Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οινικές αποδράσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα οινικές αποδράσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2012

Οι Fratelli και τα φουντουκόμελα!

Βόρεια του Barolo και λίγο μετά την La Morra, βρίσκεται το χωριουδάκι Verduno. Ένα μικρό γραφικό χωριουδάκι από το φυσικό μπαλκόνι του οποίου μπορεί κανείς να διακρίνει μεγάλο μέρος των μυθικών αμπελώνων του Πιεμόντε όπως το Barbaresco και το Monferato. Στο ίδιο μέρος είχα βρεθεί και δυόμισι χρόνια πριν όταν επισκέφθηκα το εξαιρετικό Castelo di Verduno και είχα κρατήσει πολύ καλές αναμνήσεις. Αυτήν την φορά θα συναντούσαμε τον Vittorio, τον ένα εκ των δύο Fratelli Alessandria με σκοπό να επισκεφτούμε το ομώνυμο ιστορικό οινοποιείο.

Περπατώντας μέχρι την βόρεια άκρη του χωριού φτάσαμε στο πανέμορφο κτίριο του 18ου αιώνα όπου βρίσκονται οι χώροι παραγωγής αλλά και η κατοικία της οικογένειας Alessandria. Αφού θαυμάσαμε για λίγο την θέα κατεβήκαμε στον μικρό χώρο δοκιμών που ήταν ένα παλιό δωμάτιο διακοσμημένο με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι ιδιαίτερα ζεστό και φιλόξενο. Στο ίδιο δωμάτιο βρίσκονταν και το πέρασμα για το υπόγειο κελάρι το οποίο αντιληφθήκαμε πολύ μετά από την στιγμή που κάτσαμε αφού ήταν καμουφλαρισμένο σαν κάποιο μυστικό πέρασμα.

Οι "fratelli" καλλιεργούν συνολικά εκατόν σαράντα στρέμματα γης παράγοντας μέσο όρο 75.000 φιάλες το χρόνο με το ένα τρίτο της συνολικής παραγωγής να είναι Barolo. Ο Vittorio είναι η πέμπτη γενιά οινοπαραγωγών και το οινοποιείο αγοράστηκε από την οικογένεια το 1870. Μέχρι τότε στέγαζε ένα εξίσου σπουδαίο οινοπαραγωγό ο οποίος μάλιστα είχε κερδίσει και δύο μεγάλες διακρίσεις σε διαγωνισμό το 1843.

Ξεκινήσαμε τις δοκιμές με το λευκό του κτήματος από την τοπική ποικιλία favorita. Ένα αρκετά καλό λευκό με αρκετό σώμα και καλή οξύτητα χωρίς όμως να προσφέρει το συναίσθημα της ανακάλυψης μίας καινούριας ποικιλίας. Μέχρι τότε αγνοούσα την ύπαρξη αυτού του λευκού DOC* από το Langhe και περίμενα μάλλον κάτι πιο ξεχωριστό.

Από τα κόκκινα πρώτο δοκιμάσαμε το Langhe Nebbiolo. Αρκετά ευχάριστο αρωματικά, απλό κρασί σε γενικές γραμμές με δυναμικό τελείωμα χαρακτηριστικό της ποικιλίας. Ότι έπρεπε για να "ζεσταθούμε" λιγάκι και να προετοιμάσουμε τους ουρανίσκους μας για τα Barolo που θα έπαιρναν σειρά αμέσως μετά.

Το πρώτο μεγάλο Nebbiolo της σειράς -ένα απλό Barolo- ήταν αρκετά σφιγμένο αρωματικά αλλά μας κέρδισε με την εξαιρετική του οξύτητα και την καταπληκτική τανική δομή του. Ακολούθησαν τα Barolo από τα αμπελοτόπια San Lorenzo και Gramolere με το πρώτο να είναι αρκετά εκφραστικό αρωματικά και το δεύτερο να δίνει μία θερμή αίσθηση και να ξεφεύγει αρκετά σε χαρακτήρα από όλα τα υπόλοιπα.

Κορυφαίο της σειράς το Barolo Monvigliero που με το εκπληκτικό, γεμάτο στόμα του και την ατέλειωτη διάρκεια του μας βοήθησε να κλείσουμε τις δοκιμές κρατώντας τα αρώματα του Nebbiolo να γαργαλάνε τον ουρανίσκο μας.

Την επόμενη μέρα το πρωί αφήσαμε το cinquecento μας πίσω στο γραφείο ενοικίασης και προτού πάρουμε το τραίνο για Τορίνο κάναμε μερικές βόλτες στην λαϊκή αγορά της Alba. Υπενθυμίζω πως η περιοχή γύρω από την Άλμπα πέρα από το κρασί φημίζεται και για τα φουντούκια της.
Χαρακτηριστικό της πόλης εξάλλου είναι και η έντονη μυρωδιά από πραλίνα που αναδύεται από τα εργοστάσια της Ferrero και πλημμυρίζει όλη την περιοχή!
Το καλύτερο προϊόν πάντως είναι το παραδοσιακό nocciomiele. Το φουντουκόμελο δηλαδή  που γίνεται από μέλι -συνήθως ακακίας- και πραλίνα φουντουκιού. Κάποιοι παραγωγοί μάλιστα χρησιμοποιούν και ένα μικρό ποσοστό κακάο ενώ λιγότερο ποιοτικά είναι τα nocciomiele που περιέχουν και ηλιέλαιο. Αν όμως πέσετε σε καλό παραγωγό με δικό του μέλι και φουντούκια και σας αρέσουν τα "μερεντοειδή" τότε το "φουντουκόμελο" θα σας ξετρελάνει!
Αφού λοιπόν εφοδιαστήκαμε με μερικά βαζάκια από την γλυκιά αυτή λιχουδιά πήραμε το τραίνο για Τορίνο. Ένα γεμάτο τριήμερο στους αμπελώνες του Πιεμόντε έφτανε στο τέλος του. Οι οινο-γαστρονομικές μας περιπέτειες όμως δεν θα σταματούσαν εκεί αφού στην πόλη του Τορίνο μας περίμεναν άλλου είδους γαστριμαργικές συγκινήσεις!

Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2012

La Spinetta: Με έμβλημα τον Ρινόκερο...

Η επόμενη οινική ημέρα στο Πιεμόντε μας βρήκε βορειοανατολικά της Άλμπα, να ψάχνουμε για το φημισμένο οινοποιείο "La Spinetta" της οικογένειας Rivetti. Είχαμε στα χέρια μας ένα σχεδιάγραμμα σχετικά με το πως θα φτάσουμε εκεί αλλά ανεβαίνοντας τον ομώνυμο λόφο μας δόθηκε η εντύπωση πως είχαμε χαθεί. Σταματήσαμε στο πρώτο σημείο που είδαμε αυτοκίνητα με σκοπό να ζητήσουμε πληροφορίες και τότε αντικρίσαμε μπροστά μας μία μικροσκοπική πινακίδα όπου έγραφε το όνομα του οινοποιείου που ψάχναμε!

H οικογένεια Rivetti βρίσκει της ρίζες της κάπου στα τέλη του 19ου αιώνα αλλά η επιθυμία για την δημιουργία μίας οινικής επιχείρησης πραγματοποιείται το 1977 με την ίδρυση του οινοποιείου στο Castagnole Lanze από τον Giuseppe "Pin" Rivetti. Οινοποιώντας αρχικά μόνο Μοσχάτο παράγουν το πρώτο τους ερυθρό το 1985 για να φτάσουν μέχρι το 2000 να παράγουν Barbaresco και Barolo ενώ από το 2008 ολοκληρώθηκε και το οινοποιείο στην Τοσκάνη όπου παράγεται αποκλειστικά Sangiovese αλλά και ελαιόλαδο.

Στον χώρο υποδοχής μας περίμενε ο Στέφανο που είναι ένας εκ των δύο βασικών οινολόγων στο οινοποιείο του Castagnole Lanze - ο άλλος είναι ο ίδιος ο ιδιοκτήτης. Μαζί με ένα γκρουπ από οκτώ Αυστριακούς και Ελβετούς οπαδούς του κτήματος που είχαν "κατέβει για ψώνια" ξεκινήσαμε την ξενάγηση. Οι χώροι της οινοποίησης ήταν εξοπλισμένοι με μοντέρνα και πολύ προηγμένα μηχανήματα ενώ αρνητική εντύπωση μου έκαναν οι περιστροφικές δεξαμενές. Οι συγκεκριμένες εκχυλίζουν σε μεγάλο βαθμό και σχετικά "άγαρμπα" τις διάφορες ουσίες από τον φλοιό του σταφυλιού και δεν περίμενα να δω κάτι τέτοιο σε ένα οινοποιείο που δίνει τόσο μεγάλη προσοχή στο αμπέλι όπως το La Spinetta. Φυσικά κάθε οινοπαραγωγός έχει τον δική του φιλοσοφία πάνω στην διαδικασία παραγωγής και κάθε επιλογή κρίνεται στο αποτέλεσμα.

Το πιο εντυπωσιακό κομμάτι βέβαια ήταν το κελάρι με τον έντεχνα τοποθετημένο φωτισμό που δημιουργούσε μυσταγωγική ατμόσφαιρα και ο ρινόκερος -έμβλημα του οινοποιείου- που δέσποζε πάνω σε κάθε βαρέλι.

Να επισημάνω εδώ πως στο La Spinetta το 75% των αμπελώνων καλλιεργείται βιοδυναμικά και όσο εμείς ξεναγούμασταν στο οινοποιείο ο ιδιοκτήτης δούλευε μαζί με τους εργάτες στα αμπέλια. Στοιχείο πολύ σημαντικό αφού δείχνει πως ακόμη και αν οι Rivetti έχουν μεγαλοπιαστεί δεν εγκαταλείπουν το αμπέλι γιατί γνωρίζουν πως εκεί είναι το κλειδί για την παραγωγή σπουδαίων κρασιών.

Αφού ολοκληρώσαμε την ξενάγηση περάσαμε στο τραπέζι δοκιμών όπου το κρασί συνοδεύονταν με λίγο ψωμάκι και ελαιόλαδο από τα κτήματα των Rivetti στην Τοσκάνη. Συνολικά δοκιμάσαμε δεκατέσσερις διαφορετικές ετικέτες με τις μισές από αυτές να είναι από την υψηλότερη γκάμα του κτήματος, δηλαδή Barolo ή Barbaresco.
Επίσης δοκιμάσαμε και μία ετικέτα από την ιδιωτική παραγωγή του Stefano που ταίριαζε πάρα πολύ καλά τις οξύτητες της Barbera με την δυναμική τανική δομή του Nebbiolo και τις ισορροπούσε απόλυτα.

Από τα Barbaresco συγκρατήσαμε το "Starderi" του '07 για την αμεσότητα που το διέκρινε χωρίς να χάνει καθόλου από τον δυναμισμό του nebbiolo και το "Valeirano" της ίδιας χρονιάς από ασβεστώδη εδάφη που του προσέδιδαν πιο πικάντικο χαρακτήρα και μεγαλύτερες δυνατότητες παλαίωσης από οποιοδήποτε άλλο στην ίδια σειρά.

Από τα Barolo μας μάγεψε το Campe του 2003 το οποίο πλημμύριζε την μύτη μας με φρούτο και ολοζώντανα αρώματα που σε έκαναν να πιστέψεις πως το κρασί είχε μόλις οινοποιηθεί. Το στόμα ήταν εξίσου νεανικό με τις τανίνες να δείχνουν να μην έχουν καταλάβει τίποτα από το πέρασμα οκτώμιση χρόνων παλαίωσης και την επίγευση να μην τελειώνει ποτέ!

Κλείσαμε με το φρέσκο Moscato d'Asti το οποίο ήταν αρκετά γλυκό για τα γούστα μου αλλά ότι έπρεπε για να δροσίσει και πάλι το στόμα μας μετά από τόση τανίνη. Αρωματικά θύμιζε μπύρα weiss και αυτό γιατί η διαδικασία ζύμωσης είχε τελειώσει σχετικά πρόσφατα. Δυνατό του σημείο οι εξαιρετικά απαλές φυσαλίδες που γαργαλούσαν ευχάριστα τον ουρανίσκο χωρίς να του επιτίθενται.

Κάπως έτσι ολοκληρώσαμε τον κύκλο των δοκιμών. Το La Spinetta είναι ένα από τα κορυφαία κτήματα του Πιεμόντε που καταφέρνει να ισορροπήσει πολύ καλά μεταξύ τεχνολογίας και αυθεντικότητας και κάθε ετικέτα του είναι σίγουρα μία μεγάλη εμπειρία για κάθε οινόφιλο.

Πρωτού φύγουμε ανταλλάξαμε μερικές κουβέντες με τον Στέφανο -ο οποίος είναι επίσης μεγάλος "ξινομαυράκιας"- και του υποσχέθηκα να του πάω μερικές Νάουσες όταν επιστρέψω. Το ωραίο της υπόθεσης ήταν πως ο Stefano, όταν τελειώσαμε τις δοκιμές, μας απολογήθηκε γιατί δεν μπορέσαμε να δοκιμάσουμε πολλά πράγματα και δεν είχε πολύ χρόνο να μας δει. Έχοντας κάτσει εκεί πάνω από δύο ώρες και έχοντας δοκιμάσει ετικέτες που θα θέλαμε τουλάχιστον 1500€ για να τις δοκιμάσουμε μόνοι μας αναρωτιέμαι τι εμπειρία θα ζούσαμε σε περίπτωση που κατάφερνε να μας περιποιηθεί όπως θα το ήθελε!

Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2012

Barbaresco και Marchesi Di Gresy

Αφήνοντας το Asti κατευθυνθήκαμε και πάλι νότια προς την Άλμπα. Προορισμός μας το θρυλικό χωριό Barbaresco με το φημισμένο ομώνυμο κρασί του. Λίγο έξω από το χωριό θα συναντούσαμε τον οινολόγο Jeffrey Chilcot για μία επίσκεψη στη Martinenga, το ένα από τα τέσσερα οινοποιεία του Marchesi Di Gresy.

Barbaresco
Η οικογένεια Di Gresy ασχολούνταν επί πολλές γενεές με την αμπελοκαλλιέργεια πουλώντας τα σταφύλια στους μεγάλους οίκους του Barbaresco. Όλα αυτά πήραν άλλη τροπή το 1973 όταν ο Alberto Di Gresy αποφάσισε σε ηλικία είκοσι ενός ετών πως όλα αυτά έπρεπε να αλλάξουν και η οικογένειά του έπρεπε να εκμεταλλευτεί η ίδια τον καρπό που παρήγαγε. Στόχος του ήταν να συνδυάσει μοντέρνες πρακτικές με παραδοσιακές μεθόδους έτσι ώστε το προϊόν που θα παρήγαγε να ήταν όσο το δυνατόν πιο καλοφτιαγμένο αλλά και αντιπροσωπευτικό του τόπου παραγωγής του. Σήμερα η επιχείρηση μετράει τέσσερα βασικά οινοποιεία και συνολική έκταση τετρακόσια εξήντα στρέμματα.

H Martinenga είναι το μεγαλύτερο οινοποιείο της επιχείρησης και περιλαμβάνει 230 στρέμματα εκ των οποίων τα 110 είναι Nebbiolo. Ο αμπελώνας αυτός είναι και ένας από τους μεγαλύτερους αμπελώνες για την παραγωγή DOCG* Barbaresco. Στην υπόλοιπη έκταση καλλιεργείται Barbera, Chardonnay και ελάχιστο Cabernet Sauvignon και Sauvignon Blanc. Στα περισσότερα κόκκινα πραγματοποιούνται μεγάλες σε διάρκεια εκχυλίσεις ενώ η ωρίμανση γίνεται σε μεγάλα βαρέλια των δυόμισι τόννων και εν μέρη σε μικρά των 225L για τα μεγάλα cru.

Ξεκινήσαμε τις δοκιμές δροσίζοντας το στόμα μας με το Sauvignon Blanc του '11 που παρά το υψηλό του αλκόολ ήταν αρκετά ευχάριστο. Ακολούθησε το ευκολόπιοτο Dolcetto και το κάπως κλειστό αλλά αρκετά δυναμικό Langhe Nebbiolo ενώ στην συνέχεια περάσαμε σε ένα Merlot από τους αμπελώνες του Monte Colombo και του La Serra. Αρχικά με ξένισε η ιδέα του Merlot στα χώματα του Πιεμόντε και δεν έβλεπα τον λόγο για τέτοιου είδους πειραματισμούς. Να όμως που το αποτέλεσμα με εξέπληξε. Πρώτη φορά δοκίμαζα Merlot με τόσο γήινη μύτη και τόσο δυναμική δομή. Σίγουρα η δοκιμή του είχε πολύ ενδιαφέρον και αποδεικνύει πως ακόμη και αυτή η τόσο σνομπαρισμένη από τους "terroiristas" ποικιλία, εάν καλλιεργηθεί κατάλληλα, μπορεί να δώσει πολύ διαφορετικές εκφράσεις ανάλογα με τα εδάφη που θα φυτευτεί.

Μετά από αυτό είχε έρθει η ώρα για τα σπουδαία Nebbiolo του κτήματος. Αρχίσαμε με το Martinenga Barbaresco 2008 που ναι μεν ήταν ακόμη κλειστό στην μύτη, είχε όμως τρομερό νεύρο στο στόμα και φοβερά πλούσιο τανικό τελείωμα. Το 2007 ερχόταν κάπως πιο παιχνιδιάρικο αρωματικά και πιο μαλακό στο στόμα. Πιο "πιασάρικο" από το 2008, στερούνταν όμως τις ατελείωτες δυνατότητες παλαίωσης που έδειχνε να έχει το πρώτο το οποίο μάλλον θα λέγαμε πως είναι μία χρονιά για τους μυημένους.

Ακολούθησαν τα Barbaresco από τα αμπελοτόπια "Camp Gros" και Gaiun που εμφιαλώνονται μόνο τις καλύτερες χρονιές. Το Gaiun ωριμάζει σε γαλλικά βαρέλια τον διακοσίων εικοσιπέντε λίτρων σε αντίθεση με όλα τα υπόλοιπα κρασιά του κτήματος που ωριμάζουν στα μεγάλα Σλοβένικα βαρέλια των δύο τόννων. Ξεκινήσαμε δοκιμάζοντας αυτό του 2006. Στη μύτη, νότες γλυκόριζας εναλλάσσονταν πολύ ωραία με νότες βιολέτας που αποκάλυπταν μία πιο θηλυκή πλευρά του Barbaresco. Στο στόμα ήταν ακόμη έντονα τανικό και έδειχνε πως χρειάζεται ακόμη πολύ χρόνο ώστε να αρχίσει να μαλακώνει.

Κατεβαίνοντας τον χρόνο προς τα πίσω και φτάνοντας το 2005 περάσαμε για λίγο στο Camp Gros. Το 2005 ήταν μία πολύ δύσκολη χρονιά με πάρα πολύ μικρή παραγωγή για την συγκεκριμένη ετικέτα. Στην μύτη έρχονταν και αυτό κάπως κλειστό αρχικά αλλά όσο άνοιγε φανέρωνε ένα κρασί τρομερά πολύπλοκο με ατέλειωτη επίγευση.

Το κορυφαίο όμως της σειράς ήταν το Gaiun 2004 που ήταν ίσως και το μόνο από όσα Nebbiolo δοκιμάσαμε στο οινοποιείο που είχε αρχίσει σιγά σιγά να φτάνει σε ένα στάδιο ετοιμότητας. Οκτώ χρόνια δηλαδή για να αρχίσει ένα μεγάλο Nebbiolo να δείχνει σιγά σιγά τον πραγματικό του χαρακτήρα και ποιος ξέρει πόσα ακόμη για να φτάσει στο απόγειό του. Πολύ εκφραστικό με πιο ντελικάτο χαρακτήρα από τα δύο προηγούμενα αφού το βαρέλι ήταν πλήρες ενσωματωμένο στο σύνολο και δεν έλειπαν και κάποιες πιο ανθώδεις νότες που του πρόσθεταν φινέτσα.

Κάπου εκεί φτάσαμε στο τέλος αυτής της εξαιρετικής εμπειρίας που μας προσέφερε ο Jeffrey και ανανεώσαμε το ραντεβού μας για μία τυφλή γευστική με Nebbiolo και Ξινόμαυρα των οποίων ο Νεο-Ζηλανδός οινολόγος είναι μεγάλος φαν!

Προτού επιστρέψουμε στην βάση μας βρεθήκαμε για λίγο στο χωριό Diano, σε μία από τις δέκα κοινότητες του Πιεμόντε όπου το Dolcetto είναι ονομασία προέλευσης. Εκεί βρεθήκαμε στην Azienda Agricola Cortin δοκιμάσαμε τα κρασιά του κτήματος πιο πολύ ως απεριτίφ -ήταν αργά το απόγευμα- παρά ως γευσιγνωσία.

Δοκιμάσαμε την πιεμοντέζικη λευκή ποικιλία Arneis η οποία όμως δεν έλεγε και πολλά, ένα πολύ φρουτώδες Dolcetto με πάρα πολύ καλή σχέση ποιότητας τιμής και ένα εξίσου φρουτώδες Diano d'Alba, πολύ ωραία δομημένο και με πολύ ωραία επίγευση.

Κάπως έτσι έκλεινε μία ακόμη μέρα οινικών διαδρομών στο Πιεμόντε και επιστρέψαμε σπίτι για ξεκούραση, μερικά κρασάκια ακόμη και χαβαλέ με τους Ιταλούς οικοδεσπότες μας!

Τρίτη 5 Ιουνίου 2012

Κοιλάδα του Vaud ημέρα 3η

Αφού τελειώσαμε το γεύμα στο σπίτι του Raoul Cruchon, ο ίδιος μας οδήγησε με το αυτοκίνητο του στο επόμενο οινοποιείο της ημέρας. Παρεμπιπτόντως, το γεύμα μας περιλάμβανε ουρά πεσκανδρίτσας στο φούρνο, ψημένη απλά όσο χρειάζονταν για να μην χάνει τα ζουμιά της. Κάτι σαν ζεστό σούσι δηλαδή που όμως κρατούσε όλη του την νοστιμιά και έδενε καταπληκτικά με τα λευκά του κτήματος.

Σε απόσταση όχι πάνω από ένα εικοσάλεπτο δρόμου με το αυτοκίνητο, φτάσαμε στον τρίτο οινικό μας σταθμό στην κοιλάδα του Vaud. Ενδιάμεσα, δεξιά και αριστερά στο τοπίο κυριαρχούσαν είτε τα αμπέλια είτε οι αγελάδες οι οποίες περίμεναν υπομονετικά να έρθουν οι μέρες που λουλουδοστολισμένες και κουδουνοφορεμένες όπως προστάζει το έθιμο, θα ανηφορίσουν και πάλι προς τα βουνά των Άλπεων ή του Jura.

Στο χωριό Fichy μας περίμενε ο Raymond Paccot, ο έτερος σπουδαίος βιοδυναμιστής της La Côte και ιδιοκτήτης του "Domaine La Colombe". Καθώς συζητούσαμε μαζί του και ενώ ετοιμαζόμασταν να κάνουμε μία γύρα στους αμπελώνες του είδαμε απέναντί μας ένα τεράστιο φορτηγό με ένα σκεπασμένο φορτίο πολύ μεγάλου μεγέθους. Το φορτίο αυτό ήταν ένα δέντρο με ύψος πάνω από δέκα μέτρα, πακεταρισμένο μαζί με τις ρίζες του από κάποιο σημείο της Βόρειας Ιταλίας προορισμένο να φυτευτεί στον κήπο της πλούσιας κυρίας απέναντι από το οινοποιείο. Η συγκεκριμένη κυρία αγόρασε την βίλα η οποία όμως δεν είχε δέντρα στον κήπο της. Για να μην χρειαστεί να φυτέψει δέντρα και να περιμένει αρκετά χρόνια ώσπου να μεγαλώσουν αποφάσισε να δημιουργήσει έναν κήπο με έτοιμα δέντρα που αγόρασε από διάφορα μέρη. Το κόστος για ένα δέντρο είναι γύρω στα 35.000€ με τα μεταφορικά να αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος του κόστους αυτού. Μου θύμισε την περίπτωση κάποιων μεγάλων Chateau στο Μπορντό που μετέτρεψαν τα επίπεδα αμπελοτεμάχιά τους σε λόφους τοποθετώντας μάλιστα και έδαφος της επιλογής τους!

Αφήνοντας τις εκκεντρικότητες των πλουσίων πίσω μας, ο Raymond μας οδήγησε στους αμπελώνες του γύρω από το χωριό. Συνολικά στην ευρύτερη περιοχή του Morges, εκεί δηλαδή όπου βρίσκεται και το Fichy, καλλιεργούνται 6000 στρέμματα. Η συνολική έκταση των αμπελώνων του Vaud είναι 40.000 στρέμματα ενώ όλη η Ελβετία καλλιεργεί 150.000 στρέμματα. Το Domaine La Colombe κατέχει εκατόν πενήντα στρέμματα σε βιοδυναμική καλλιέργεια εδώ και δώδεκα χρόνια. Tο έδαφος δουλεύεται εντατικά προκειμένου να εξοντωθούν τα ζιζάνια που δημιουργούν ανταγωνισμό στα πυκνά φυτεμένα κλήματα του αμπελώνα και να τονωθεί η ζωή των υπόγειων μικροοργανισμών. Για τον ίδιο λόγο καλλιεργείται και κριθάρι το οποίο αφού κοπεί τονώνει την περιεκτικότητα του εδάφους σε άζωτο.

Οι αμπελώνες είναι σχετικά πυκνά φυτεμένοι αλλά παρατηρείται η τάση ανά πέντε σειρές να ξηλώνουν την μεσαία για να διευκολύνεται η μηχανοποίηση. Εντύπωση μου προκάλεσαν τα μικρά Ιταλικά τρακτέρ που μπορούν να δουλεύουν αμφίπλευρα έχοντας ένα περιστρεφόμενο κάθισμα σε ίση απόσταση από το μπροστινό και το πίσω μέρος.

Αφού τελειώσαμε την βόλτα μας, επιστρέψαμε στο οινοποιείο όπου περάσαμε στις δοκιμές των κρασιών. Στην αίθουσα γευσιγνωσίας αυτό που τραβούσε την προσοχή ήταν οι τομές των τεσσάρων εδαφικών τύπων του αμπελώνα οι οποίες εκθέτονταν σε ειδικά διαμορφωμένο πλαίσιο. Στο σημείο εκείνο ο Raymond Paccot, αφού μας εξήγησε τις ιδιαιτερότητες του κάθε εδάφους, μας αποχαιρέτισε αφήνοντας μας στα χέρια του βοηθού του.

 Για μία ακόμη φορά δοκιμάσαμε πάνω από δέκα διαφορετικές ετικέτες, με το Chasselas να κυριαρχεί σε διάφορες εκδοχές ανάλογα με το αμπελοτόπι. Πολύ καλό ήταν το "Le Brez" με ιδιαίτερη ένταση και νεύρο σε αντίθεση με το "Mont sur Rolle" που έρχονταν κάπως πιο παχύ. Πέρα από τα Chasselas πολύ καλή εντύπωση μας έκανε και το Chardonnay 2009 που θύμιζε Macon ενώ ενδιαφέρον παρουσίαζε και το χαρμάνι Savagnin, Chardonnay και Dorale. Η τελευταία είναι και αυτή μία ποικιλία που έχει δημιουργηθεί από τους Ελβετούς διασταυρώνοντας Chasselas με Chardonnay.
Από τα κόκκινα ξεχωρίσαμε το Pinot Noir του 2010 που διατηρούσε όλη την ευγένεια της ποικιλίας και το "La Colombe Rouge" που αποτελείται από Syrah, Gamaret και Gamanoir -μία ακόμη διασταύρωση Chasselas με Reichensteiner-.

Με το Domaine La Colombe έκλεισε ο πρώτος κύκλος οινικού ενδιαφέροντος στο ταξίδι μας και πήραμε το δρόμο για Γενεύη. Από εκεί περάσαμε στην Γαλλική πλευρά της λίμνης για μερικούς ορειβατικούς περιπάτους στα προ-αλπικά βουνά. Μπορούσαμε πια να διακρίνουμε όλη την λίμνη από ψηλά και να αγναντέψουμε τους αμπελώνες του Vaud στο βάθος απέναντί μας...

Δευτέρα 28 Μαΐου 2012

Κρασιά, τυριά και ο Ροδανός ως παγετώνας...

Την δεύτερη μέρα μας στην Λοζάνη κατευθυνθήκαμε δυτικά, στην άλλη πλευρά της αμπελουργικής ζώνης του Vaud, στην λεγόμενη "La Côte". Η πρώτη μας επίσκεψη ήταν στο οινοποιείο Henri Cruchon στο Echichens. Στην πλατεία του χωριού μας περίμενε ο Raoul Cruchon ο οποίος με μεγάλη προθυμία μας ξενάγησε στους αμπελώνες και μας μίλησε για την φιλοσοφία του κτήματος, για το ιστορικό της περιοχής, το μικροκλίμα και την επιρροή του στους αμπελώνες.

Ο Ροδανός ως παγετώνας
Ας τα πάρουμε από την αρχή ξεκινώντας από το μικροκλίμα. Κάθε φορά που εμείς οι οινόφιλοι ακούμε το όνομα Ροδανός το μυαλό μας πάει στις δύο ομώνυμες κοιλάδες. Εκεί όπου κυριαρχεί η Syrah και τα μεγάλα cru όπως το Hermitage στα βόρεια ή το Chateauneuf du Pâpe στα νότια. Σπάνια όμως έρχεται στο μυαλό μας η κοιλάδα του Vaud η οποία είναι άμεσα συνδεδεμένη με τον μεγάλο γαλλικό ποταμό που πηγάζει στην Ελβετία. Τα πάντα ξεκινάνε κάπου στις Άλπεις σε υψόμετρο τριών χιλιάδων μέτρων. Εκεί, ο ανοιξιάτικος ήλιος λιώνει κάθε χρόνο ένα μέρος από τα δεκαεπτά τετραγωνικά χιλιόμετρα του μεγάλου παγετώνα του Ροδανού, τον υγροποιεί και δημιουργεί το ομώνυμο ποτάμι που κατηφορίζει μέχρι την λίμνη Λε Μαν. Στην συνέχεια ο ποταμός φεύγει κάπου από το ύψος της Γενεύης διασχίζει τις δύο μεγάλες κοιλάδες και τελικά χύνεται στην μεσόγειο δημιουργώντας τον υπέροχο υδροβιότοπο της Camargue κοντά στην Μασσαλία.

Η λίμνη Λε Μαν επιδρά στην διατήρηση ομαλών θερμοκρασιών σε όλη την περιοχή που βρίσκεται τριγύρω της. Πρόκειται για μία τεράστια μάζα νερού συνολικού μεγέθους 83 κυβικών χιλιομέτρων που κρατάει ζεστή την ατμόσφαιρα το χειμώνα και δροσερή το καλοκαίρι προστατεύοντας τους αμπελώνες από ακραία φαινόμενα.

Η αμπελοκαλλιέργεια στην περιοχή αναπτύχθηκε χάρη στους Ρωμαίους οι οποίοι έμαθαν στους ντόπιους πως να καλλιεργούν το αμπέλι και να παράγουν κρασί. Σύμφωνα με τον παραγωγό, η περιοχή είχε από τότε διάφορες ποικιλίες σταφυλιών. Σε συνδυασμό με διάφορες διασταυρώσεις ποικιλιών με τις οποίες πειραματίστηκαν οι Ελβετοί κατά την διάρκεια των χρόνων ο Αλπικός τομέας θεωρείται σήμερα ένα από τα μεγαλύτερα ποικιλιακά θησαυροφυλάκια του οινικού κόσμου.

Οι οικογένεια Ανρί Κρουσόν κατέχει 420 στρέμματα αμπελώνων και η ιστορία της χάνεται στα βάθη των αιώνων. Γύρω στα 240 στρέμματα καλλιεργούνται βιοδυναμικά τα τελευταία έντεκα χρόνια και κάθε χρόνο γίνεται μετατροπή όλο και περισσότερων εκτάσεων. Συνολικά έχουν φυτευτεί δεκαπέντε διαφορετικές ποικιλίες οι οποίες δίνουν τριανταέξι διαφορετικές ετικέτες! Ο Ραούλ μας εξηγεί πως στόχος τους είναι να αναδεικνύουν τον ξεχωριστό χαρακτήρα του κάθε terroir και για να γίνει αυτό αποφεύγουν τα χαρμάνια και οινοποιούν κάθε αμπελοτεμάχιο ξεχωριστά. Μόνο για το Chasselas υπάρχουν εννιά διαφορετικές ετικέτες! Έτσι δίνεται έμφαση στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε υποπεριοχής και όχι στην ποικιλία αποκλειστικά. Ότι δηλαδή συμβαίνει στην Βουργουνδία, το Πιεμόντε και τις άλλες σπουδαίες οινοπαραγωγικές περιοχές του κόσμου.

Επιστρέφοντας από τον περίπατό μας στους αμπελώνες, καθίσαμε στον καλαίσθητο χώρο δοκιμών του οινοποιείου όπου παρέα με τον οινοπαραγωγό, τον κύριο Ζησιάδη και τον τυροκόμο Ζακ Ντουτβελέρ δοκιμάσαμε μερικές από τις ετικέτες του κτήματος. Τα Chasselas με τα οποία και ξεκινήσαμε χαρακτηρίζονταν από απαλή γεύση και ήταν ευκολόπιοτα και ευχάριστα. Η διαφορά που υπήρχε όσο δοκιμάζαμε άλλα αμπελοτεμάχια είναι πως κάποια από αυτά υπερτερούσαν σε γευστική διάρκεια αλλά και οξύτητα. Να σημειώσω εδώ πως σε όλα τα κρασιά πραγματοποιείται μηλογαλακτική ζύμωση με σκοπό να αμβλυνθούν οι έντονες οξύτητες. Μετά τα Chasselas περάσαμε σε ένα ωραίο νευρώδες Σαρτονέ και ένα αρωματικό Viogner και τέλος στην τοπική ποικιλία Altesse.

Η συγκεκριμένη φέρεται να ανήκει στην ίδια οικογένεια με την Rousanne ενώ η wikipedia αναφέρει πως την είχε φέρει από την Κύπρο ένας δούκας του Σαβόι. Η μύτη χαρακτηρίζεται από πολύ καθαρό φρούτο και έντονα αρώματα γκρέιπφρουτ ενώ το στόμα είναι αρκετά γεμάτο, με πολύ καλές οξύτητες και μεγάλη γευστική διάρκεια.

Κάπου εκεί εμφανίστηκε και η φουρνάρισσα του χωριού η οποία μας πρόσφερε έναν μεζέ από πατέ τυλιγμένο σε σφολιάτα που μόλις είχε ψήσει και ταίριαζε υπέροχα με τα κόκκινα που ακολουθούσαν στην γευστική δοκιμή. Δοκιμάσαμε πρώτο το Servagnin με το πολύ έντονο άρωμα Cassis. Πρόκειται για κλώνο του Pinot Noir που μεταφέρθηκε από την Γαλλία στην κοιλάδα του Vaud πριν εξακόσια χρόνια και σήμερα έχει χαθεί στην χώρα προέλευσής του. Αποτέλεσμα αυτού είναι το Servagnin να μην μοιάζει παρά ελάχιστα με το Pinot Noir και να δίνει ένα πολύ ξεχωριστό προϊόν.

Ακολούθησαν δύο τρία ακόμη κόκκινα και τέλος το Gamaret. Μία διασταύρωση του γνωστού μας Gamay με το λευκό Reichensteiner που με την σειρά του προέρχεται από μία σειρά διασταυρώσεων του γερμανικού ινστιτούτου με το όνομα σιδηρόδρομο: "Institut fur Rebenzuchtung und Rebenveredlung der Hessischen Forschungsanstalt fur Weinbau, Gartenbau, Getranketechnologie und Landespflege". Πιο θερμό αρωματικά από όλα τα υπόλοιπα αλλά και αρκετά πολύπλοκο με βοτανικές αλλά και μπαχαρένιες νότες και πολύ καλή ισορροπία οξύτητας τανινών ήταν ίσως το καλύτερο της σειράς.


Τελειώνοντας τις δοκιμές και προτού περάσουμε στην οικία Cruchon όπου η οικογένεια του παραγωγού μας είχε καλέσει σε γεύμα, κάναμε μία συζήτηση σχετικά με το τυρί με τον τυροκόμο της παρέας. Ο Jacques Duttweiler που σύμφωνα με τον κύριο Ζησιάδη θεωρείται ο άρχοντας των τυριών της Ελβετίας μας μίλησε για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει με το να εμπορευτεί ελληνικά τυριά αλλά και την ανησυχία του για την οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί υποχρεωτικής παστερίωσης όλων των τυριών. Υπενθυμίζω πως οι Γάλλοι έκαναν μία τιτάνια προσπάθεια και κατάφεραν να πετύχουν την ακύρωση του νόμου όσον αφορά την χώρα τους, επικαλούμενοι την ισοπέδωση των γεύσεων και την διάσωση της γαστρονομικής τους κληρονομιάς.

Είναι προφανές πως οι μεγάλες βιομηχανίες τυριού δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν γάλα της ίδιας ποιότητας με αυτό των μικρών παραγωγών και αναγκάζονται να το παστεριώσουν προκειμένου να αποφευχθούν βακτηριδιακές μολύνσεις. Με την παστερίωση όμως χάνουν όλη την γεύση του τυριού και κάθε τύπος τυριού τείνει να μοιάζει το ίδιο ακριβώς. Από την άλλη πλευρά, οι μικροί τοπικοί παραγωγοί της κάθε περιοχής παράγουν τυριά πιο γευστικά που αποτυπώνουν στο ακέραιο τον γευστικό χαρακτήρα της ζώνης παραγωγής τους. Αυτό συμβαίνει επειδή η ποιότητα του γάλακτος που χρησιμοποιείται είναι πολύ καλύτερη και έτσι αποφεύγεται η παστερίωση που στερεί όλο τον γευστικό πλούτο του τελικού προϊόντος. Ο νόμος της ευρωπαϊκής ένωσης περί υποχρεωτικής παστερίωσης είναι απλά μία τεράστια βοήθεια στις μεγάλες βιομηχανίες που "κινούν τα νήματα" και τις βοηθάει να εξισώσουν τα άνοστα και πλαστικοποιημένα τυριά τους με τα θεσπέσια τυριά των κατά τόπους μερακλήδων τυροκόμων!

Το παράδοξο μάλιστα είναι πως ειδικά στην Ελβετία, για να δημιουργήσουν το περίφημο emmental χρησιμοποιούν πλέον ειδικές καλλιέργειες βακτηριδίων που έχουν μοναδικό σκοπό να δημιουργούν της περίφημες τρύπες! Όπως μάλιστα τονίζει και ο ειδικός της παρέας μας, σε λίγο καιρό ο κόσμος θα σταματήσει να τρώει τυρί γιατί εφόσον τα ένζυμα θα είναι εξοντωμένα από την παστερίωση, το τυρί όχι απλά θα χάσει τον ρόλο του ως χωνευτικό αλλά θα προκαλεί πλέον και προβλήματα δυσπεψίας στα ευαίσθητα στομάχια!

Το θέμα επί ελληνικού εδάφους έχει περάσει στα ψιλά και ψάχνοντας στο διαδίκτυο δεν βρήκα κάποιο σχετικό άρθρο. Έχω όμως την εμπειρία του τοπικού μας μπάτζου -εδώ τον λέμε μπάτσο- που  θυμίζει όλο και περισσότερο σκληρή κεφαλογραβιέρα παρά αυτό που πραγματικά είναι και φυσικά την ομολογία τοπικού εστιάτορα που με στεναχώρησε πάρα πολύ όταν μου είπε "μπορώ να έχω ότι αηδιαστικό υποκατάστατο τυριού θέλω και να το πουλάω για τυρί αλλά αν με βρούνε με μη-παστεριωμένο μπάτσο την έχω πολύ άσχημα!" Θλιβερό αλλά αληθινό.

Ζήτω η παρανομία λοιπόν! Ζήτω η απανταχού ανυπότακτοι τυροκόμοι! Ζήτω όσοι διακινδυνεύουν για να σώσουν την ιστορία του τόπου τους και την γαστρονομική τους κληρονομιά! Κάτω τα παστεριωμένα, φιλτραρισμένα, ραφιναρισμένα και λοιπά σακατεμένα από την επεξεργασία προϊόντα!



υ.γ. Φυσικά υπάρχουν και περιπτώσεις που η παστερίωση ή άλλη επεξεργασία κρίνεται απαραίτητη. Για όσους δεν το γνωρίζουν έχω τελειώσει το λύκειο με ειδικότητα τεχνολογίας τροφίμων στην Αμερικάνικη Γεωργική Σχολή και γνωρίζω πολύ καλά που βρίσκονται τα όρια αυτού που αποκαλούμε "φυσικό" και αυτού που καταντάει "βλαβερό".

Παρασκευή 25 Μαΐου 2012

Αμπελο-οινικές περιπέτειες γύρω από μια λίμνη!

Είναι τέλη Απριλίου και βρίσκομαι σε ένα πέτρινο μπαλκόνι πάνω από την λίμνη Λε Μαν κρατώντας στο χέρι ένα ποτήρι Mondeuse. Το κρασί μας συνοδεύει λεπτοκομμένο προσούτο με βιολογικό ελαιόλαδο από τις Σέρρες. Είναι από τις πρώτες ηλιόλουστες μέρες στην Ελβετία και τα βουνά απέναντι είναι ακόμη ντυμένα στα λευκά. Συζητάμε με τον παραγωγό για την βιοδυναμική και την σχέση του με την φύση ενώ γύρω μας είναι απλωμένες ατέλειωτες πεζούλες με αμπελώνες. Είναι η αρχή ενός υπέροχου οινο-γαστρονομικού ταξιδιού σε τρεις διαφορετικές χώρες γύρω από τις Άλπεις.

Ας πάρουμε όμως τα πράματα από την αρχή. Τον Φεβρουάριο που μας πέρασε, μας επισκέφτηκαν στην Νάουσα δύο Ελβετοί οινοπαραγωγοί συνοδεία του κύριου Ζησιάδη, Έλληνα που ζει στην Ελβετία. Ο κύριος Ζησιάδης είναι εμπνευστής και δημιουργός του σχεδίου Πάτοινος. Ένα σχέδιο που σε συνεργασία με ανθρώπους του χώρου από Ελλάδα και εξωτερικό, φιλοδοξεί να αναβιώσει την Πατμιακή αμπελοκαλλιέργεια και οινοπαραγωγή και να δώσει στο νησί το οινικό χρώμα του παρελθόντος. Αφού λοιπόν γνωριστήκαμε με τους παραγωγούς και ανταλλάξαμε διευθύνσεις το μόνο που έμενε ήταν να πάρουμε το αεροπλάνο και να πάμε και εμείς με την σειρά μας να τους βρούμε και να δούμε από κοντά τους αμπελώνες τους και τα κρασιά που παράγουν.

Παράλληλα, ο γάμος ενός φίλου στο Saint-Peray -δύο μόλις χιλιόμετρα από το Cornas- έβαλε στο πρόγραμμά μας και τον Βόρειο Ροδανό με τα μεγάλα του Syrah και τις εκπληκτικές Rousanne και Marsanne. Και επειδή οι ανταποκρίσεις πτήσεων από τον Βόρειο Ροδανό μέχρι την Ελλάδα δεν είναι ότι πιο εύκολο και οικονομικό μπορεί να βρει κανείς, είπαμε για τον γυρισμό να πετάξουμε από Ιταλία. Έλα όμως που εκεί όπου η Ιταλία συνορεύει με την Γαλλία τυχαίνει να βρίσκεται ένας γαστρονομικός παράδεισος! Πόσοι οινόφιλοι δηλαδή θα περνούσαν από το Πιεμόντε χωρίς να κάνουν μία ολιγοήμερη στάση; Γι'αυτό κι εμείς είπαμε να προσθέσουμε έναν ακόμη σταθμό στο πρόγραμμά μας και να κάνουμε μερικές διανυκτερεύσεις στο Τορίνο και στην Άλμπα προτού επιστρέψουμε σπίτι.

Ξεκινώντας το ταξίδι μας προσγειωθήκαμε στο αεροδρόμιο της Βασιλείας και περάσαμε στην πόλη την πρώτη μας βραδιά. Σπεσιαλιτέ της πόλης είναι τα Λέκερλι. Μικρά μπισκοτάκια φτιαγμένα από μέλι, ξηρούς καρπούς, αλεύρι αρωματικά φυτά κ.α. τα οποία όμως έχουν το μειονέκτημα να είναι πολύ σφιχτά και όχι τόσο πρόθυμα να ξεκολλήσουν από τα δόντια μας! Γι'αυτό και εμείς τα εκδικηθήκαμε και τα αφήσαμε να μας κοιτάζουν παραπονεμένα πίσω από τις βιτρίνες τους. Αντί αυτών προτιμήσαμε δύο μεγάλες πλάκες χύμα σοκολάτας από εξαιρετικής ποιότητας κακάο που μας έκαναν να γλείφουμε μέχρι και τα δάκτυλα μας!

Την επόμενη μέρα το πρωί φύγαμε για Λωζάνη όπου θα μέναμε τις επόμενες τρεις μέρες και θα ήταν η έδρα μας για τις εξορμήσεις στους αμπελώνες της γύρω περιοχής. H πρώτη μας επίσκεψη ήταν στον βιοδυναμιστή οινοπαραγωγό Gilles Wannaz στο χωριό Chenaux. Μας υποδέχθηκε στο πανέμορφα διαμορφωμένο πετρόκτιστο κτήριό του το οποίο μετράει 800 χρόνια ιστορίας. Η διακόσμηση του χώρου ήταν εξ ολοκλήρου φτιαγμένη από αντικείμενα που είχε κατασκευάσει ο ίδιος και η όλη ατμόσφαιρα έδινε μία αίσθηση πολύ ζεστή και φιλική προς τον επισκέπτη. Αφού ήπιαμε ένα λευκό για το καλωσόρισμα, περάσαμε στο μπαλκόνι όπου η θέα έκοβε την ανάσα. Μπροστά μας απλώνονταν η λίμνη Λε Μαν, στο βάθος οι χιονισμένες κορφές των Άλπεων και γύρω μας ο χαρακτηρισμένος από την Unesco "μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς" αμπελώνας του Lavaux.

Δοκιμάζοντας τα λευκά ήταν η πρώτη φορά που ερχόμασταν σε επαφή με την ποικιλία Chasselas. Μία ποικιλία αρκετά υποτιμημένη στις χώρες γύρω από την Ελβετία αλλά πολύ σπουδαία για τους ίδιους τους Ελβετούς. Το Chasselas σε γενικές γραμμές δίνει κρασιά αρκετά μαλακά, ευκολόπιοτα, με μέτριες οξύτητες και ευχάριστο τελείωμα. Αυτό το κάνει να είναι το τέλειο κρασί για το απεριτίφ και σύμφωνα με τα λεγόμενα των ντόπιων, παλαιότερα, στις 11 η ώρα το πρωί έκαναν διάλειμμα από τις δουλειές τους και έπιναν όλοι από ένα μπουκάλι Chasselas για να τους ανοίξει η όρεξη! Κάποια αμπελοτόπια πάντως χαρακτηρίζονται από ποιο δυναμικές οξύτητες και τα τελευταία χρόνια η τάση για παλαιωμένα κρασιά της ποικιλίας παρουσιάζεται αυξημένη.


Πέρα από το Chasselas δοκιμάσαμε επίσης κάποια εξαιρετικά κόκκινα. Ήπιαμε δύο πολύ καλά Pinot Noir, ένα ξεχωριστό Merlot και την καταπληκτική Mondeuse. Μία ποικιλία με σκούρο κόκκινο χρώμα, τρομερές οξύτητες και καλές τανίνες που βοηθάνε να κρατηθεί η ισορροπία. Πρόκειται για μία ποικιλία που καλλιεργείται εδώ και πάρα πολλά χρόνια στην περιοχή του Haut-Savoie αλλά λόγω της έντονης οξύτητάς της δεν κατάφερε ποτέ να πρωταγωνιστήσει.

Συνολικά δοκιμάσαμε τις μισές από τις είκοσι(!) περίπου ετικέτες του κτήματος που φτιάχνονται από τις εικοσιέξι ποικιλίες που καλλιεργούνται σε 36 διαφορετικά αμπελοτεμάχια! Και όλα αυτά με συνολική έκταση μόλις σαρανταπέντε στρέμματα. Όποιος έχει ασχοληθεί με οινοποίηση ξέρει τι φασαρία σημαίνουν όλα αυτά και το πόσο καλά οργανωμένος πρέπει να είναι κανείς κατά την διάρκεια του τρύγου για να μην χάσει τα αυγά και τα πασχάλια!

Οι αμπελουργικές ζώνες τις Ελβετίας
Παρόλα αυτά ο παραγωγός υποστηρίζει πως η Ελβετία έχει χάσει τεράστιο μέρος από την πλούσια γενετική κληρονομιά της και οι ποικιλίες που παρέμειναν μέχρι και σήμερα είναι οι πιο παραγωγικές. Αυτό φυσικά συνέβη σε πολλές περιοχές της Ευρώπης καθώς οι αμπελουργοί αντιλήφθηκαν πολύ αργά πως οι λίγο παραγωγικές ποικιλίες ή κλώνοι είναι αυτές που μπορούν να δώσουν υψηλή ποιότητα. Ότι ακριβώς συνέβη δηλαδή και στην χώρα μας.

Μείναμε εκεί πέρα σχεδόν δύο ώρες και αναλύσαμε με τον παραγωγό διάφορα θέματα αμπελο-οινικού περιεχομένου με την βιοδυναμική να αποτελεί τον κεντρικό άξονα των περισσότερων συζητήσεων. Αργά το απόγευμα επιστρέψαμε στην Λοζάνη για να δειπνήσουμε με τον οικοδεσπότη μας και να απολαύσουμε μερικά ακόμη τοπικά κρασιά!

Σάββατο 25 Ιουνίου 2011

Φτάνοντας στο τέλος...

Σκασμένοι από το μεσημεριανό φαγητό και κουρασμένοι από τις διαδρομές με το αυτοκίνητο φτάσαμε σε έναν ανηφορικό δασικό δρόμο που μας οδήγησε στον επόμενο προορισμό μας.
Πάνω σε έναν μεγάλο λόφο εκεί που τελείωνε το δάσος άρχιζαν οι αμπελώνες του επόμενου κτήματος. Στον ίδιο χώρο ήταν κτισμένο και το οινοποιείο με τρόπο διακριτικό και εναρμονισμένο με το περιβάλλον γύρω του. Το μεγαλύτερο μέρος του ήταν θαμμένο στην γη και μόλις ένα μικρό κομμάτι ξεπρόβαλε στην επιφάνεια. Εσωτερικά τα πάντα ήταν καινούρια και τεράστιοι πίνακες απεικόνιζαν σκηνές από θεατρικό έργο με αναφορές στο κρασί.

Ξεκινήσαμε τις δοκιμές με ένα αφρώδες που ήταν ότι έπρεπε για να ξεκουράσει λίγο το στόμα μας με τις ήπιες φυσαλίδες του και να μας δροσίσει με την οξύτητά του. Η συνέχεια όμως ήταν απογοητευτική. Κρασιά άκρως τεχνολογικά, υπερβολικά έντονα, κουραστικά, χωρίς ταυτότητα, με αρώματα που θυμίζουν καινούριο αυτοκίνητο και σου φέρνουν ζαλάδα. Χρησιμοποιούσα την κούραση ως δικαιολογία για το ότι δεν έλεγα τίποτα και προσπαθούσα να αποφύγω να μου ερωτηθεί η γνώμη μου για να μην αναγκαστώ να πω ψέματα.

Αναρωτιέμαι γιατί υπάρχουν ακόμη μικρά οινοποιεία που συνεχίζουν να φτιάχνουν τέτοια κρασιά. Είναι σαν να προσπαθεί κάποιος να ανταγωνιστεί την κόκα κόλα με ένα προϊόν σχεδόν όμοιο και χωρίς μάλιστα να μπορεί να το προσφέρει φθηνότερα. Πόσο μακριά μπορεί να φτάσει;

Η ξενάγηση στο οινοποιείο που έγινε μετά τις δοκιμές επιβεβαίωσε αυτό που περίμενα και αυτό για το οποίο έχω γράψει ουκ ολίγες φορές. Τα πάντα ήταν τελευταίας τεχνολογίας και τα περισσότερα μηχανήματα ήταν προορισμένα στην διασφάλιση της προστασίας του προϊόντος από οξειδώσεις και άλλες αλλοιώσεις. Υπήρχαν ακόμη και μηχανήματα τα οποία μέχρι τώρα αγνοούσα την ύπαρξη τους. Μόνο παστεριωτές και αποστειρωτές δεν είδα.

Παρόλα αυτά, η οικογένεια που διατηρεί το κτήμα είναι η τρίτη γενιά οινοπαραγωγών και παράγουν σταθερά 65.000 φιάλες από 90 στρέμματα. Διατηρούν έναν πολύ όμορφο χώρο, περιτριγυρισμένο από ένα ακόμη ομορφότερο φυσικό τοπίο και είναι εξαιρετικά φιλόξενοι. Η μεγάλη μου διαφωνία μαζί τους είναι ο τρόπος που έχουν επιλέξει να κάνουν τα κρασιά τους...

Επόμενος σταθμός ήταν το οινοποιείο Joannes. Ένα μικρό οινοποιείο που από το 1992 παράγει λευκά κρασιά με κύρια ποικιλία το Riesling και η συνολική παραγωγή δεν ξεπερνάει τις 40.000 φιάλες.

Μας υποδέχθηκε ο πατέρας του ιδιοκτήτη ο οποίος είχε μεγάλη όρεξη για κουβέντα και ήταν πολύ ανοιχτός απέναντί μας. Περάσαμε απευθείας στις δοκιμές και είπαμε πολύ λίγα για τους τρόπους καλλιέργειας και οινοποιήσης. Κάθε κρασί που δοκιμάζαμε είχε τον δικό του ξεχωριστό χαρακτήρα και με εξαίρεση ένα πολύ όξινο Sauvignon όλα ήταν εξαιρετικά. Μεγάλη εντύπωση μου έκανε το Sylvaner τους και η κάθετη δοκιμή στα Riesling στα οποία απ'ότι φαίνεται έχουν εξειδίκευση.
Παρόλα αυτά όμως την παράσταση έκλεψε ο μεζές! Ένα σπιτικό σαλάμι αέρος από αρνίσιο κρέας που ήταν από μόνο του μία φοβερή γευστική εμπειρία.

Με τις καλύτερες των εντυπώσεων από το οινοποιείο Joannes φύγαμε για να δούμε τo Zlati Gric. Ένα συγκρότημα που πέρα από οινοποιείο και αμπελώνες διαθέτει ξενοδοχεία, γήπεδα γκολφ και εστιατόρια.

Το οινοποιείο είναι πάρα πολύ μοντέρνο και το κτίριο θυμίζει περισσότερο Καλιφόρνια παρά Ευρώπη. Το εξωτερικό μέρος οδηγεί σε ένα πολύ μεγαλύτερο τμήμα κάτω από την γη στο οποίο βρίσκονται τεραστίων διαστάσεων εγκαταστάσεις. Παρομοίως κάθε μηχάνημα είναι γιγαντιαίων διαστάσεων με προδιαγραφές να δεχτεί εκατοντάδες τόννους σταφύλια.

Ο Νικ, ο Νεοζηλανδός που με φιλοξενούσε εργάζονταν εκεί και μου είπε πως όλα αυτά είναι υπερβολικά για τις ανάγκες τις επιχείρησης. Απλά λόγω επιδοτήσεων από την Ε.Ε. οι διευθύνοντες βρήκαν ευκαιρία να αγοράσουν ότι μεγαλύτερο υπήρχε στην αγορά χωρίς όμως να υπάρχει πραγματική ανάγκη για κάτι τέτοιο. Να λοιπόν που τέτοιου είδους φαινόμενα δε συμβαίνουν μόνο στην χώρα μας...

Η ημέρα τελείωσε με δοκιμές στο κελάρι του νεοζηλανδού οικοδεσπότη μου. Έχει κάνει μερικές πολύ καλές οινοποιήσεις σε λευκά και ροζέ από Πινό και Sauvignon αλλά σίγουρα έχει ακόμη αρκετό δρόμο μπροστά του. Η περιοχή προσφέρεται για πολλά και σε συνδυασμό με τις γνώσεις του και τις εμπειρίες που έχει από την πατρίδα του αλλά και από την Γαλλία μπορεί να πετύχει πολλά.

Σε γενικές γραμμές πάντως η Podravje και η Posavje, οι δύο κύριες αμπελουργικές περιοχές της ανατολικής Σλοβενίας, έχουν να δείξουν πολύ λιγότερα πράγματα όσον αφορά το κρασί σε σχέση με την Primorska που είναι η περιοχή στα σύνορα με την Ιταλία. Με εξαίρεση τον Joannes τίποτα άλλο δε μου έκανε τρομερή εντύπωση. Παρομοίως, οργανώνοντας το ταξίδι μου έβρισκα πολύ περισσότερα άρθρα και ενδιαφέρουσες οινικές προτάσεις για την περιοχή γύρω από το Dobrovo Brda παρά για οποιοδήποτε άλλη περιοχή της χώρας. Σε αυτό βέβαια έπαιξε τον ρόλο του και ο αεικίνητος Marinko που με βοήθησε να οργανώσω το ταξίδι μου καλύτερα και δεν θα πάψω ποτέ να τον ευχαριστώ γι'αυτό!

Το ταξίδι έκλεισε με μερικές βόλτες στο Celje και την Λιουμπλιάνα, ένα πέρασμα από την Padova και μερικά δροσιστικά Σπριτς στην Βενετία από όπου και πήρα το καράβι για την επιστροφή στην Ελλάδα.
Για μία ακόμη φορά ένα πανέμορφο ταξίδι έφτανε στο τέλος του και εγώ γυρνούσα φορτωμένος με φανταστικές εμπειρίες και φυσικά εξαιρετικά κρασιά και λαχταριστά σαλάμια!!!

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2011

Ανατολικά της Λιουμπλιάνας

Αφήνοντας το Dobrovo Brda άφηνα πίσω μου και τον Μαρίνκο. Τον τρελαμένο μερακλή πενηντάρη που με βοήθησε στις επιλογές των οινοποιείων, στις επαφές μου μαζί τους και στην επικοινωνία όποτε υπήρχαν δυσκολίες. Επίσης μοιράστηκε μαζί μου κάποια από τα εξαιρετικά σαλάμια και τυριά που παλαιώνει στο υπόγειό του για ιδία χρήση. Είναι φοβερό το πόσο συνέπιπταν τα οινο-γαστρονομικά μας γούστα παρά την μεγάλη διαφορά ηλικίας και παρά τα πολύ διαφορετικά δεδομένα που μας έκαναν αυτό που είμαστε και οι δύο σήμερα.

Η συνέχεια των οινικών μου διαδρομών στην Σλοβενία θα γινόταν παρέα με ένα ΝεοΖηλανδό οινολόγο εν ονόματι Νίκολας, εγκατεστημένου στην περιοχή εδώ και λίγα χρόνια. Ο Νικ, παντρεμένος με μία κροάτισσα είχε εγκατασταθεί σε ένα μικρό ξύλινο σπιτάκι στο βουνό όπου και με φιλοξένησε. Από εκεί γυρίσαμε το μεγαλύτερο μέρος της ανατολικής Σλοβενίας -που άλλωστε δεν είναι και τόσο μεγάλο- και επισκεφτήκαμε οινοποιεία και αμπελώνες.

Ο πρώτος μας σταθμός ήταν στα σύνορα με την Κροατία, στον μικρό συνεταιρισμό Verus. O Verus διοικείται από μία τριανδρία οινολόγου - γεωπόνου- λογιστή που αποχώρησαν από τον τοπικό συνεταιρισμό και στις παλιές αποθήκες ενός εργαστηρίου ζαχαροπλαστικής δημιούργησαν ένα σύγχρονο οινοποιείο. Εκεί παράγουν, σε σύνολο 50.000 φιαλών, μόνο μονοποικιλιακά κρασιά και εξού και το όνομα Verus που στα λατινικά σημαίνει αλήθεια. Θέλουν να τονίσουν την ανάδειξη των "αληθινών" χαρακτηριστικών της κάθε ποικιλίας χωρίς να μπερδεύουν τους καταναλωτές με περίπλοκα χαρμάνια.

Το θέμα όμως είναι πως όταν θέλεις να αναδείξεις την μοναδικότητα ενός προϊόντος πρεπει να κάνεις όσο το δυνατόν λιγότερες επεμβάσεις έτσι ώστε ο πραγματικός του χαρακτήρας να αλλοιωθεί όσο το δυνατόν λιγότερο. Χαρακτηριστικότατο παράδειγμα το Domaine Lefalaive που όχι μόνο αναδεικνύει το Chardonnay αλλά αναδεικνύει και κάθε χωριστό αμπελοτεμάχιο που καλλιεργεί παράγοντας πολλές διαφορετικές εκφράσεις από την ίδια ποικιλία.

Στην συγκεκριμένη περίπτωση όμως τα κρασιά που παράγονται γίνονται με μεγάλη φροντίδα που στο τέλος καταντάει υπερβολική. Όπως μία υπέρ-προστατευτική μητέρα κάνει ένα παιδί μαμμόθρεφτο έτσι και ένα κρασί που με χίλιες δυο επεμβάσεις και προσθήκες προσπαθούμε να το θωρακίσουμε από οξειδώσεις και άλλους κακούς δαίμονες καταντάει μονοδιάστατο και απογυμνωμένο από ότι το χαρακτηρίζει.
Γράφω και ξαναγράφω για το θέμα αυτό γιατί πλέον εννέα στα δέκα κρασιά που κυκλοφορούν είναι "μαμμόθρεφτα"!

Για να μην παρεξηγηθώ όμως θα πρέπει να διευκρινίσω πως η μόνη μου ένσταση σχετικά με το Verus είναι πως τελικά δεν είναι και τόσο Verus αφού δοκιμάζοντας τα κρασιά, σε κάποια φάση ένιωσα πως δεν είχε νόημα να συνεχίσω να δοκιμάζω αφού ήξερα τι να περιμένω. Γιατί αυτό που θέλουν να κάνουν - εύκολα αρωματικά κρασιά- το καταφέρνουν πολύ καλά και μάλιστα το Sauvignon τους ήταν το καλύτερο μονοποικιλιακό Sauvignon που δοκίμασα στην χώρα. Πρόσφατα μάλιστα η Jancis Robinson χαρακτήρισε το τοκάι τους τοκάι της χρονιάς ή κάτι τέτοιο. Οι άνθρωποι θέλουν να κάνουν αυτό που λέμε "τεχνολογικά κρασιά" και σε αυτό είναι άψογοι.

Πολύ καλά ήταν επίσης και τα Riesling τους με οξύτητες που δεν είχαν να ζηλέψουν τίποτα από τα αντίστοιχα γερμανικά. Τα δοκιμάσαμε μάλιστα και κάθετα από το '10 έως το '07 και έδειχναν να μην καταλαβαίνουν τίποτα από το πέρασμα του χρόνου. Ο οινολόγος τους μάλιστα τους δίνει δέκα με δεκαπέντε χρόνια ζωής!

Όταν φύγαμε από εκεί κινηθήκαμε βόρεια για να γευματίσουμε σε ένα εστιατόριο στα σύνορα με την Αυστρία. Η Σλοβενία βλέπετε είναι τόσο μικρή που ότι και να κάνεις σχεδόν πάντα βρίσκεσαι σε κάποια σύνορα! Ο ιδιοκτήτης του ο Gregory έχει σπουδάσει μαγειρική και τρελαίνεται να... τρελαίνει τον κόσμο με τις γαστρονομικές του δημιουργίες. Έλα όμως που το οικογενειακό εστιατόριο παραδοσιακά είχε ως πελάτες αυστριακούς που κατέβαιναν στην Σλοβενία στις Κυριακάτικες εκδρομές τους για να φάνε φτηνά. Έτσι ο ταλαντούχος σεφ περιόρισε την δημιουργικότητά του σε πιάτα του τύπου μπριζόλα με πατάτες τηγανητές και μπιφτέκι γεμιστό.

Ο Νίκολας όμως, ο Νεοζηλανδός οικοδεσπότης μου, την πρώτη φορά που έφαγε εκεί βρήκε το φαγητό υπερβολικά απλουστευμένο. Ζήτησε να δει τον μάγειρα ο οποίος του εξήγησε πως δεν είχαν παρά να το ζητήσουν και θα ήταν μεγάλη του χαρά να τους περιποιηθεί με ξεχωριστό τρόπο από την υπόλοιπη πελατεία. Έτσι το εστιατόριο Denk είναι κατά περίσταση και gourmet!

Από όσα φάγαμε μου άρεσε πολύ το πρώτο πιάτο που ήταν ένα παιχνίδι οπτικής απάτης. Τα ορεκτικά στο πιάτο ήταν φτιαγμένα με τέτοιο τρόπο που να θυμίζουν γλυκίσματα ενώ στην πραγματικότητα ήταν αλμυρά. Το παιχνίδι που πήγε να κάνει με την αλλαγή γεύσεων βάζοντας ένα πιάτο με γλυκές γεύσεις και συνοδεία Μοσχάτου μεταξύ δύο αλμυρών δεν έπιασε και τόσο αφού το μόνο που κατάφερε ήταν να μας βαρύνει και να μειώσει την όρεξη μας για αυτά που ακολούθησαν. Τα μακαρόνια με τριμμένη μαύρη τρούφα και ένα χορταρικό που δεν γνώριζα τι ήταν ξαναέφερναν όμως μία ισορροπία.

Η άγνοια για το τι τρώγαμε ήταν το μεγάλο μειονέκτημα. Οι σερβιτόροι δεν είχαν καμία εμπειρία σε γκουρμέ σερβίρισμα και απλά μας πετούσαν τα πιάτα στο τραπέζι χωρίς να μπορούν να μας δώσουν καμία εξήγηση για το τι τρώμε. Και φυσικά δεν έχει και πολύ νόημα να μαθαίνεις εκ των υστέρων τι έφαγες αφού προσπαθείς πάντα να συνδυάσεις αυτό που γεύεσαι με αυτό που γνωρίζεις πως είναι.

Η επιλογή των κρασιών ήταν επίσης ένα μειονέκτημα αφού κανένα από αυτά που συνόδευαν το γεύμα δεν κατάφερε να μας συγκινήσει παρόλο που κατόπιν δοκιμής ζητήσαμε, ουκ ολίγες φορές, από τον σερβιτόρο να μας φέρει κάτι διαφορετικό από αυτό που αρχικά είχε επιλέξει. Συζητώντας με τον Γκρέγκορι στο τέλος του γεύματος, μας είπε πως έπρεπε να του πούμε πως γουστάρουμε κρασιά πέρα από τα κλασσικά και ενθουσιαζόμαστε ακόμη και όταν πίνουμε κάτι τελείως extreme.
Προς εξιλέωση μας άνοιξε μία φιάλη Radikon λέγοντας μας πως ήταν πολύ χαρούμενος που γνώρισε άτομα που ψάχνονται με το κρασί πέρα από τα συνηθισμένα και στεναχωρημένος που δεν το αντιλήφθηκε νωρίτερα.

Δυστυχώς όμως μία φιάλη Radikon θέλει πάντα πολύ χρόνο για να αναδείξει το μεγαλείο της και εμείς είχαμε ήδη καθυστερήσει το επόμενο ραντεβού μας. Έτσι ήπιαμε μία-δυό γουλιές για να τιμήσουμε τον ενθουσιώδη σεφ μας και φύγαμε για τον επόμενο προορισμό...

Τρίτη 14 Ιουνίου 2011

Αφήνoντας το Dobrovo Brda

Τελευταία μέρα στο Dobrovo Brda και δεν είχα ιδέα ποια οινοποιεία μου έμεναν να επισκεφτώ. Κανονικά θα είχα φύγει από νωρίς το πρωί για τον επόμενο προορισμό μου αφού το πρόγραμμα άλλαξε όταν κάποιος προσφέρθηκε να με πάει στο Celje με αυτοκίνητο αργά το απόγευμα. Ο Μαρίνκο κανόνισε στα γρήγορα μερικά ακόμη οινοποιεία και έτσι συμπληρώθηκε μία ακόμη μέρα επισκέψεων.

Αρχικά ανηφορίσαμε σε ένα δάσος για να βρούμε τον Stefan έναν παραγωγό έβδομης γενεάς ο οποίος καλλιεργεί μόλις δέκα στρέμματα γης και διαθέτει εστιατόριο και ενοικιαζόμενα δωμάτια στον ίδιο χώρο όπου βρίσκεται το οινοποιείο. Ο λόγος για την μικρή έκταση της επιχείρησης οφείλεται σε έναν θείο του Στέφαν ο οποίος αγαπούσε υπερβολικά τον τζόγο και έπαιξε στο καζίνο τα υπόλοιπα στρέμματα που κατείχε η οικογένεια. Ευτυχώς γι' αυτούς ένα μικρό κομμάτι είχε μείνει στα χέρια της αδελφής του και είναι το ίδιο κομμάτι που σώζεται μέχρι σήμερα. Στόχος του ιδιοκτήτη είναι να ξανα-αγοράσει τα εδάφη που χάθηκαν και να επαναφέρει την οικογενειακή γη στην αρχική της έκταση.

Σε μία περιοχή όπου οι βροχοπτώσεις φτάνουν μέχρι και τα 1500mm* ετησίως το οινοποιείο Stanfel παράγει μόνο αφρώδη κρασιά με συνολική παραγωγή γύρω στις 5.000 φιάλες. Μιλάμε δηλαδή για έναν μικροπαραγωγό που προσπαθεί σιγά σιγά να αυξήσει την παραγωγή φτάνοντας σε ένα πιο υπολογίσιμο αλλά και βιώσιμο μέγεθος επιχείρησης.

Οι ετικέτες που παράγονται είναι δύο. Η πρώτη, λευκή με κλασσική μέθοδος και η δεύτερη μία ροζέ από Merlot. Δοκιμάσαμε ένα λευκό του 2002 με εντυπωσιακά κρεμώδη υφή και πολύπλοκη μύτη. Ο αφρός ήταν αρχικά πολύ πλούσιος στο στόμα αλλά η φυσαλίδες του ήταν πολύ μαλακές. Γρήγορα όμως χάθηκε τελείως σαν αναψυκτικό που έχει μείνει ανοιχτό για μέρες. Σίγουρα ένα τεράστιο μειονέκτημα αφού αν συμβαίνει κάτι τέτοιο κατά την διάρκεια μιας δοκιμής τι θα συμβεί αν κάποιος ανοίξει να πιει αυτό το αφρώδες κρασί και θέλει να το απολαύσει αργά αργά;
Το ροζέ του 2003 ήταν πολύ πιο καλοδουλεμένο και διαρκές και παράλληλα πολύ ευχάριστο αρωματικά και γευστικά.

Ακολούθησε μία βόλτα σε ένα κοντινό χωριουδάκι του οποίου το όνομα δεν συγκράτησα. Εκεί επισκεφτήκαμε το wine bar του ξενοδοχείου που ανήκει στην οινοποιία Belica. Κτησμένο στο εσωτερικό μέρος αυτού που κάποτε αποτελούσε το τείχος προστασίας της πόλης έχει ένα παράξενο μακρόστενο σχήμα αλλά σίγουρα δεν στερείται γούστου και ομορφιάς. Το Tokay του '09 που μας προσέφεραν πάντως ήταν ευχάριστο σε πρώτη φάση αλλά η μικρή οξύτητα του το έκανε γρήγορα βαρύ και κουραστικό.

Επόμενος σταθμός ήταν ένας παραδοσιακός κρεοπώλης-αλλαντοποιός στον οποίο κάναμε δοκιμή των προϊόντων του. Το ωραίο είναι πως ενώ είναι συνηθισμένο στα οινοποιεία μαζί με το κρασί να σου προσφέρουν και αλλαντικά για μεζέ, εδώ, όπως μου 'χει συμβεί και στην Τοσκάνη παλαιότερα, μας προσέφεραν κρασί για να δοκιμάσουμε μαζί με τα αλλαντικά!
Όταν τελειώσαμε με τις δοκιμές, εφοδιάστηκα με τα απαραίτητα σαλάμια που αντέχουν το ταξίδι και πλέον είναι παράδοση να επιστρέφω με μερικά από αυτά μετά από κάθε ταξίδι σε γαστρονομικό προορισμό. Κάπου τότε είδα και τον τιμοκατάλογο όπου πουλούσαν Costi για 1,50€ το κιλό. Απογοητεύτηκα λίγο βλέποντας πόσο λίγο αξίζει ένας Κωστής στην Σλοβενία -πόσο μάλλον όταν μου είπαν πως είναι αυτά που βγάζουν για τα σκυλιά!- αλλά δεν πτοήθηκα και συνέχισα την διαδρομή μου!

Όταν αρχίσαμε να κατεβαίνουμε το βραχώδες μονοπάτι κατάλαβα πως δεν υπήρχε περίπτωση να πηγαίνουμε σε οινοποιείο και επαληθεύτηκα όταν σταματήσαμε μπροστά από έναν μικρό καταρράκτη που σχημάτιζε λίμνη στο σημείο όπου έπεφτε. Ήτανε ένας αποθηκευτικός χώρος φιαλών που όσο και αν προσπάθησα δεν κατάφερα να δω αφού ήταν οχτώ μέτρα μέσα στο νερό!
Πριν μερικά χρόνια οι ντόπιοι παραγωγοί αφρωδών οίνων έκαναν ένα πείραμα αφήνοντας μία δωδεκάδα φιάλες να παλαιώσουν μέσα στο νερό για τέσσερα χρόνια. Στην συνέχεια έγινε τυφλή γευστική δοκιμή με τις παλαιωμένες φιάλες μέσα στο νερό να δοκιμάζονται πολύ καλύτερα απ' ότι αυτές που είχαν παλαιώσει συμβατικά. Έκτοτε ένας πολύ σημαντικότερος αριθμός αφρωδών οίνων από διάφορους παραγωγούς της περιοχής παλαιώνει στο συγκεκριμένο σημείο σε ειδικά σιδερένια κουτιά ασφαλείας και οι φιάλες αυτές πωλούνται ως συλλεκτικές.

Τελευταίο οινοποιείο της ημέρας αλλά και το τελευταίο που θα έβλεπα στην περιοχή του Dobrovo Brda ήταν η οινοποιία Carga με σήμα το αγγελάκι. Με 120 στρέμματα αμπέλι και άλλα τόσα δάσος διατηρούν τις εκτάσεις αυτές από το 1767 όταν ιδρύθηκε και η επιχείρηση. Το οινοποιείο βρίσκεται σε ένα σημείο με εκπληκτική θέα, χαμένο μέσα στην φύση. Ωστόσο είναι κρίμα που γίνεται ολοκληρωμένη καλλιέργεια και όχι κάποιας μορφής βιολογική αφού οι εξωτερικές επιμολύνσεις από χημικά θα ήταν μηδενικές.

Ξεκινήσαμε δοκιμάζοντας ένα πολύ καλό αφρώδες από 70% Rebulla και 30% Chardonnay με πολύ καθαρά ποικιλιακά αρώματα, εξαιρετική ποιότητα φυσαλίδων και ένα ελαφρύ πίκρισμα που του έδινε διάρκεια. Ακολούθησε ένα ακόμη καλύτερο Tokay του '09, πολύ εκφραστικό και όσο όξινο χρειάζονταν ώστε να αφήνει μία αίσθηση δροσιάς. Μέτριο το Pinot Noir τους που ήταν ασταθές και περίεργο στην μύτη ενώ αδιάφορο το γλυκό κρασί από τέσσερις ποικιλίες μεταξύ των οποίων και η τοπική Zelenka.

Μετά από όλα αυτά τελείωσε η επίσκεψη μας στο οινοποιείο Carga και μαζί με αυτήν τελείωσαν και οι περιπέτειες μου στο Dobrovo Brda και τα πήγαινε-έλα μεταξύ των συνόρων Σλοβενίας Ιταλίας.
Η συνέχεια θα λάμβανε χώρα στο εσωτερικό της Σλοβενίας, ανατολικά της Λιουμπλιάνας, εκεί όπου η αυστριακή επιρροή είναι πιο έντονη...
   


*Ενδεικτικά, ο μ.ο. στην Νάουσα είναι περίπου 650mm, την Βουργουνδία 750mm και το Μονπελιέ 600mm.

Σάββατο 11 Ιουνίου 2011

Ο γρύλος και ο σκύλος που παίζει σαξόφωνο


Μαζί με τον Uros Jakoncic κατευθυνθήκαμε στον επόμενο σταθμό της ημέρας που ήταν το οινοποιείο της οικογένειας Scurek. 
Scurek στα σλοβένικα σημαίνει γρύλος και για τον λόγο αυτό το έμβλημα του οινοποιείου είναι ένας γρύλος με ένα βιολί. Το βιολί, πέρα από την αναφορά στον χαρακτηριστικό ήχο που κάνει ο γρύλος, δείχνει επίσης την καλλιτεχνική προσέγγιση που έχουν κάνει στο κρασί τους και την προώθηση αυτού στην οικογένεια Scurek.

Την ξενάγηση μας ανέλαβε ένας από τους νεαρούς γιους της οικογένειας ο οποίος ηλικιακά ήταν πολύ κοντά σε εμένα και τον Uros. Έτσι η δοκιμή από απλή γευσιγνωσία μετατράπηκε σε μία ανταλλαγή απόψεων γύρω από το κρασί και την οινοποίηση μεταξύ τριών επίδοξων οινοποιών και απέκτησε πολύ μεγαλύτερο βάθος και διάρκεια απ' ότι είχαμε προβλέψει αρχικά.

Το οινοποιείο ήταν σχετικά καινούριο και εφοδιασμένο με ανοξείδωτες δεξαμενές τελευταίας τεχνολογίας. Ο χώρος ωρίμανσης ήταν πολύ όμορφα διακοσμημένος και αρκετά μεγάλος για τις αναλογίες του κτήματος.
Η οικογένεια Scurek καλεί κάθε χρόνο έναν γνωστό Σλοβένο καλλιτέχνη (ζωγράφο, ξυλογλύπτη κλπ.) ο οποίος δημιουργεί στο μπροστινό μέρος ενός βαρελιού. Το βαρέλι αυτό στην συνέχεια παραμένει στο οινοποιείο ως μέρος της διακόσμησης αλλά συνεχίζει να χρησιμοποιείται και για την παραγωγή κρασιού. Το κρασί που παράγεται από το συγκεκριμένο βαρέλι είναι επιλογή των καλύτερων σταφυλιών του κτήματος και κυκλοφορεί στην συνέχεια με ετικέτα που φέρει επάνω της το έργο που φιλοτεχνεί το εκάστοτε βαρέλι.

Στις δοκιμές ξεχώρισαν κάποιες οινοποιήσεις σε ξύλο ακακίας όπως για παράδειγμα το πολύ κομψό Tokay του '08 και η τοπική ποικιλία Picolit σε χαρμάνι με Rebulla και ζυμωμένη σε αυστριακό βαρέλι.
Καλύτερο όλων ήταν το χαρμάνι Rebulla - Chardonnay ζυμωμένο άσπαστο σε βαρέλι. Πολύ πιο ισορροπημένο από όλα τα υπόλοιπα και χωρίς την χαρακτηριστική γλυκύτητα που άφηναν όσα είχαμε πιει μέχρι τώρα. Το βαρέλι του μάλιστα έχει και διάφανο κάλυμμα έτσι ώστε να φαίνεται το κρασί κατά την διάρκεια της ζύμωσης και τις ωρίμανσης. Το συγκεκριμένο βέβαια δεν είναι παρά ένα επικοινωνιακό τρικ αλλά τυχαίνει εκεί μέσα να βρίσκεται το καλύτερο κρασί της δοκιμής.
Δεν παραλείψαμε φυσικά να δοκιμάσουμε και τα κόκκινα του κτήματος όπου γίνεται πολύ καλή δουλειά στο Pinot Noir ενώ λιγότερο πετυχημένα ήταν το έντονα βαρελάτο Refosco και το βαρύ Cabernet Sauvignon.

Αφού συζητήσαμε πάρα πολλά ακόμη θέματα γύρω από το κρασί και ανταλλάξαμε γνώσεις και απόψεις πάνω στην οινοποίηση και την αμπελοκαλλιέργεια φύγαμε με τον Uros για τον Alex Simcic με τις φανταστικές του ετικέτες.

Γνώριζα το οινοποιείο αυτό από τα χαρακτηριστικά σχέδια που διακοσμούν τις ετικέτες του πολύ πριν μάθω πως το οινοποιείο αυτό βρισκόταν στην Σλοβενία. Το μάρκετινγκ δηλαδή είναι τόσο πετυχημένο που τρέχει πιο μπροστά από το ίδιο το προϊόν που πρεσβεύει!
Τα σχέδια για το logo του οινοποιείου και για το σύνολο των ετικετών τα έχει εμπνευστεί γνωστός Σλοβένος σκιτσογράφος ο οποίος διατηρεί φιλικές σχέσεις με τον ιδιοκτήτη.

Η συνολική παραγωγή είναι 35000 φιάλες και παράγεται από 120 στρέμματα. Το μικρό αυτό νούμερο οφείλεται στην πολύ περιορισμένη παραγωγή ανά στρέμμα. Ο παραγωγός επιλέγει μόνο τα μικρά τσαμπιά και απορρίπτει όσα ξεπερνάνε ένα συγκεκριμένο μέγεθος. Αγνοώ αν πετάει ή πουλάει όσα δεν χρησιμοποιεί. Σε κάθε περίπτωση όμως είναι μία πολύ θαρραλέα απόφαση και αναρωτιέμαι μήπως είναι λιγάκι παρατραβηγμένο.

Εξάλλου τα κρασιά ήταν σε πολύ καλό επίπεδο με την Rebulla του '10 να με εκπλήσσει με την αρωματική της ένταση και την καθαρότητα του φρούτου της. Από εκεί και πέρα όμως όλα πάνω κάτω κυμαίνονταν στο ίδιο στυλ το οποίο από ένα σημείο και μετά καταντούσε μονότονο. Θα έλεγα μάλιστα πως βρίσκω ανούσιο να παράγονται τόσο πολλές ετικέτες για τόσο μικρή παραγωγή και αναρωτιέμαι μήπως αυτό γίνεται γιατί το μάρκετινγκ βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις ετικέτες του ταλαντούχου σκιτσογράφου. Ο κάθε παραγωγός βέβαια κάνει τις επιλογές του και ο ίδιος ξέρει καλύτερα να επιλέγει αυτό που είναι καλύτερο για την επιχείρησή του.
Παρεπιπτόντως, ένα από τα λίγα πράγματα που μου έκαναν αρνητική εντύπωση στην Σλοβενία είναι η επιμονή τους στο Chardonnay. Έχοντας εκπληκτικές ποικιλίες όπως το Tokai, την Rebulla/Ribolla, την Malvazia Friuliana και το Picolit, επιμένουν να παράγουν κρασιά από Chardonnay τα οποία στις περισσότερες περιπτώσεις είναι βαριά και αφήνουν μία αίσθηση γλυκύτητας που λιγώνει. Υπαρχουν φυσικά και οι εξαιρέσεις σε καμία περίπτωση δεν νομίζω πως τους είναι πια τόσο απαραίτητο ώστε ησυγκεκριμένη ποικιλία να υπάρχει σε κάθε σχεδόν οινοποιέιο.

Και στην Ελλάδα με τις εκατοντάδες γηγενείς ποικιλίες το ίδιο δε γίνεται όμως; Συζητούσαμε πρόσφατα με γνωστό Master of Wine που επισκέφθηκε την χώρα μας πως ο νέος κόσμος* επένδυσε στις "διεθνείς" ποικιλίες γιατί δεν είχε τίποτα άλλο να αναδείξει. Ο παλαιός κόσμος ή μάλλον χώρες του παλαιού κόσμου που προσπαθούν αποτυχημένα να γίνουν νέος κόσμος όπως η Ελλάδα, επένδυσαν σε αυτές προκειμένου να πατήσουν πάνω στην άγνοια των Ελλήνων καταναλωτών, τον ενθουσιασμό τους για ξενικά ονόματα και το ψευτοπρεστίζ. Τώρα που τα πράγματα δυσκόλεψαν στην χώρα μας και οι εξαγωγές γίνανε μονόδρομος φάνηκε πόσο αποτυχημένη επιλογή ήταν τα Chardonnay, τα Sauvignon και τα Cabernet-Merlot και πόσο μεγάλη αξία έχει να επενδύεις σε κάτι δικό σου που είναι ταυτόχρονα και κάτι μοναδικό...



*Νέος κόσμος είναι όλες οι χώρες που ανακαλύφθηκαν εδώ και μερικούς αιώνες, Η.Π.Α., Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία κλπ. και παλαιός είναι παραδοσιακές οινοπαραγωγικές ευρωπαικές χώρες Γαλλία, Ιταλία κλπ.

Πέμπτη 19 Μαΐου 2011

Damijan. Συνάντηση με ένα οινικό αντι-σταρ

Αφού καταφέραμε να 'ξεφύγουμε' από την ιδιαίτερα θερμή φιλοξενία της οικογένειας Kristancic επιστρέψαμε στην Gorizia για να επισκεφτούμε τον Damijan Podversic, έναν πολύ ιδιόρρυθμο Σλοβένο που αν και εγκατεστημένος σε Ιταλικό έδαφος αρνούνταν πεισματικά να μιλήσει Ιταλικά.
Πέραν τούτου ήταν απόλυτος και απότομος σε όλα του τα πιστεύω. Όπως για παράδειγμα στο ότι ο Θειώδης ανυδρίτης είναι ένα αχρείαστο χημικό παρασκεύασμα, ότι όποιος ποτίζει τον αμπελώνα του είναι ανήθικος γιατί άλλοι πεθαίνουν της δίψας και αυτός ξοδεύει νερό για να παράγει ένα είδος πολυτελείας και άλλα τέτοια γραφικά. Το γεγονός μάλιστα πως φώναζε βροντερά την ώρα που τα έλεγε τον έκανε ακόμη γραφικότερο ενώ η επιμονή του σε κάποια θέματα τον έκανε κουραστικό.

Τα παραπάνω όμως δεν εμποδίζουν σε καμία περίπτωση να πω πως στο ακατάστατο υπόγειο-εμφιαλωτήριο-αποθήκη-οινοποιείο του δοκίμασα μερικά πολύ μεγάλα λευκά κρασιά.
Ξεκινήσαμε με τo Kaplja από 40% Chardonnay, 30%Ribolla και 30%Malvasia Istriana που ήταν πολύ καθαρό και έντονο αρωματικά με το κερί μέλισσας να κυριαρχεί και θαυμάσιο μεταλλικό στόμα με μία ελαφριά πίκρα που του έδινε διάρκεια.

Στην συνέχεια δοκιμάσαμε δύο λευκά που δεν γνωρίζαμε τι είναι.
Το πρώτο ήταν πιο χυμώδες, ζωντανό, γενναιόδωρο και γευστικά απελευθερωμένο με πολύ καλή διάρκεια.
Το δεύτερο έμοιαζε πολύ στο γευστικό και αρωματικό προφίλ του πρώτου αλλά ήταν πιο κλειστό, διστακτικό και σφιγμένο.
Ήταν μία Ribolla του '08, η πρώτη εντελώς αθείωτη η δεύτερη θειωμένη .
Με αυτόν τον τρόπο ο Damijan θέλησε να υποστηρίξει την επιλογή του να παράγει την πλειοψηφία των κρασιών του χωρίς προσθήκη θειώδη ανυδρίτη και νομίζω πως μας έπεισε.

Το ίδιο ακριβώς είχα παρατηρήσει και σε διάφορους άλλους παραγωγούς αθείωτων κρασιών στην Ισπανία, την Γαλλία και την Ιταλία.
Θαυμάζω όλους αυτούς που καταφέρνουν να παράγουν τόσο αξιόλογα προϊόντα χωρίς να χρησιμοποιούν το πολυεργαλέιο που λέγεται θείο. Πολλοί προσπαθούν αλλά μετρημένοι είναι αυτοί που καταφέρνουν να παράγουν κάτι τόσο αγνό και ταυτόχρονα άψογο από οινολογικής πλευράς.
Οι περισσότεροι προσπαθούν να μας πείσουν πως οι μεγάλες πτητικές οξύτητες, η σταβλίλα που δίνουν οι Βρεττανομύκητες και τα ξίδια που εν τέλει σερβίρουν είναι στυλ και άποψη.

Κρασί και Φεγγάρι
Στα σύνορα Σλοβενίας-Ιταλίας ο Damijan ήταν ήδη ο έκτος παραγωγός που επισκεπτόμουν και παρήγαγε με ελάχιστη ή μηδαμινή προσθήκη θειώδους ανυδρίτη και αυτό ωφείλεται κυρίως στις μεγάλες φυσικές οξύτητες που προστατεύουν το προϊόν.

Κορυφαίο κρασί που ήπιαμε, η Malvasia του '07. Με αρώματα πράσινου τσαγιού, μελιού και βερύκοκου θύμιζε έντονα Chenin του Λίγηρα. Συνοδεία μάλιστα και του εξαιρετικού βιολογικού τυριού που είχαμε για μεζέ ήταν το κάτι άλλο. Το wine spectator μάλιστα του έχει δώσει 95 και 94 σε δύο διαφορετικές χρονιές και πιστεύω πως είναι από τις μεγαλύτερες βαθμολογίες που έχουν δοθεί ποτέ σε βιοδυναμικό, αθείωτο κρασί. Να λοιπόν που και οι δαιμονιοποιημένοι από τους terroiristas οδηγοί κρασιών ξέρουν να εκτιμούν και αυτοί τα μεγάλα κρασιά τερουάρ.

Στην συνέχεια και για λόγους που αγνοώ, η συζήτηση άναψε και οι τρεις Σλοβένοι που βρίσκονταν μαζί μου άρχισαν να μιλούν σε έντονο ύφος με τον οικοδεσπότη. Η διαφωνία ήταν στο αν ο Kristancic είναι μεγάλος οινοπαραγωγός ή χαρισματικός απατεώνας.
Ο Damijan, με λίγα λόγια,υποστήριζε πως ο παραπάνω δεν έχει καμία επαφή με την φύση και αν καλλιεργεί βιολογικά το κάνει μόνο και μόνο για λόγους μάρκετινγκ.

Αυτό που πιστεύω εγώ για τον Alec είναι πως όσο και αν είναι πετυχημένος και φαίνεται σίγουρος για τον εαυτό του έχει χάσει κατά κάποιον τρόπο τον προσανατολισμό του.
Ο Damijan είναι απόλυτος και εκνευριστικά πεισματάρης αλλά τουλάχιστον ξέρει ποιον δρόμο έχει επιλέξει να πάρει, τον ακολουθεί και στηρίζει δυναμικά την επιλογή του αυτήν. Το ίδιο ισχύει και για τον Klinec, τον Παράσχο, τον Radikon και άλλους.
O Mr Movia δείχνει να μην ξέρει που ακριβώς πατάει. Θέλει να είναι οικολόγος, μοντέρνος, ευαίσθητος καλλιτέχνης, ντόμπρος, εμπορικός... Δεν μπορεί να δώσει μία ξεκάθαρη εικόνα του εαυτού του. Το ίδιο συμβαίνει και με τα κρασιά του που αν και καλοφτιαγμένα μοιάζουν να έχουν έλλειψη προσανατολισμού.

Έτσι, τα δύο κύρια πρόσωπα αυτής της αντιπαράθεσης διαφέρουν εντελώς. Ο ένας αφήνει στην άκρη τα πραγματικά του πιστεύω, προσαρμόζεται σε κάθε κατάσταση και δρα κάθε φορά όπως χρειάζεται ώστε να είναι αρεστός και να ευχαριστεί όσους έρχονται σε επαφή μαζί του. Δίνει έτσι τις καλύτερες εντυπώσεις και δημιουργεί έναν μύθο γύρω από τον εαυτό του.
Ο άλλος στηρίζει τα πιστεύω του με έντονο και εμφατικό τρόπο αδιαφορώντας για τις επικοινωνιακές απώλειες και δημιουργώντας ανάμικτα συναισθήματα σε όσους έρχονται σε επαφή μαζί του.

Το αποτέλεσμα; Ο πρώτος είναι ένας παγκόσμιος σταρ και οι 130.000 φιάλες του εξαφανίζονται κάθε χρόνο σε ελάχιστο διάστημα ακόμη και αν το κόστος μερικών φτάνει σε τριψήφιες τιμές.
Ο δεύτερος πνίγεται στο στοκ του και παρά τα εξαιρετικά κρασιά που παράγει και τις εξαιρετικές βαθμολογίες σε έναν από τους υψηλής επιρροής οινικούς οδηγούς δεν έχει καταφέρει να γίνει γνωστός πολύ πέρα από την Βόρεια Ιταλία.

Οι σκέψεις αυτές βέβαια ήταν από μένα για μένα αφού οι Σλοβένοι είχαν πάρει φόρα και δεν υπήρχε τρόπος να διεισδύσω στην συζήτηση. Αντ'αυτού ο ένας εξ'αυτών θυμήθηκε πως είχαμε ένα ακόμη ραντεβού για απόψε το βράδυ και φύγαμε για να δούμε και πάλι τον υπεύθυνο της συνεταιριστικής οινοποιίας που αυτήν την φορά θα μας ξεναγούσε στο δικό του μικρο κελάρι.

Εκεί δοκιμάσαμε μία καλή Ribolla με πολύ δροσερή αίσθηση, ζωικό αλλά ευχάριστο Ρεφόσκο, δύο αποτυχημένες απόπειρες για καλό Καρμενέρε, ένα όχι και άσχημο Μερλό και ένα πολύ ζωντανό και διαρκές Pinot Noir του 2001. Κρασιά φτιαγμένα με μεράκι που φανέρωναν την επιθυμία του δημιουργού τους να ξεφύγει από της ατέλειωτες μάζες που παράγει ο συνεταιρισμός και να φτιάξει κάτι με την δική του προσωπική πινελιά.

Κάπως εκεί έκλεισε και μία από τις πλέον γεμάτες μέρες στο ταξίδι αυτό. Είχε απ'όλα. Έναν συνεταιρισμό, μία ολοκληρωμένη οινοτουριστική οικογενειακή επιχείρηση, έναν σταρ, έναν αντιστάρ και έναν μικρό παραγωγό που χωρίς να έχει κατασταλάξει πειραματίζεται αδιάκοπα στο μικρό του κελάρι...