό όμως είναι κάτι πολύ παραπάνω από όλα αυτά. Η δύναμη του Grenache που αλλού δίνει καυστικά κρασιά με πολύ υψηλό αλκοολικό τίτλο, εδώ τιθασεύεται και μεταμορφώνεται σε ένα φρούτο απίστευτης έντασης που όμως έχει μείνει καθαρό και φινετσάτο λόγω του τρόπου με τον οποίο μεταχειρίστηκαν το σταφύλι στην οινοποίηση. La meme παρεμπιπτόντως είναι η γρια και το όνομα του κρασιού αναφέρεται στα εκατονταετή κλήματα Grenache από τα οποία παράγεται.

Η φιάλη της meme εξαφανίστηκε σε ελάχιστο χρόνο και αμέσως ανοίχτηκε κάτι ακόμη πιο μεγάλο. Ένα Hermitage 1994 του Jean Louis Chave o οποίος είναι ένας από τους σημαντικότερους οινοπαραγωγούς του Ροδανού και το Hermitage είναι φυσικά η καλύτερή του cuvée. Ένα κρασί δεκαεπτά χρονών με τόσο νεύρο που έμοιαζε φρέσκο. Καταπληκτική συγκέντρωση φρούτου και αρωμάτων με διάρκεια και πολυπλοκότητα. Βαθιά υπόκλιση στον μεγαλειώδη λόφο του Hermitage με τους φοβερούς γρανίτες του και άλλη μία για τον οινοποιό που κατάφερε να δαμάσει όλη αυτήν την δύναμη και να την φέρει μέχρι τα ποτήρια μας εξευγενισμένη.

Μετά από αυτό αν συνεχίζαμε με κόκκινο δεν θα μπορούσε παρά να ήταν κάτι εξίσου μεγάλο ώστε να μην χαθεί στην σκιά του πολύ μεγάλου Hermitage. Επιλέξαμε λοιπόν να πιούμε το αντίπαλο δέος! Από την ακριβώς απέναντι πλευρά του Ροδανού, το Cornas 1997 του Thierry Allemand ήταν ίσως ένα από τα λίγα κρασιά που θα μπορούσαν να σταθούν επάξια απέναντί του. Με τα κλασσικά πιπεράτα αρώματα της αυθεντικής Syrah, όπως δηλαδή την βρίσκουμε στο σπίτι της στον βόρειο Ροδανό και όντας εκπληκτικό από κάθε άποψη, ήταν ένα από τα πιο ολοκληρωμένα κρασιά που δοκιμάσαμε τον τελευταίο καιρό. Εκείνη την στιγμή μάλιστα καταλάβαμε το έγκλημα που είχαμε κάνει ανοίγοντας το ίδιο κρασί μερικές εβδομάδες πριν αλλά εννιά χρόνια νεότερο γιατί αντιληφθήκαμε πως είχαμε σφάξει ένα ανήλικο!

Τελειώνοντας με τα κόκκινα περάσαμε σε ένα Vin Jaune 2000 από το Jura το οποίο ταίριαζε καταπληκτικά με το Comte από την ίδια περιοχή. Να υπενθυμίζω πως τα Vin Jaune είναι κρασιά που παράγονται με τεχνητή οξείδωση και αφήνονται έξι χρόνια σε βαρέλι χωρίς να απογεμίζονται. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να παράγονται κρασιά πολύ ιδιαίτερα που δένουν φοβερά με κίτρινα τυριά.

Ακολούθησε ένα ακόμη καταπληκτικό ταίριασμα κρασιού-τυριού. Tο bleu de Gers με την έντονη,αιχμηρή του γεύση συνδυάζονταν υπέροχα με ένα Gewurstraminer Goldert 2007 Grand Cru από τον μεγάλο Αλσατό οινοπαραγωγό Zind Humrecht. Κλείσαμε με το selection de Grains Nobles 2006 του ίδιου παραγωγού αλλά η αλήθεια είναι πως από ένα σημείο και μετά όλες αυτές οι έντονες γεύσεις κούρασαν τόσο πολύ το στόμα μας που δεν διακρίναμε και πολλά από αυτά που δοκιμάζαμε.

Την επόμενη μέρα που ήταν και η τελευταία μας στην Γαλλία, δειπνίσαμε στο εστιατόριο Septime όπου νωρίτερα είχαμε κάνει την παρουσίαση των κρασιών μας.
Το Septime είναι το δημιούργημα δύο ταλαντούχων νέων που ένωσαν τις δυνάμεις τους στην μαγειρική και την οινοχοοία για να δώσουν ένα αποτέλεσμα που συνδυάζει νεανικό δυναμισμό και ανοιχτό πνεύμα με τεχνογνωσία και σοβαρή δουλειά από τις μέχρι τώρα εμπειρίες τους στο χώρο.
Όλα αυτά με φόντο έναν πολύ ζεστό χώρο διακοσμημένο με καναδικό ξύλο.

Για το απεριτίφ ξεκινήσαμε με μία extra brut σαμπάνια από την Vouette et Sorbe. Ο συγκεκριμένος παραγωγός φημίζεται για την φυσική του προσέγγιση και παράγει μερικές από τις καλύτερες σαμπάνιες. Εμείς ήπιαμε την Cuvee blanc d'Argile η οποία με την καταπληκτική, δροσιστική της οξύτητα ήταν ότι έπρεπε για να μας ανοίξει την όρεξη για τα έξι πιάτα που θα μας δημιουργούσε ο σεφ.

Από εκεί και πέρα, το φαγητό συνδυάστηκε με τα κρασιά που είχαμε ήδη ανοίξει για την εκδήλωση και μπορέσαμε έτσι να πειραματιστούμε δοκιμάζοντας ελληνικά κρασιά με τις προχωρημένες γεύσεις του Γάλλου σεφ.

Έτσι, ο Μύλος του Χατζηδάκη πήγαινε τρομερά με το καλοσιτεμένο, μοσχαράκι γάλακτος με σος από στρείδια και καυτερή πιπεριά. Ίσως να ακούγεται παράξενο αλλά ο δυναμισμός και η σπιρτάδα του ασύρτικου έδεναν πολύ καλά με το τόσο ιδιαίτερο αυτό πιάτο.

Παρομοίως το Γη και Ουρανός 2005 σε Magnum με της γήινες νότες που πλαισίωναν το φρούτο του
Septime's wine cellar
ήταν ότι καλύτερο θα μπορούσαμε να πιούμε με την βελουτέ από μανιτάρια με τρούφα βουργουνδίας και τριμμένη ρικότα.

Στα υπόλοιπα πιάτα όπως το χτένι με φινόκιο και αφρό αχινού και chorizo ή τα λαχανικά του φθινοπώρου με γλυκόριζα και στήθος πάπιας κάναμε διάφορες δοκιμές και κάθε ένας από εμάς έκανε διαφορετικά ταιριάσματα. Ήταν μία πολύ καλή ευκαιρία για όλους μας να τσεκάρουμε το δυναμικό του ελληνικού αμπελώνα με κάποια δύσκολα πιάτα και να δούμε μέχρι που φτάνουν οι δυνατότητες των κορυφαίων ελληνικών κρασιών.

Κάπως έτσι έκλεισε μία ακόμη μεγαλειώδης γαστρονομική επίσκεψη στην πόλη του φωτός από την οποία βγήκαμε όπως πάντα πολύ πιο πλούσιοι σε γευστικές εμπειρίες και το διασκεδάσαμε με την ψυχή μας. Είχε έρθει η ώρα της επιστροφής...



ouillé: Λευκό που έχει γίνει χωρίς τεχνητή οξείδωση που είναι ο κανόνας στον Jura αλλά με απογέμιση των βαρελιών.

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011

Οινογαστρονομικές περιπέτειες στο Παρίσι Vol.1

Όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος δεν παραλείψαμε να κάνουμε ένα πέρασμα από το Παρίσι για να δούμε φίλους και συνεργάτες και να έχουμε μία εικόνα για το πως πάει μία από τις δυσκολότερες αλλά πιο σημαντικές αγορές για το ελληνικό κρασί.

Σημαντική από άποψη κύρους γιατί από άποψη ποσοτήτων σίγουρα δεν είναι η Γαλλία η χώρα αυτή που θα απορροφήσει μεγάλες ποσότητες φτηνού κρασιού και θα ξεστοκάρει τα μπλοκαρισμένα ελληνικά οινοποιεία. Αντιθέτως είναι μία αγορά που επιβραβεύει την μεθοδική δουλειά και την εμπιστοσύνη στις ελληνικές αυτόχθονες ποικιλίες. Επιβραβεύει μάλιστα όχι όσους απλά τις καλλιεργούν αλλά όσους τις καλλιεργούν παράγοντας οίνους αυθεντικά δείγματα των ποικιλιών αυτών και προσφέρουν κάτι πραγματικά ξεχωριστό. Για παράδειγμα, ένα Ξινομαυρο παχύ, θερμό και στρογγυλεμένο με μικρο-οξυγονώσεις δεν έχει καμία τύχη. Το ίδιο και ένα φρουτώδες ασύρτικο με πρόσθετη οξύτητα. Η Γαλλία είναι μία αγορά όπου οι οινοπαραγωγοί όλου του κόσμου μετρούν τις δυνάμεις τους. Για να μπεις εκεί και να παίξεις στο υψηλό επίπεδο, δηλαδή στα καλά εστιατόρια και κάβες, πρέπει να παράγεις κάτι που να αξίζει πραγματικά και έχει τον δικό του ιδιαίτερο χαρακτήρα.

Εμείς ξεκινήσαμε την τουρνέ μας από το εστιατόριο Saturne στο κέντρο του Παρισίου κοντά στο Γαλλικό χρηματιστήριο. Ξεκινήσαμε πίνοντας ένα λευκό Chenin του Jerome Lamberd σε Magnum από μία ετικέτα που εμφιαλώνει αποκλειστικά για το συγκεκριμένο εστιατόριο. Αθείωτο και με παραμονή τρία χρόνια βαρέλι -τον ένα χρόνο χωρίς να απογεμίζεται- ήταν κάτι που σπάνια έχει κανείς την τύχη να δοκιμάσει. Αρωματικά έβγαζε πολλά βότανα με κυρίαρχο το τσάι του βουνού ενώ στο στόμα είχε εντυπωσιακή φυσική οξύτητα. Η οξύτητα αυτή είναι που το έκανε να διατηρηθεί χωρίς πρόβλημα παρόλο που είναι αθείωτο αλλά ταυτόχρονα ήταν και η ίδια που από ένα σημείο και μετά έκανε το κρασί κάπως αιχμηρό. Συνοδεύτηκε από σωλήνες -τα γνωστά οστρακοειδή- με foie gras και ρίζα ραδικιού.

Συνεχίσαμε με την άσημη ποικιλία Pinaut d'Aunice η αλλιώς Chenin Noir από τον Λίγηρα και τον παραγωγό Jean-Pierre Robinot. Η μύτη είχε μεγάλη πολυπλοκότητα, έντονο πράσινο πιπέρι αλλά και αρκετά κόκκινα φρούτα. Πολύ καλά εναρμονισμένο σύνολο με τελείωμα που διαρκεί. Ένα κρασί που είναι ευκολόπιοτο χωρίς να στερείται χαρακτήρα.

Ακολούθησε ένα μέτριο κρασί από το Languedoc και περάσαμε τελικά  στον Οργίων 2008 του Σκλάβου. Η ξηρή αυτή Μαυροδάφνη από την Κεφαλλονιά μας έχει μάθει σε αναγωγικά αρώματα που ανοίγουν πολύ όμορφα με τον χρόνο, μεγάλη πολυπλοκότητα, πλούσιο αλλά ταυτόχρονα ανάλαφρο στόμα και μαλακές τανίνες. Η χρονιά του 2008 ήταν πολύ διαφορετική. Εκφραστικό, χωρίς τον αναγωγικό χαρακτήρα άλλων ετών, με ακόμη πιο ανάλαφρη αίσθηση στο στόμα και λιγότερο νεύρο από άλλες χρονιές ήταν ίσως ο πιο "εύκολος" και συνηθισμένος Οργίωνας που έχουμε δοκιμάσει. Για άλλους καλύτερος, για άλλους όχι, σίγουρα όμως διαφορετικός.

Το γεύμα μας στο saturne έκλεισε με ένα θεϊκό γλυκό με βάση χειροποίητης σοκολάτας και τραγανό μπισκότο που ήταν σκέτη κόλαση!

Την επόμενη μέρα έκανα μία στάση στην κάβα "PhiloVino" του μεγάλου οινικού φιλοσόφου Bruno Quenioux με τον οποίο ήπιαμε μερικά ποτηράκια, ανταλλάξαμε απόψεις και τέλος του πήρα μία μίνι συνέντευξη. Σύντομα θα ανεβάσω μία ανάρτηση ειδικά αφιερωμένη στην συνάντηση αυτήν.

Το ίδιο βράδυ βρεθήκαμε στο εστιατόριο Chateaubriand. Εκεί, αφεθήκαμε και πάλι στα χέρια του Chef και του Sommelier οι οποίοι επωφελήθηκαν της παρουσίας τεσσάρων Ελλήνων παραγωγών για να μας κάνουν ένα πολύ ενδιαφέρον παιχνίδι γεύσεων. Ο σεφ ετοίμαζε κάθε φορά ένα πιάτο που θα έδενε με το κρασί ενός από τους τέσσερις παρόντες οινοπαραγωγούς. Ο σομελιέ αναλάμβανε να επιβεβαιώσει το αρμονικό δέσιμο τον δύο και ταυτόχρονα έφερνε για σύγκριση ένα διεθνώς αναγνωρισμένο κρασί παράλληλα με το ελληνικό.

Ο Πύργος 2006 του Χατζηδάκη κοντραρίστηκε με το Oslavia 2006 του Grauner από το Φριούλι συνοοδεία από χτένι με πουρέ μαύρης πατάτας, φύλλα μουστάρδας και σκόνη βατόμουρου. Ο Πύργος ήταν πολύ εκφραστικός, με νότες ευγενούς οξείδωσης και πολύ μεταλλικό στόμα. Η Oslavia ήταν πολύ πιο διακριτική αρωματικά και σε συνδυασμό με το ελαφρύ πίκρισμα στο τελείωμα που χαρακτηρίζει τα κρασιά του Josko Grauner έχασε αρχικά αρκετούς πόντους. Με το πέρασμα του χρόνου όμως, η οξείδωση του Πύργου έβγαινε πιο έντονα ενώ αντίθετα η Oslavia βελτιώθηκε αισθητά. Δύο κρασιά ορισμός της mineralité με το δεύτερο όμως να υπερισχύει λόγω καλύτερης διάρκειας.

Ακολούθησε η μονομαχία δύο Jeunes Vignes. Οι νεαροί αμπελώνες Pinot Noir του Fred Cossard από το Nuit St Georges απέναντι στα νεαρά κλήματα Ξινόμαυρου του Θυμιόπουλου από τον Τρίλοφο. Και τα δύο ακολουθούν τους άτυπους κανόνες φυσικής οινοποίησης με μία όμως σημαντική διαφορά. Ο Cossard είναι απόλυτος σε αυτό που κάνει και πολλές φορές θυσιάζει το κρασί του για να διασώσει την φιλοσοφία του φτάνοντας πολλές φορές στα άκρα. Ο Θυμιόπουλος διατηρεί μία ευελιξία και φροντίζει το κρασί του να είναι πάντα άψογο από οινολογικής πλευράς χρησιμοποιώντας όμως πάντα τα πιο απλά μέσα.
Έτσι στα κρασιά του βουργούνδιου οινοπαραγωγού παρατηρούμε αυτό που τον τελευταίο καιρό έχει αρχίσει να προβληματίζει. Η όλο και αυξανόμενη τάση για την παραγωγή "φυσικών" κρασιών με σκοπό την αποφυγή της ομογενοποίησης της γεύσης, σε πολλές περιπτώσεις έχει φέρει αντίθετα αποτελέσματα. Έχουμε φτάσει στο σημείο να έχουμε τον ίδιο ακριβώς αρωματικό και γευστικό χαρακτήρα σε πολλά κρασιά τέτοιου τύπου και το συγκεκριμένο Pinot μου θύμιζε τόσα και τόσα άλλα κρασιά της ίδιας φιλοσοφίας σε σημείο που με άφηνε αδιάφορο. Το νεαρό Ξινόμαυρο αντιθέτως, ήταν εκρηκτικό στη μύτη και είχε μία υπέροχη φρεσκάδα στο στόμα που το καθιστούσε εξαιρετικό! Διατηρώντας όλα αυτά που χαρακτηρίζουν ένα Ξινόμαυρο -φινετσάτα αρώματα, δροσερή οξύτητα, καλή τανική δομή- είχε ταυτόχρονα την δική του προσωπικότητα και έκλεψε τις εντυπώσεις.

Συνεχίσαμε με Σαμπάνια παράλληλα με τον Μεταγειτνίων 2009 του Σκλάβου. Ένας παράξενος συνδυασμός με την Σαμπάνια να έρχεται πολύ κλασσική και τον μεταγειτνίων να είναι παλιός και κουρασμένος και να αδικείται.

Τέλος το λευκό του Leon Barral από την ποικιλία Terret δοκιμάστηκε μαζί με τον Παλιοκαλιά Δαλαμάρα του 2009 με μπακαλιάρο με σάλτσα ελιάς και κόκκινο λάχανο. Η επιλογή των κρασιών εδώ έγινε προσπαθώντας να αναδείξει το ίδιο πιάτο με δύο διαφορετικούς τρόπους παρά για να συγκρίνουμε τα δύο κρασιά μεταξύ τους. Η αλήθεια όμως είναι πως αν και το λευκό ήταν εξαιρετικό, το Ξινόμαυρο ταίριαζε καλύτερα λόγω της σάλτσας που ήταν αρκετά έντονη και ο Παλιοκαλιάς μπορούσε να την αντιπαλέψει πιο εύκολα. 

Κλείνοντας το πρώτο μέρος δεν θα μπορούσα να παραλείψω το πέρασμα μας από το "l'Olivier" του ταλαντούχου Έλληνα σεφ Βασίλη Αλεξίου. Ίσως ότι καλύτερο μπορεί να φάει κανείς στο Παρίσι από γκουρμέ ελληνική κουζίνα. Και αυτό το επιβεβαίωσα για μία ακόμη φορά όταν απόλαυσα ένα λαχταριστό βοδινό μάγουλο πάνω σε χοντρό μακαρόνι με πάστα ελιάς και έγλυφα στο τέλος ακόμη και τα δάκτυλα μου! Περισσότερες πληροφορίες για υπέροχες συνταγές στο blog του Βασίλη Διασκεδάζοντας την ελληνική κουζίνα.

Κάπως έτσι έκλεισε το πρώτο μέρος της γαστρονομικής μας βόλτας στο Παρίσι με την συνέχεια να είναι εξίσου γευστική και συναρπαστική...

Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2011

Οινο-γαστρονομικές περιπέτειες στον Καναδά

Καλεσμένοι της Oenopole που κάνει εξαιρετική δουλειά για το Ελληνικό κρασί στο Κεμπέκ, βρεθήκαμε μαζί με τους Θυμιόπουλο και Χατζηδάκη για μερικές μέρες στο Μόντρεαλ. Εκεί, πέρα από την έκθεση στην οποία συμμετείχαμε και τα επαγγελματικά ραντεβού που είχαμε κλεισμένα, βρεθήκαμε και σε ουκ ολίγα γαστρονομικά στέκια που αξίζουν αναφορά. Ας δούμε τα τρία καλύτερα.

Πρώτο το "Pullman Wine Bar" το οποίο τύχαινε να είναι το ακριβώς δίπλα κτήριο στο ξενοδοχείο που μέναμε. Παρέα με τον Γάλλο οινοπαραγωγό Pierre Breton και όλη την ομάδα του oenopole απολαύσαμε μερικά από τα υγρά διαμαντάκια του Pullman.

Ξεκινήσαμε με ένα Cheverney του Philippe Tessier από τον Λίγηρα και την σχετικά άγνωστη ποικιλία Romorantin. Με απίθανη ορυκτότητα στην μύτη και κρυστάλλινη οξύτητα στο στόμα ήταν ότι πρέπει για να αρχίσουμε την βραδιά μας. 

Ακολούθησε ένα κορυφαίο Αλσατικό λευκό από τον σπεσιαλίστα Gerard Schueller*. Ένα Riesling Grand Cru 2001 με τρομερό χαρακτήρα και ατελείωτο αρωματικό βάθος. Από τα καλύτερα κρασιά που δοκιμάσαμε σε όλο το ταξίδι και ένα από τα κορυφαία Riesling που δοκιμάσαμε ποτέ.
Το αμέσως επόμενο λευκό δεν είχε καμία τύχη μετά από κάτι τόσο μεγάλο.

Συνεχίσαμε λοιπόν με κόκκινα κάνοντας την αρχή με ένα Magnum SP69 της Arriana Occhipinti από την Σικελία που πίνονταν σαν νερό και αμέσως μετά μία δυναμική Barbera 2009 από τον Rinaldi. Αυτό όμως που έκανε την διαφορά ήταν ένα Beaujolais από το Cru του Fleurie και παραγωγό τον Yves Metras. Με τον εύκολο φρουτώδη χαρακτήρα του Gamay αλλά και τον δυναμισμό του Fleurie ήταν ότι καλύτερο για να κλείσουμε την βραδιά. 


Την αμέσως επόμενη μέρα βρεθήκαμε στο εστιατόριο "Les Trois Petits Bouchons". Εκεί ξεκινήσαμε με ένα ευχάριστο ημιαφρώδες από τον Λίγηρα και συνεχίσαμε με ένα Merlot από τον Angiolino Maule. Ως γνωστών δεν είμαι καθόλου φίλος της συγκεκριμένης ποικιλίας αλλά ποτέ δεν λέω όχι σε μία δοκιμή. Το συγκεκριμένο Merlot είχε αρκετά διαφορετικό αρωματικό μπουκέτο από αυτά που μας έχει συνηθίσει η ποικιλία και τραβούσε κάπως το ενδιαφέρον. Αν είχε και λίγο παραπάνω νεύρο στο στόμα θα ήταν πολύ καλό.



Ήπιαμε άλλα πέντε κρασιά και μεταξύ αυτών ξεχωρίσαμε το Carignan του Jean Philippe Padie από το Roussillon. Εμφιαλωμένο σε λευκή φιάλη ήταν ακριβώς αυτό που οι Γάλλοι ονομάζουν "vin de soif", κρασί για ξεδίψασμα δηλαδή. Από αυτά που ανοίγεις την φιάλη και κατεβαίνουν τόσο εύκολα που δεν παίρνεις χαμπάρι πότε την τελείωσες!

Πολύ καλό επίσης και το SP68 του 2009 και σίγουρα καλύτερο από το 2010 σε αυτό το στάδιο της ζωής του. Προσπαθούσα να καταλάβω ποια η διαφορά του 68 με το 69 και τελικά SP68 είναι το χαρμάνι Nero d'Avola και Frappato ενώ SP69 είναι το ίδιο ακριβώς χαρμάνι με την διαφορά ότι SP69 ονομάζονται οι φιάλες magnum.Τα μικρά τρικ του μάρκετινγκ της κυρίας Occhipinti...
Σαντορίνη-Νάουσα στο Μόντρεαλ!

Η τριάδα κλείνει με το "Liverpool" όπου ο φοβερός συνδυασμός πολύ καλού φαγητού, μεγάλων κρασιών και απίθανων μουσικών μας έκανε να χάσουμε λίγο το μέτρο και να ξεφύγουμε κάπως από τα όρια μας!

Αρχίσαμε με λαχταριστά στρείδια που έδεναν τρομερά με τις οξύτητες του Αλσατικού Pinot Gris του Schueller. Για να μην χάσουμε την σειρά συνεχίσαμε με το Pinot Noir του ίδιου παραγωγού ο οποίος απ'ότι φαίνεται, αν και δυσεύρετος γενικά, στον Καναδά ρέει εν αφθονία! Το πινό του πάντως είχε φοβερή συγκέντρωση φρούτου και ταυτόχρονα υπέροχες οξύτητες. Από τα πλέον αξιόλογα δείγματα της ποικιλίας και σίγουρα πολύ καλύτερο από οποιοδήποτε Αλσατικό κόκκινο είχα δοκιμάσει μέχρι τώρα.
 


Και ενώ το τραπέζι μας είχε γεμίσει με λιχουδιές κάθε είδους εμφανίστηκε ένα Barolo 2007 του Rinaldi που ήταν ότι ακριβώς χρειαζόμασταν για να κατέβουν καλύτερα τα κρεατικά! Αν και κάπως κουρασμένο στη μύτη -ίσως ταλαιπωρημένο από κακές συνθήκες μεταφοράς/συντήρησης- στο στόμα ήταν μεγαλείο. Γεμάτο, πλούσιο σε βελούδινες τανίνες και με ατέλειωτη επίγευση ξεδίπλωνε όλες τις χάρες της ποικιλίας όσο περνούσε η ώρα.

Και στα τρία μαγαζιά που επισκεφτήκαμε το κοινό στοιχείο ήταν ο χαμηλός φωτισμός, το νεαρό και αεικίνητο προσωπικό, η ευχάριστη ατμόσφαιρα και πάνω απ'όλα οι δεκάδες φιάλες που ανοίγονταν δεξιά και αριστερά. Στο "Trois Petits Bouchons" μάλιστα μετρήσαμε να ανοίγονται πάνω από δέκα magnum φιάλες. Αν λάβουμε υπόψιν πως τα τραπέζια είναι στην πλειοψηφία τους για τέσσερα άτομα τότε καταλαβαίνει κανείς για τι καταναλώσεις κρασιού μιλάμε!

Με τις σημερινές συγκυρίες το ενδεχόμενο να δούμε στην Ελλάδα τα γκαρσόνια να μην προλαβαίνουν τις παραγγελίες εμφιαλωμένου κρασιού απομακρύνεται όλο και περισσότερο. Την μεγάλη διαφορά όμως δεν την κάνει το οικονομικό που σίγουρα παίζει ρόλο, αλλά η βαθιά ριζωμένη οινική κουλτούρα των γαλλοκαναδών. Στο χέρι όλων εμάς που ασχολούμαστε με τα του οίνου στην Ελλάδα να αλλάξουμε αυτήν την κατάσταση και να καλλιεργήσουμε οινικά τους καταναλωτές που δείχνουν όλο και πιο πρόθυμοι να μάθουν.



*Αναφορά στον Schueller και στην πανέμορφη Αλσατία γίνεται και σε ένα πολύ ωραίο άρθρο από τον Gregory στο Gregory's wine journal

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2011

Ανατολικά της Λιουμπλιάνας

Αφήνοντας το Dobrovo Brda άφηνα πίσω μου και τον Μαρίνκο. Τον τρελαμένο μερακλή πενηντάρη που με βοήθησε στις επιλογές των οινοποιείων, στις επαφές μου μαζί τους και στην επικοινωνία όποτε υπήρχαν δυσκολίες. Επίσης μοιράστηκε μαζί μου κάποια από τα εξαιρετικά σαλάμια και τυριά που παλαιώνει στο υπόγειό του για ιδία χρήση. Είναι φοβερό το πόσο συνέπιπταν τα οινο-γαστρονομικά μας γούστα παρά την μεγάλη διαφορά ηλικίας και παρά τα πολύ διαφορετικά δεδομένα που μας έκαναν αυτό που είμαστε και οι δύο σήμερα.

Η συνέχεια των οινικών μου διαδρομών στην Σλοβενία θα γινόταν παρέα με ένα ΝεοΖηλανδό οινολόγο εν ονόματι Νίκολας, εγκατεστημένου στην περιοχή εδώ και λίγα χρόνια. Ο Νικ, παντρεμένος με μία κροάτισσα είχε εγκατασταθεί σε ένα μικρό ξύλινο σπιτάκι στο βουνό όπου και με φιλοξένησε. Από εκεί γυρίσαμε το μεγαλύτερο μέρος της ανατολικής Σλοβενίας -που άλλωστε δεν είναι και τόσο μεγάλο- και επισκεφτήκαμε οινοποιεία και αμπελώνες.

Ο πρώτος μας σταθμός ήταν στα σύνορα με την Κροατία, στον μικρό συνεταιρισμό Verus. O Verus διοικείται από μία τριανδρία οινολόγου - γεωπόνου- λογιστή που αποχώρησαν από τον τοπικό συνεταιρισμό και στις παλιές αποθήκες ενός εργαστηρίου ζαχαροπλαστικής δημιούργησαν ένα σύγχρονο οινοποιείο. Εκεί παράγουν, σε σύνολο 50.000 φιαλών, μόνο μονοποικιλιακά κρασιά και εξού και το όνομα Verus που στα λατινικά σημαίνει αλήθεια. Θέλουν να τονίσουν την ανάδειξη των "αληθινών" χαρακτηριστικών της κάθε ποικιλίας χωρίς να μπερδεύουν τους καταναλωτές με περίπλοκα χαρμάνια.

Το θέμα όμως είναι πως όταν θέλεις να αναδείξεις την μοναδικότητα ενός προϊόντος πρεπει να κάνεις όσο το δυνατόν λιγότερες επεμβάσεις έτσι ώστε ο πραγματικός του χαρακτήρας να αλλοιωθεί όσο το δυνατόν λιγότερο. Χαρακτηριστικότατο παράδειγμα το Domaine Lefalaive που όχι μόνο αναδεικνύει το Chardonnay αλλά αναδεικνύει και κάθε χωριστό αμπελοτεμάχιο που καλλιεργεί παράγοντας πολλές διαφορετικές εκφράσεις από την ίδια ποικιλία.

Στην συγκεκριμένη περίπτωση όμως τα κρασιά που παράγονται γίνονται με μεγάλη φροντίδα που στο τέλος καταντάει υπερβολική. Όπως μία υπέρ-προστατευτική μητέρα κάνει ένα παιδί μαμμόθρεφτο έτσι και ένα κρασί που με χίλιες δυο επεμβάσεις και προσθήκες προσπαθούμε να το θωρακίσουμε από οξειδώσεις και άλλους κακούς δαίμονες καταντάει μονοδιάστατο και απογυμνωμένο από ότι το χαρακτηρίζει.
Γράφω και ξαναγράφω για το θέμα αυτό γιατί πλέον εννέα στα δέκα κρασιά που κυκλοφορούν είναι "μαμμόθρεφτα"!

Για να μην παρεξηγηθώ όμως θα πρέπει να διευκρινίσω πως η μόνη μου ένσταση σχετικά με το Verus είναι πως τελικά δεν είναι και τόσο Verus αφού δοκιμάζοντας τα κρασιά, σε κάποια φάση ένιωσα πως δεν είχε νόημα να συνεχίσω να δοκιμάζω αφού ήξερα τι να περιμένω. Γιατί αυτό που θέλουν να κάνουν - εύκολα αρωματικά κρασιά- το καταφέρνουν πολύ καλά και μάλιστα το Sauvignon τους ήταν το καλύτερο μονοποικιλιακό Sauvignon που δοκίμασα στην χώρα. Πρόσφατα μάλιστα η Jancis Robinson χαρακτήρισε το τοκάι τους τοκάι της χρονιάς ή κάτι τέτοιο. Οι άνθρωποι θέλουν να κάνουν αυτό που λέμε "τεχνολογικά κρασιά" και σε αυτό είναι άψογοι.

Πολύ καλά ήταν επίσης και τα Riesling τους με οξύτητες που δεν είχαν να ζηλέψουν τίποτα από τα αντίστοιχα γερμανικά. Τα δοκιμάσαμε μάλιστα και κάθετα από το '10 έως το '07 και έδειχναν να μην καταλαβαίνουν τίποτα από το πέρασμα του χρόνου. Ο οινολόγος τους μάλιστα τους δίνει δέκα με δεκαπέντε χρόνια ζωής!

Όταν φύγαμε από εκεί κινηθήκαμε βόρεια για να γευματίσουμε σε ένα εστιατόριο στα σύνορα με την Αυστρία. Η Σλοβενία βλέπετε είναι τόσο μικρή που ότι και να κάνεις σχεδόν πάντα βρίσκεσαι σε κάποια σύνορα! Ο ιδιοκτήτης του ο Gregory έχει σπουδάσει μαγειρική και τρελαίνεται να... τρελαίνει τον κόσμο με τις γαστρονομικές του δημιουργίες. Έλα όμως που το οικογενειακό εστιατόριο παραδοσιακά είχε ως πελάτες αυστριακούς που κατέβαιναν στην Σλοβενία στις Κυριακάτικες εκδρομές τους για να φάνε φτηνά. Έτσι ο ταλαντούχος σεφ περιόρισε την δημιουργικότητά του σε πιάτα του τύπου μπριζόλα με πατάτες τηγανητές και μπιφτέκι γεμιστό.

Ο Νίκολας όμως, ο Νεοζηλανδός οικοδεσπότης μου, την πρώτη φορά που έφαγε εκεί βρήκε το φαγητό υπερβολικά απλουστευμένο. Ζήτησε να δει τον μάγειρα ο οποίος του εξήγησε πως δεν είχαν παρά να το ζητήσουν και θα ήταν μεγάλη του χαρά να τους περιποιηθεί με ξεχωριστό τρόπο από την υπόλοιπη πελατεία. Έτσι το εστιατόριο Denk είναι κατά περίσταση και gourmet!

Από όσα φάγαμε μου άρεσε πολύ το πρώτο πιάτο που ήταν ένα παιχνίδι οπτικής απάτης. Τα ορεκτικά στο πιάτο ήταν φτιαγμένα με τέτοιο τρόπο που να θυμίζουν γλυκίσματα ενώ στην πραγματικότητα ήταν αλμυρά. Το παιχνίδι που πήγε να κάνει με την αλλαγή γεύσεων βάζοντας ένα πιάτο με γλυκές γεύσεις και συνοδεία Μοσχάτου μεταξύ δύο αλμυρών δεν έπιασε και τόσο αφού το μόνο που κατάφερε ήταν να μας βαρύνει και να μειώσει την όρεξη μας για αυτά που ακολούθησαν. Τα μακαρόνια με τριμμένη μαύρη τρούφα και ένα χορταρικό που δεν γνώριζα τι ήταν ξαναέφερναν όμως μία ισορροπία.

Η άγνοια για το τι τρώγαμε ήταν το μεγάλο μειονέκτημα. Οι σερβιτόροι δεν είχαν καμία εμπειρία σε γκουρμέ σερβίρισμα και απλά μας πετούσαν τα πιάτα στο τραπέζι χωρίς να μπορούν να μας δώσουν καμία εξήγηση για το τι τρώμε. Και φυσικά δεν έχει και πολύ νόημα να μαθαίνεις εκ των υστέρων τι έφαγες αφού προσπαθείς πάντα να συνδυάσεις αυτό που γεύεσαι με αυτό που γνωρίζεις πως είναι.

Η επιλογή των κρασιών ήταν επίσης ένα μειονέκτημα αφού κανένα από αυτά που συνόδευαν το γεύμα δεν κατάφερε να μας συγκινήσει παρόλο που κατόπιν δοκιμής ζητήσαμε, ουκ ολίγες φορές, από τον σερβιτόρο να μας φέρει κάτι διαφορετικό από αυτό που αρχικά είχε επιλέξει. Συζητώντας με τον Γκρέγκορι στο τέλος του γεύματος, μας είπε πως έπρεπε να του πούμε πως γουστάρουμε κρασιά πέρα από τα κλασσικά και ενθουσιαζόμαστε ακόμη και όταν πίνουμε κάτι τελείως extreme.
Προς εξιλέωση μας άνοιξε μία φιάλη Radikon λέγοντας μας πως ήταν πολύ χαρούμενος που γνώρισε άτομα που ψάχνονται με το κρασί πέρα από τα συνηθισμένα και στεναχωρημένος που δεν το αντιλήφθηκε νωρίτερα.

Δυστυχώς όμως μία φιάλη Radikon θέλει πάντα πολύ χρόνο για να αναδείξει το μεγαλείο της και εμείς είχαμε ήδη καθυστερήσει το επόμενο ραντεβού μας. Έτσι ήπιαμε μία-δυό γουλιές για να τιμήσουμε τον ενθουσιώδη σεφ μας και φύγαμε για τον επόμενο προορισμό...

Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011

Γαλλία Δεκέμβρης 2010: Οι γαστρονομικοί μας σταθμοί στην Βουργουνδία

Μετά από μερικές ενδιαφέρουσες γαστρονομικές εμπειρίες στο Παρίσι είχε έρθει η ώρα της Βουργουνδίας να μας αποδείξει πως η κουζίνα της μπορεί να στηρίξει αξιόλογα την οινική της κουλτούρα και να προσφέρει έτσι στον επισκέπτη μία ολοκληρωμένη οινο-γαστρονομική εμπειρία.

Πρώτος σταθμός η "Hostelerie de Levernois" σε ένα χωριουδάκι ακριβώς δίπλα από την Beaune. Εστιατόριο βραβευμένο με ένα αστέρι Michelin* και φημισμένο για την πλούσια κάβα του, δεν μπορούσε παρά να μας γεμίσει με μεγάλες προσδοκίες για αυτά που θα προσέφερε.
Το ορεκτικό στην Hostellerie
Ξεκινήσαμε πίνοντας ένα "Rully 1er Cru Les Pucelles" του 2008 από τον Paul Jacquesson. Το Chardonnay αυτό ήταν μία πολύ καλή επιλογή που συνόδεψε εξαιρετικά το ραβιόλι με μανιτάρια και ζωμό από θαλασσινά και το φουά γκρά με φυστίκια αιγίνης και χειμωνιάτικα φρούτα του κήπου του εστιατορίου.

..το κυρίως..
Για τα υπόλοιπα πιάτα επιλέξαμε ένα Chambolle Musigny 2005 του Roumier αφού οι γεύσεις ήταν τόσο φίνες που θα ταιριάζανε με τα ντελικάτα αρώματα του Chambolle.
Η αλήθεια όμως είναι πως για κάποιο λόγο το κρασί δεν δοκιμάζονταν πολύ καλά και δίχασε τις γνώμες στο τραπέζι. Εγώ προσωπικά το βρήκα κλειστό στη μύτη και με τραχύ τελείωμα που δεν θύμιζε Pinot Noir. Για το τελευταίο ίσως να φταίει και το καραμελωμένο αρνάκι που έτρωγα και έκανε το κρασί να πικρίζει ελαφρά στο τέλος. Όπως και να 'χει πάντως το πόσο μεγάλος είναι ο Roumier το επιβεβαιώσαμε στη επίσκεψη που κάναμε την μεθεπόμενη στο οινοποιείο του και αυτό ήταν απλά μία κακή παρένθεση.
..τα τυριά.

Στο επόμενο κόκκινο δυστυχώς δεν είχαμε καλύτερη τύχη. Ήταν ένα 1er Cru "Le Clos de Corvées" 1999 του Prieure Roch συνιδιοκτήτη του Domaine de la Romanée Conti και μεγάλου οπαδού της λεγόμενης "φυσικής" οινοποίησης. Προφανώς ο χρόνος δεν είχε βοηθήσει και τόσο το συγκεκριμένο κρασί και παρά την αρχικά καλή εντύπωση στη μύτη, αποδείχθηκε γερασμένο. Κρίμα γιατί είχαμε μεγάλες προσδοκίες από ένα τέτοιο κρασί και τελικά μείναμε με την όρεξη.

...και το γλυκό
Έτσι η εκπληκτική συλλογή τυριών που ακολουθούσε το γεύμα μας έμεινε ασυνόδευτη.
Κλείσαμε με μία φανταστική Creme Brulée από λεμόνι και λευκή σοκολάτα με γρανίτα πράσινο μήλο.



Το μεσημεράκι της Τετάρτης φάγαμε στο πολύ συμπαθητικό Comptoir des Tontons με κουζίνα της αγοράς. Αυτό σημαίνει πως όλα τα πιάτα είναι ημέρας και γίνονται με αυτά που διατίθενται στην αγορά της Beaune κάθε μέρα. Και όταν λέμε αγορά δεν εννοούμε φυσικά το Super Market αλλά αυτά που έχουν να προσφέρουν οι παραγωγοί της περιοχής την εκάστοτε περίοδο. Ήπιαμε ένα Pouilly Fuissé 2006 οξειδωτικού χαρακτήρα από το Domaine Valette με πολύ ιδιαίτερα αρώματα που δίχασαν τις γνώμες για μία ακόμη φορά.

Το βράδυ της ίδιας ημέρας, φάγαμε στο Caveau Madeleine που ήταν στην ίδια φιλοσοφία με το μεσημεριανό μας εστιατόριο αλλά σε πολύ πιο ζεστά διακοσμημένο περιβάλλον και περιτριγυρισμένο από ράφια γεμάτα φιάλες κρασιού. Εκεί είχαμε και ραντεβού με το διάσημο ζευγάρι εδαφολόγων, τον Claude και την Lydia Bourguignon που μας είχαν επισκεφτεί πριν μερικά χρόνια στην Νάουσα και την Σαντορίνη προκειμένου να γνωρίσουν τα μεγάλα ελληνικά τερουάρ.
Μόλις πριν, είχαμε 
επισκεφτεί το Domaine Leflaive και ο Αντουάν μας είχε δώσει να πάρουμε μαζί μας δύο μεγάλα λευκά που είχαμε ανοίξει για δοκιμή. Αφού τα ήπιαμε ως απεριτίφ -και τι απεριτίφ!- περάσαμε σε ένα κόκκινο 1er Cru Clos de la Marechal 2007 του Frederique Mugnier. Ήταν αρκετά καλό με φίνα μύτη με ζωικές νύξεις, υγρές τανίνες και μακρύ τελείωμα στο στόμα.
Το κρασί της βραδιάς όμως ήρθε αμέσως μετά από τον παραγωγό Thierry Martot. Το Blagny σίγουρα δε φημίζεται για τα μεγάλο του κόκκινα αλλά το συγκεκριμένο, από το αμπελοτοπωνύμιο "La piece sous le Bois" είχε πολύ καθαρή μύτη από τοματάκι,μούρα, βατόμουρα, ήταν πολύ χυμώδες στο στόμα και είχε πολύ νόστιμη-μεγάλη επίγευση.
Το Chambolle Musigny 2007 από το "La maison Romane" που ακολούθησε ήταν ευχάριστο αλλά δε μας άφησε κάτι παραπάνω.
Αντιθέτως, το Cider αχλαδιού "Poire Granit" του Eric Borbelet από την Νορμανδία και αχλαδιές τετρακοσίων ετών με ύψος τεσσάρων μέτρων ήταν απίστευτα δροσιστικό και χωνευτικό! Οι αχλαδιές αυτές παράγουν αχλάδια αποκλειστικά για Cider** που είναι σκληρά σαν πέτρες και ακατάλληλα για βρώση. Ο Γρανίτης και το Νορμανδικό κλίμα δίνουν την δροσιά στο ξεχωριστό αυτό ποτό και το κάνουν μοναδικό.

Για την επόμενη δεν είχαμε κλείσει κάτι εκ των προτέρων και έτσι επιλέξαμε κάτι από τις προτάσεις της οικοδέσποινάς μας Anne Gros. Το γεγονός πως στο εστιατόριο βρίσκονταν και ο Aubert de Vilaine μας φάνηκε καλός οιωνός αλλά τα τηγανιτά κρέατα με τις λιπαρές κρέμες γάλακτος που κυριαρχούσαν στις συνταγές απέδειξαν το αντίθετο.

Από τα καλύτερα Cremant
Την κακή παρένθεση ήρθε να ισορροπήσει το βραδινό γεύμα στο σπίτι του Αντουάν Lepetit από το Domaine Leflaive που μας περιποιήθηκε δεόντως στο πανέμορφο σπίτι του στο χωριό Saint Romain. Βοήθησαν βέβαια και οι μείον επτά βαθμοί θερμοκρασία που μας έκαναν να απολαύσουμε τα ορεκτικά δίπλα στο τζάκι ακόμη περισσότερο και να πίνουμε το κρασί μας ακόμη πιο ευχάριστα!
Εντύπωση μας έκανε το Cremant του Αλσατού βιοδυναμιστή Leon Boesch που είχε ιδιαίτερα μεστό στόμα για κρασί της κατηγορίας του και πήγαινε θαυμάσια με τα καναπεδάκια από σολωμό και από φουά γκρα. Λίγο η νοστιμιά της Βουργουνδέζικης τρούφας, λίγο τα υψηλής ποιότητας Αλσατικά κρασιά -τόπος καταγωγής του οικοδεσπότη- λίγο οι υπόλοιπες λιχουδιές, έκαναν αυτό το γεύμα ένα από τα καλύτερά μας στην Γαλλία ασχέτως αν δεν προέρχονταν από επαγγελματίες μάγειρες.

Την τελευταία μέρα είπαμε να φάμε κάτι απλό και έτσι αρκεστήκαμε σε μία πίτσα συνοδεία μπύρας. Ίσως όχι το ιδανικό τελείωμα μίας επίσκεψης σε έναν τόπο τόσο δεμένο με την γαστρονομία αλλά σίγουρα είχαμε ήδη τιμήσει την τοπική κουζίνα σε σημείο που ένα παραστράτημα θεωρήθηκε αμελητέο.

Αυτά λοιπόν τα οινο-γαστρονομικά από την Γαλλία. Όμορφες εμπειρίες και γεμάτες στιγμές που αποτελούν κίνητρο για νέες εξορμήσεις στο μέλλον...



*Τα αστέρια Michelin για τα εστιατόρια δεν έχουν καμία σχέση με τα αστέρια των ξενοδοχείων και ένα αστέρι είναι πραγματικά μεγάλη διάκριση.
**Το Cider είναι ανθρακούχο ποτό από μήλα ή αχλάδια με προέλευση την Νορμανδία και αλκόολ στα επίπεδα μίας κλασσική Lager μπύρας.