Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πιεμόντε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πιεμόντε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2012

Οι Fratelli και τα φουντουκόμελα!

Βόρεια του Barolo και λίγο μετά την La Morra, βρίσκεται το χωριουδάκι Verduno. Ένα μικρό γραφικό χωριουδάκι από το φυσικό μπαλκόνι του οποίου μπορεί κανείς να διακρίνει μεγάλο μέρος των μυθικών αμπελώνων του Πιεμόντε όπως το Barbaresco και το Monferato. Στο ίδιο μέρος είχα βρεθεί και δυόμισι χρόνια πριν όταν επισκέφθηκα το εξαιρετικό Castelo di Verduno και είχα κρατήσει πολύ καλές αναμνήσεις. Αυτήν την φορά θα συναντούσαμε τον Vittorio, τον ένα εκ των δύο Fratelli Alessandria με σκοπό να επισκεφτούμε το ομώνυμο ιστορικό οινοποιείο.

Περπατώντας μέχρι την βόρεια άκρη του χωριού φτάσαμε στο πανέμορφο κτίριο του 18ου αιώνα όπου βρίσκονται οι χώροι παραγωγής αλλά και η κατοικία της οικογένειας Alessandria. Αφού θαυμάσαμε για λίγο την θέα κατεβήκαμε στον μικρό χώρο δοκιμών που ήταν ένα παλιό δωμάτιο διακοσμημένο με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι ιδιαίτερα ζεστό και φιλόξενο. Στο ίδιο δωμάτιο βρίσκονταν και το πέρασμα για το υπόγειο κελάρι το οποίο αντιληφθήκαμε πολύ μετά από την στιγμή που κάτσαμε αφού ήταν καμουφλαρισμένο σαν κάποιο μυστικό πέρασμα.

Οι "fratelli" καλλιεργούν συνολικά εκατόν σαράντα στρέμματα γης παράγοντας μέσο όρο 75.000 φιάλες το χρόνο με το ένα τρίτο της συνολικής παραγωγής να είναι Barolo. Ο Vittorio είναι η πέμπτη γενιά οινοπαραγωγών και το οινοποιείο αγοράστηκε από την οικογένεια το 1870. Μέχρι τότε στέγαζε ένα εξίσου σπουδαίο οινοπαραγωγό ο οποίος μάλιστα είχε κερδίσει και δύο μεγάλες διακρίσεις σε διαγωνισμό το 1843.

Ξεκινήσαμε τις δοκιμές με το λευκό του κτήματος από την τοπική ποικιλία favorita. Ένα αρκετά καλό λευκό με αρκετό σώμα και καλή οξύτητα χωρίς όμως να προσφέρει το συναίσθημα της ανακάλυψης μίας καινούριας ποικιλίας. Μέχρι τότε αγνοούσα την ύπαρξη αυτού του λευκού DOC* από το Langhe και περίμενα μάλλον κάτι πιο ξεχωριστό.

Από τα κόκκινα πρώτο δοκιμάσαμε το Langhe Nebbiolo. Αρκετά ευχάριστο αρωματικά, απλό κρασί σε γενικές γραμμές με δυναμικό τελείωμα χαρακτηριστικό της ποικιλίας. Ότι έπρεπε για να "ζεσταθούμε" λιγάκι και να προετοιμάσουμε τους ουρανίσκους μας για τα Barolo που θα έπαιρναν σειρά αμέσως μετά.

Το πρώτο μεγάλο Nebbiolo της σειράς -ένα απλό Barolo- ήταν αρκετά σφιγμένο αρωματικά αλλά μας κέρδισε με την εξαιρετική του οξύτητα και την καταπληκτική τανική δομή του. Ακολούθησαν τα Barolo από τα αμπελοτόπια San Lorenzo και Gramolere με το πρώτο να είναι αρκετά εκφραστικό αρωματικά και το δεύτερο να δίνει μία θερμή αίσθηση και να ξεφεύγει αρκετά σε χαρακτήρα από όλα τα υπόλοιπα.

Κορυφαίο της σειράς το Barolo Monvigliero που με το εκπληκτικό, γεμάτο στόμα του και την ατέλειωτη διάρκεια του μας βοήθησε να κλείσουμε τις δοκιμές κρατώντας τα αρώματα του Nebbiolo να γαργαλάνε τον ουρανίσκο μας.

Την επόμενη μέρα το πρωί αφήσαμε το cinquecento μας πίσω στο γραφείο ενοικίασης και προτού πάρουμε το τραίνο για Τορίνο κάναμε μερικές βόλτες στην λαϊκή αγορά της Alba. Υπενθυμίζω πως η περιοχή γύρω από την Άλμπα πέρα από το κρασί φημίζεται και για τα φουντούκια της.
Χαρακτηριστικό της πόλης εξάλλου είναι και η έντονη μυρωδιά από πραλίνα που αναδύεται από τα εργοστάσια της Ferrero και πλημμυρίζει όλη την περιοχή!
Το καλύτερο προϊόν πάντως είναι το παραδοσιακό nocciomiele. Το φουντουκόμελο δηλαδή  που γίνεται από μέλι -συνήθως ακακίας- και πραλίνα φουντουκιού. Κάποιοι παραγωγοί μάλιστα χρησιμοποιούν και ένα μικρό ποσοστό κακάο ενώ λιγότερο ποιοτικά είναι τα nocciomiele που περιέχουν και ηλιέλαιο. Αν όμως πέσετε σε καλό παραγωγό με δικό του μέλι και φουντούκια και σας αρέσουν τα "μερεντοειδή" τότε το "φουντουκόμελο" θα σας ξετρελάνει!
Αφού λοιπόν εφοδιαστήκαμε με μερικά βαζάκια από την γλυκιά αυτή λιχουδιά πήραμε το τραίνο για Τορίνο. Ένα γεμάτο τριήμερο στους αμπελώνες του Πιεμόντε έφτανε στο τέλος του. Οι οινο-γαστρονομικές μας περιπέτειες όμως δεν θα σταματούσαν εκεί αφού στην πόλη του Τορίνο μας περίμεναν άλλου είδους γαστριμαργικές συγκινήσεις!

Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2012

La Spinetta: Με έμβλημα τον Ρινόκερο...

Η επόμενη οινική ημέρα στο Πιεμόντε μας βρήκε βορειοανατολικά της Άλμπα, να ψάχνουμε για το φημισμένο οινοποιείο "La Spinetta" της οικογένειας Rivetti. Είχαμε στα χέρια μας ένα σχεδιάγραμμα σχετικά με το πως θα φτάσουμε εκεί αλλά ανεβαίνοντας τον ομώνυμο λόφο μας δόθηκε η εντύπωση πως είχαμε χαθεί. Σταματήσαμε στο πρώτο σημείο που είδαμε αυτοκίνητα με σκοπό να ζητήσουμε πληροφορίες και τότε αντικρίσαμε μπροστά μας μία μικροσκοπική πινακίδα όπου έγραφε το όνομα του οινοποιείου που ψάχναμε!

H οικογένεια Rivetti βρίσκει της ρίζες της κάπου στα τέλη του 19ου αιώνα αλλά η επιθυμία για την δημιουργία μίας οινικής επιχείρησης πραγματοποιείται το 1977 με την ίδρυση του οινοποιείου στο Castagnole Lanze από τον Giuseppe "Pin" Rivetti. Οινοποιώντας αρχικά μόνο Μοσχάτο παράγουν το πρώτο τους ερυθρό το 1985 για να φτάσουν μέχρι το 2000 να παράγουν Barbaresco και Barolo ενώ από το 2008 ολοκληρώθηκε και το οινοποιείο στην Τοσκάνη όπου παράγεται αποκλειστικά Sangiovese αλλά και ελαιόλαδο.

Στον χώρο υποδοχής μας περίμενε ο Στέφανο που είναι ένας εκ των δύο βασικών οινολόγων στο οινοποιείο του Castagnole Lanze - ο άλλος είναι ο ίδιος ο ιδιοκτήτης. Μαζί με ένα γκρουπ από οκτώ Αυστριακούς και Ελβετούς οπαδούς του κτήματος που είχαν "κατέβει για ψώνια" ξεκινήσαμε την ξενάγηση. Οι χώροι της οινοποίησης ήταν εξοπλισμένοι με μοντέρνα και πολύ προηγμένα μηχανήματα ενώ αρνητική εντύπωση μου έκαναν οι περιστροφικές δεξαμενές. Οι συγκεκριμένες εκχυλίζουν σε μεγάλο βαθμό και σχετικά "άγαρμπα" τις διάφορες ουσίες από τον φλοιό του σταφυλιού και δεν περίμενα να δω κάτι τέτοιο σε ένα οινοποιείο που δίνει τόσο μεγάλη προσοχή στο αμπέλι όπως το La Spinetta. Φυσικά κάθε οινοπαραγωγός έχει τον δική του φιλοσοφία πάνω στην διαδικασία παραγωγής και κάθε επιλογή κρίνεται στο αποτέλεσμα.

Το πιο εντυπωσιακό κομμάτι βέβαια ήταν το κελάρι με τον έντεχνα τοποθετημένο φωτισμό που δημιουργούσε μυσταγωγική ατμόσφαιρα και ο ρινόκερος -έμβλημα του οινοποιείου- που δέσποζε πάνω σε κάθε βαρέλι.

Να επισημάνω εδώ πως στο La Spinetta το 75% των αμπελώνων καλλιεργείται βιοδυναμικά και όσο εμείς ξεναγούμασταν στο οινοποιείο ο ιδιοκτήτης δούλευε μαζί με τους εργάτες στα αμπέλια. Στοιχείο πολύ σημαντικό αφού δείχνει πως ακόμη και αν οι Rivetti έχουν μεγαλοπιαστεί δεν εγκαταλείπουν το αμπέλι γιατί γνωρίζουν πως εκεί είναι το κλειδί για την παραγωγή σπουδαίων κρασιών.

Αφού ολοκληρώσαμε την ξενάγηση περάσαμε στο τραπέζι δοκιμών όπου το κρασί συνοδεύονταν με λίγο ψωμάκι και ελαιόλαδο από τα κτήματα των Rivetti στην Τοσκάνη. Συνολικά δοκιμάσαμε δεκατέσσερις διαφορετικές ετικέτες με τις μισές από αυτές να είναι από την υψηλότερη γκάμα του κτήματος, δηλαδή Barolo ή Barbaresco.
Επίσης δοκιμάσαμε και μία ετικέτα από την ιδιωτική παραγωγή του Stefano που ταίριαζε πάρα πολύ καλά τις οξύτητες της Barbera με την δυναμική τανική δομή του Nebbiolo και τις ισορροπούσε απόλυτα.

Από τα Barbaresco συγκρατήσαμε το "Starderi" του '07 για την αμεσότητα που το διέκρινε χωρίς να χάνει καθόλου από τον δυναμισμό του nebbiolo και το "Valeirano" της ίδιας χρονιάς από ασβεστώδη εδάφη που του προσέδιδαν πιο πικάντικο χαρακτήρα και μεγαλύτερες δυνατότητες παλαίωσης από οποιοδήποτε άλλο στην ίδια σειρά.

Από τα Barolo μας μάγεψε το Campe του 2003 το οποίο πλημμύριζε την μύτη μας με φρούτο και ολοζώντανα αρώματα που σε έκαναν να πιστέψεις πως το κρασί είχε μόλις οινοποιηθεί. Το στόμα ήταν εξίσου νεανικό με τις τανίνες να δείχνουν να μην έχουν καταλάβει τίποτα από το πέρασμα οκτώμιση χρόνων παλαίωσης και την επίγευση να μην τελειώνει ποτέ!

Κλείσαμε με το φρέσκο Moscato d'Asti το οποίο ήταν αρκετά γλυκό για τα γούστα μου αλλά ότι έπρεπε για να δροσίσει και πάλι το στόμα μας μετά από τόση τανίνη. Αρωματικά θύμιζε μπύρα weiss και αυτό γιατί η διαδικασία ζύμωσης είχε τελειώσει σχετικά πρόσφατα. Δυνατό του σημείο οι εξαιρετικά απαλές φυσαλίδες που γαργαλούσαν ευχάριστα τον ουρανίσκο χωρίς να του επιτίθενται.

Κάπως έτσι ολοκληρώσαμε τον κύκλο των δοκιμών. Το La Spinetta είναι ένα από τα κορυφαία κτήματα του Πιεμόντε που καταφέρνει να ισορροπήσει πολύ καλά μεταξύ τεχνολογίας και αυθεντικότητας και κάθε ετικέτα του είναι σίγουρα μία μεγάλη εμπειρία για κάθε οινόφιλο.

Πρωτού φύγουμε ανταλλάξαμε μερικές κουβέντες με τον Στέφανο -ο οποίος είναι επίσης μεγάλος "ξινομαυράκιας"- και του υποσχέθηκα να του πάω μερικές Νάουσες όταν επιστρέψω. Το ωραίο της υπόθεσης ήταν πως ο Stefano, όταν τελειώσαμε τις δοκιμές, μας απολογήθηκε γιατί δεν μπορέσαμε να δοκιμάσουμε πολλά πράγματα και δεν είχε πολύ χρόνο να μας δει. Έχοντας κάτσει εκεί πάνω από δύο ώρες και έχοντας δοκιμάσει ετικέτες που θα θέλαμε τουλάχιστον 1500€ για να τις δοκιμάσουμε μόνοι μας αναρωτιέμαι τι εμπειρία θα ζούσαμε σε περίπτωση που κατάφερνε να μας περιποιηθεί όπως θα το ήθελε!

Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2012

Barbaresco και Marchesi Di Gresy

Αφήνοντας το Asti κατευθυνθήκαμε και πάλι νότια προς την Άλμπα. Προορισμός μας το θρυλικό χωριό Barbaresco με το φημισμένο ομώνυμο κρασί του. Λίγο έξω από το χωριό θα συναντούσαμε τον οινολόγο Jeffrey Chilcot για μία επίσκεψη στη Martinenga, το ένα από τα τέσσερα οινοποιεία του Marchesi Di Gresy.

Barbaresco
Η οικογένεια Di Gresy ασχολούνταν επί πολλές γενεές με την αμπελοκαλλιέργεια πουλώντας τα σταφύλια στους μεγάλους οίκους του Barbaresco. Όλα αυτά πήραν άλλη τροπή το 1973 όταν ο Alberto Di Gresy αποφάσισε σε ηλικία είκοσι ενός ετών πως όλα αυτά έπρεπε να αλλάξουν και η οικογένειά του έπρεπε να εκμεταλλευτεί η ίδια τον καρπό που παρήγαγε. Στόχος του ήταν να συνδυάσει μοντέρνες πρακτικές με παραδοσιακές μεθόδους έτσι ώστε το προϊόν που θα παρήγαγε να ήταν όσο το δυνατόν πιο καλοφτιαγμένο αλλά και αντιπροσωπευτικό του τόπου παραγωγής του. Σήμερα η επιχείρηση μετράει τέσσερα βασικά οινοποιεία και συνολική έκταση τετρακόσια εξήντα στρέμματα.

H Martinenga είναι το μεγαλύτερο οινοποιείο της επιχείρησης και περιλαμβάνει 230 στρέμματα εκ των οποίων τα 110 είναι Nebbiolo. Ο αμπελώνας αυτός είναι και ένας από τους μεγαλύτερους αμπελώνες για την παραγωγή DOCG* Barbaresco. Στην υπόλοιπη έκταση καλλιεργείται Barbera, Chardonnay και ελάχιστο Cabernet Sauvignon και Sauvignon Blanc. Στα περισσότερα κόκκινα πραγματοποιούνται μεγάλες σε διάρκεια εκχυλίσεις ενώ η ωρίμανση γίνεται σε μεγάλα βαρέλια των δυόμισι τόννων και εν μέρη σε μικρά των 225L για τα μεγάλα cru.

Ξεκινήσαμε τις δοκιμές δροσίζοντας το στόμα μας με το Sauvignon Blanc του '11 που παρά το υψηλό του αλκόολ ήταν αρκετά ευχάριστο. Ακολούθησε το ευκολόπιοτο Dolcetto και το κάπως κλειστό αλλά αρκετά δυναμικό Langhe Nebbiolo ενώ στην συνέχεια περάσαμε σε ένα Merlot από τους αμπελώνες του Monte Colombo και του La Serra. Αρχικά με ξένισε η ιδέα του Merlot στα χώματα του Πιεμόντε και δεν έβλεπα τον λόγο για τέτοιου είδους πειραματισμούς. Να όμως που το αποτέλεσμα με εξέπληξε. Πρώτη φορά δοκίμαζα Merlot με τόσο γήινη μύτη και τόσο δυναμική δομή. Σίγουρα η δοκιμή του είχε πολύ ενδιαφέρον και αποδεικνύει πως ακόμη και αυτή η τόσο σνομπαρισμένη από τους "terroiristas" ποικιλία, εάν καλλιεργηθεί κατάλληλα, μπορεί να δώσει πολύ διαφορετικές εκφράσεις ανάλογα με τα εδάφη που θα φυτευτεί.

Μετά από αυτό είχε έρθει η ώρα για τα σπουδαία Nebbiolo του κτήματος. Αρχίσαμε με το Martinenga Barbaresco 2008 που ναι μεν ήταν ακόμη κλειστό στην μύτη, είχε όμως τρομερό νεύρο στο στόμα και φοβερά πλούσιο τανικό τελείωμα. Το 2007 ερχόταν κάπως πιο παιχνιδιάρικο αρωματικά και πιο μαλακό στο στόμα. Πιο "πιασάρικο" από το 2008, στερούνταν όμως τις ατελείωτες δυνατότητες παλαίωσης που έδειχνε να έχει το πρώτο το οποίο μάλλον θα λέγαμε πως είναι μία χρονιά για τους μυημένους.

Ακολούθησαν τα Barbaresco από τα αμπελοτόπια "Camp Gros" και Gaiun που εμφιαλώνονται μόνο τις καλύτερες χρονιές. Το Gaiun ωριμάζει σε γαλλικά βαρέλια τον διακοσίων εικοσιπέντε λίτρων σε αντίθεση με όλα τα υπόλοιπα κρασιά του κτήματος που ωριμάζουν στα μεγάλα Σλοβένικα βαρέλια των δύο τόννων. Ξεκινήσαμε δοκιμάζοντας αυτό του 2006. Στη μύτη, νότες γλυκόριζας εναλλάσσονταν πολύ ωραία με νότες βιολέτας που αποκάλυπταν μία πιο θηλυκή πλευρά του Barbaresco. Στο στόμα ήταν ακόμη έντονα τανικό και έδειχνε πως χρειάζεται ακόμη πολύ χρόνο ώστε να αρχίσει να μαλακώνει.

Κατεβαίνοντας τον χρόνο προς τα πίσω και φτάνοντας το 2005 περάσαμε για λίγο στο Camp Gros. Το 2005 ήταν μία πολύ δύσκολη χρονιά με πάρα πολύ μικρή παραγωγή για την συγκεκριμένη ετικέτα. Στην μύτη έρχονταν και αυτό κάπως κλειστό αρχικά αλλά όσο άνοιγε φανέρωνε ένα κρασί τρομερά πολύπλοκο με ατέλειωτη επίγευση.

Το κορυφαίο όμως της σειράς ήταν το Gaiun 2004 που ήταν ίσως και το μόνο από όσα Nebbiolo δοκιμάσαμε στο οινοποιείο που είχε αρχίσει σιγά σιγά να φτάνει σε ένα στάδιο ετοιμότητας. Οκτώ χρόνια δηλαδή για να αρχίσει ένα μεγάλο Nebbiolo να δείχνει σιγά σιγά τον πραγματικό του χαρακτήρα και ποιος ξέρει πόσα ακόμη για να φτάσει στο απόγειό του. Πολύ εκφραστικό με πιο ντελικάτο χαρακτήρα από τα δύο προηγούμενα αφού το βαρέλι ήταν πλήρες ενσωματωμένο στο σύνολο και δεν έλειπαν και κάποιες πιο ανθώδεις νότες που του πρόσθεταν φινέτσα.

Κάπου εκεί φτάσαμε στο τέλος αυτής της εξαιρετικής εμπειρίας που μας προσέφερε ο Jeffrey και ανανεώσαμε το ραντεβού μας για μία τυφλή γευστική με Nebbiolo και Ξινόμαυρα των οποίων ο Νεο-Ζηλανδός οινολόγος είναι μεγάλος φαν!

Προτού επιστρέψουμε στην βάση μας βρεθήκαμε για λίγο στο χωριό Diano, σε μία από τις δέκα κοινότητες του Πιεμόντε όπου το Dolcetto είναι ονομασία προέλευσης. Εκεί βρεθήκαμε στην Azienda Agricola Cortin δοκιμάσαμε τα κρασιά του κτήματος πιο πολύ ως απεριτίφ -ήταν αργά το απόγευμα- παρά ως γευσιγνωσία.

Δοκιμάσαμε την πιεμοντέζικη λευκή ποικιλία Arneis η οποία όμως δεν έλεγε και πολλά, ένα πολύ φρουτώδες Dolcetto με πάρα πολύ καλή σχέση ποιότητας τιμής και ένα εξίσου φρουτώδες Diano d'Alba, πολύ ωραία δομημένο και με πολύ ωραία επίγευση.

Κάπως έτσι έκλεινε μία ακόμη μέρα οινικών διαδρομών στο Πιεμόντε και επιστρέψαμε σπίτι για ξεκούραση, μερικά κρασάκια ακόμη και χαβαλέ με τους Ιταλούς οικοδεσπότες μας!

Τρίτη 31 Ιουλίου 2012

Βόρεια του Άστι...

Η πρώτη μας επίσκεψη σε οινοποιείο στο Πιεμόντε ήταν βόρεια του Άστι, πενήντα περίπου χιλιόμετρα από την Άλμπα, στο χωριό Scurzolengo. Εκεί θα μας περίμενε η Nadia Verrua, μέλος της οικογένειας Tavijn. Μίας παλιάς αμπελουργικής οικογένειας που διατηρεί σήμερα ένα μικρό αλλά πολύ προσεγμένο οινοποιείο με παραγωγή κάτι λιγότερο από είκοσι χιλιάδες φιάλες.

Ξεκινήσαμε την ξενάγηση περπατώντας μέχρι τα αμπέλια που βρίσκονταν λίγα μέτρα πίσω από το οινοποιείο. Οι ποικιλίες που φυτεύονται σε αυτήν την περιοχή του Πιεμόντε είναι η Barbera, το Ruche, και το Grignolino. Οι δύο τελευταίες είναι καθαρά τοπικές και μετά από μία μικρή περίοδο απαξίωσης αρχίσουν να γνωρίζουν και πάλι ανοδική πορεία.

Στην Cascina Tavijn εφαρμόζεται βιολογική καλλιέργεια και ένα μεγάλο μέρος των εργασιών γίνεται χειρωνακτικά. Ακόμη και τα χόρτα ενδιάμεσα από τα κλήματα κόβονται με κοσά ή δρεπάνι! Δυστυχώς η περιοχή μαστίζεται από μία ασθένεια με το όνομα Flavescence Dorée και ακόμη δεν έχει βρεθεί κάποια λύση για την αντιμετώπισή της. Αποτέλεσμα αυτού είναι η πλειοψηφία των αμπελώνων να έχει χαμηλό μέσο όρο ηλικίας -δέκα με δεκαπέντε χρόνια- ενώ πριν περίπου μία εικοσαετία ο μέσος όρος της ηλικίας των αμπελώνων ξεπερνούσε τα εβδομήντα χρόνια.

Η Flavescence Dorée είναι μία βακτηριδιακή μόλυνση η οποία προκαλείται από ένα έντομο το οποίο την μεταφέρει από αμπελώνα σε αμπελώνα. Το έντομο αυτό ήρθε από την Βόρεια Αμερική κατά την διάρκεια του Β' παγκοσμίου πολέμου και μαζί με την φυλλοξήρα και τον περονόσπορο συμπληρώνει τον μακρύ κατάλογο των προβλημάτων που έχουν μεταφερθεί από την χώρα του θείου Σαμ στον Ευρωπαϊκό αμπελώνα. Σημαντικό ρόλο στην εξάπλωσή της παίζει επίσης η μείωση των φυσικών εχθρών του εντόμου που την μεταφέρει, με αποτέλεσμα η μετάδοσή της να γίνεται πιο γρήγορα.

Επιστρέφοντας στο οινοποιείο, είπαμε μερικά πράγματα για την οινοποίηση και περάσαμε στις δοκιμές. Ξεκινήσαμε με το Grignolino του 2011 το μόλις είχε θειωθεί ελαφρά προκειμένου να εμφιαλωθεί. Παρ'όλα αυτά κρατούσε πολύ καθαρό το φρούτο του, είχε απαλή οξύτητα και ελαφρά τανικό τελείωμα. Η πρώτη μας επαφή με την ποικιλία μας έδειχνε ένα κρασί εύκολο και απλό για καθημερινή χρήση.

Το Ruche του 2011 ήταν σαφώς πιο δομημένο, πιο πλούσιο αρωματικά και λίγο πιο δυνατό όσον αφορά το αλκοόλ. Σε κάθε περίπτωση όμως ήταν επίσης ένα ερυθρό για καθημερινή χρήση και όχι ένα ερυθρό παλαίωσης αν και μία μικρή παραμονή στην φιάλη φαντάζομαι πως θα το βελτίωνε αισθητά.

Η Barbera d'Asti ήταν το μόνο από τα τρία που χρειάζονταν αρκετό χρόνο παλαίωσης ώστε να μπορέσει να καταναλωθεί ευχάριστα. Αυτή του 2010 από την δεξαμενή είχε πολύ έντονη οξύτητα και μία ελαφρά πικράδα στο τελείωμα που χρειάζεται χρόνο για να αμβλυνθεί και να δώσει εάν σύνολο πιο ισορροπημένο.

Αμέσως μετά την Barbera κατεβήκαμε στο παλιό κελάρι του 1908 με τα μεγάλα σλοβένικα βαρέλια. Εκεί, κλείσαμε τις δοκιμές με ένα αθείωτο Grignolino, εσκεμμένα αναγωγικό ώστε να προστατεύεται από την οξείδωση. Η Νάντια, η οινοπαραγωγός, έδειχνε πολύ ενθουσιασμένη για αυτό και είχε πολύ μεγάλες προσδοκίες. Προτού το εμφιαλώσει βέβαια "στρώνει" το αναγωγικό του άρωμα κάνοντας τους απαραίτητους αερισμούς.
 
Με πολύ καλές εντυπώσεις, αφήσαμε το μικρό χωριουδάκι του Scurzolengo και κατευθυνθήκαμε προς το Asti το οποίο είναι μία μικρή πόλη, σχετικά όμορφη αλλά πολύ θορυβώδης για το μέγεθός της. Εκεί, επισκεφθήκαμε το κατάστημα τοπικής γαστρονομίας Eataly εφοδιαστήκαμε με τα απαραίτητα για ένα μικρό κολατσιό και χαλαρώσαμε στο πάρκο της πόλης. Χρειαζόμασταν μερικές ανάσες μέχρι να ξεκινήσουμε για τον επόμενο σταθμό μας που δεν ήταν άλλος από το θρυλικό Barbaresco!

Πέμπτη 26 Ιουλίου 2012

Η Σικελία στο Πιεμόντε!

Αφήνοντας τον Ροδανό ταξιδέψαμε ανατολικά προς την Γκρενόμπλ όπου περάσαμε μερικές μέρες περπατώντας στα βουνά γύρω από την πόλη. Αφού ζήσαμε της γαλλικές εκλογές από κοντά και τις ελληνικές από μακριά, περάσαμε τα Ιταλικά σύνορα και φτάσαμε στο Τορίνο για να διανυκτερεύσουμε και να φύγουμε την επόμενη μέρα για την Άλμπα. Εκεί θα μας περίμενε η Σικελικής καταγωγής οικοδέσποινά μας η οποία όσο εμείς εξερευνούσαμε τους Πιεμοντέζικους αμπελώνες, θα μας έκανε μία μικρή μύηση στην κουζίνα του Ιταλικού νότου.

Φτάσαμε στην Άλμπα αργά το απόγευμα και κάναμε μία μικρή γύρα στην πόλη. Ήταν λίγο μετά τις επτά και οι δρόμοι της πόλης είχαν αρχίσει να αδειάζουν. Ο κόσμος μεταφέρονταν τώρα στα μπαράκια αφού ήταν η ώρα για το aperitivo. Τα λίγα μαγαζιά που ήταν ανοιχτά ήταν γεμάτα με ανθρώπους που έπιναν τοπικά κρασιά με τους περισσότερους να έχουν ανοίξει φιάλες ακόμη και αν ήταν δύο άτομα. Ήταν γεγονός. Βρισκόμασταν στην καρδιά του Πιεμόντε και εδώ το κρασί είναι ο αδιαμφισβήτητος βασιλιάς!

Αφού ολοκληρώσαμε την βόλτα μας, η Αλίντα, η Σικελή οικοδεσπότης μας, μας οδήγησε στο σπίτι της. Μπαίνοντας στο διαμέρισμα, οι μυρωδιές από μαγειρεμένα άγρια μανιτάρια μας τρυπούσαν την μύτη. Ο καιρός ήταν ασυνήθιστα ζεστός για την εποχή και μέχρι εκείνη την στιγμή δεν είχαμε σε καμία περίπτωση το φαγητό στο μυαλό μας. Για τους Σικελούς όμως, φιλοξενούμενος που έρχεται από μακριά δεν υπάρχει περίπτωση να μην φάει μόλις φτάσει και έτσι βρεθήκαμε στο τραπέζι προτού καν το καταλάβουμε! Ούτως ή άλλως η όρεξή μας άνοιξε μόλις γεμίσαμε το πρώτο ποτήρι κρασί και αρχίσαμε να πίνουμε τις πρώτες γουλιές.

Το φαγητό ήταν απλό αλλά πολύ πλούσιο γευστικά. Ήταν μία μακαρονάδα με άγρια μανιτάρια -δεν μας γέλασε η μύτη μας- και λουκάνικο με γλυκάνισο από την Σικελία. Τα μανιτάρια είχαν τόση νοστιμιά που θα μπορούσαν άνετα να είναι ένα πιάτο από μόνα τους αλλά και η ένταση των μπαχαρικών στο λουκάνικο ήταν όση χρειάζονταν για να δοθεί η απαραίτητη πικάντικη νότα.


Το κρασί ήταν ένα Rosso Siciliano 2010 και ήταν μάλλον ότι έπρεπε για την περίσταση. Η δροσιστική οξύτητα που δεν θύμιζε κρασί του νότου το έκανε πιο ευχάριστο μέσα σε μία τόσο ζεστή ημέρα ενώ η καλή τανική δομή του το βοηθούσε να αντιπαλέψει την έντονη γεύση των μανιταριών και του λουκάνικου. Η ποικιλία ήταν 100% Nero d'Avola η οποία είναι και η πλέον δημοφιλής ποικιλία του Ιταλικού νησιού. Για την παραγωγή του συνεργάστηκαν τρεις συνεταιρισμοί με κοινή ιδεολογία: Η Coperativa Sociale Placido Rizotto - Libera Terra, η Coperativa Sociale Pio La Torre - Libera Terra και η Coperativa Sociale Lavoro e non solo

Ο Placido Rizzoto ήταν ιστορικός δήμαρχος της κωμόπολης Κορλεόνε και αγωνίστηκε για την απελευθέρωση των εδαφών που παράνομα κατείχε η μαφία και την επιστροφή τους στους αγρότες. Το εγχείρημα πέτυχε αλλά ο ίδιος δολοφονήθηκε από μαφιόζους το 1948. O Pio la Torre που ήταν ηγέτης του κομμουνιστικού κόμματος Ιταλίας, επίσης δολοφονήθηκε από την μαφία το 1982, λόγω του ότι εισήγαγε στην Ιταλική νομοθεσία νόμο που καταδίκαζε την μαφία και καθιστούσε έγκλημα την συμμετοχή σε οποιουδήποτε τέτοιου τύπου οργάνωση. Ο χαρακτηρισμός Libera Terra αναφέρεται φυσικά στις γαίες που χάρη σε αυτούς τους δύο άντρες κατάφεραν να ανακτήσουν οι αγρότες. Οι παραγωγοί που μοιράστηκαν την γη που άλλοτε κατείχε η περίφημη Cosa Nostra δημιούργησαν τους τρεις προαναφερθέντες συνεταιρισμούς.

Το κρασί ονομάζεται "Centopassi" δηλαδή εκατό βήματα. Είναι η απόσταση από το σπίτι του νεαρού ακτιβιστή Impastato Peppino έως το σπίτι του μεγαλομαφιόζου Tano Badalamenti. O πρώτος είχε δημιουργήσει ραδιοφωνικό σταθμό απ'όπου καταδίκαζε τα εγκλήματα του δεύτερου σε μία προσπάθεια να τον στείλει στην δικαιοσύνη. Σε μία εποχή όμως που το επίσημο κράτος ισχυρίζονταν πως δεν υπάρχει μαφία ο πρώτος βρέθηκε δολοφονημένος και ο δεύτερος δεν δικάστηκε ποτέ. Το 2000 κυκλοφόρησε και η αντίστοιχη ταινία - φόρος τιμής στον ηρωικό νεαρό που έχασε την ζωή του για να αφυπνίσει μία φοβισμένη κοινωνία.

Κάπως έτσι, με αφορμή το κρασί αυτό εμπλουτίσαμε τις ιστορικές μας γνώσεις γύρω από τους αγώνες των Σικελών ενάντια στην μαφία. Μοναδικό πιεμοντέζικο κομμάτι του γεύματος ήταν το τυρί που προέρχονταν από το τοπικό τυροκομείο "Caseificio dell'alta Langha". Ένα εξαιρετικό μαλακό αρνίσιο τυρί "toma" που έδενε εξαιρετικά με το κρασί και που με την απαλή του γεύση έκλεισε ιδανικά το γεύμα μας.

Ήταν το μεταβατικό στάδιο από την Σικελική γαστρονομία στην Πιεμοντέζικη και ένα μικρό "ζέσταμα" για αυτό που ακολουθούσε. Η επόμενες μέρες θα ήταν γεμάτες με εικόνες και γεύσεις από τις ατελείωτες γύρες μας σε μία από τις πιο σπουδαίες γαστρονομικές γωνιές του πλανήτη!

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2009

Cycling around Piemonte Vol.2!

Ξεκινώντας την δεύτερη μέρα μου, κατευθύνθηκα με το ποδήλατο προς την Alba σημαντικότερη πόλη της περιοχής αλλά και γαστρονομική πρωτεύουσα. Εκεί, πέρα από τις κάβες και τα μπακάλικα με τα διάφορα εδέσματα, βρίσκει κανείς και πολλά καταστήματα που εξειδικεύονται στην τρούφα. Έκανα μία σύντομη γύρα στην πόλη για να χαζέψω τις βιτρίνες με όλες αυτές τις λιχουδιές και αφού τσίμπησα κάτι πρόχειρο έφυγα για το Castigliano Falleto.

Ο δρόμος ήταν σχετικά εύκολος αλλά τα τέσσερα τελευταία χιλιόμετρα πριν το χωριό ήταν πολύ ανηφορικά. Με γεμάτο το στομάχι τα τέσσερα αυτά χιλιόμετρα μου φάνηκαν σαράντα αλλά η θέα άξιζε τον κόπο
Μόλις ανέβηκα, ζήτησα πληροφορίες από μία κυρία που μιλούσε μόνο ιταλικά και αυτά με πολύ έντονη προφορά. Όταν μου απάντησε ήλπιζα πως είχα καταλάβει λάθος αλλά μετά την επιβεβαίωση με χειρονομίες και νοήματα, όπως επίσης και από το συμπονετικό της χαμόγελο, κατάλαβα πως για να βρω το κτήμα Brovia έπρεπε να ξανακατέβω την μεγάλη ευθεία την οποία είχα μόλις ανέβει. Κατέβηκα χωρίς κόπο και έφτασα χωρίς καθυστέρηση στο ραντεβού μου.
Περιμένοντας, συνομίλησα με έναν παππού που μάλλον ήταν η προηγούμενη γενιά του οινοποιείου και απ'ό,τι κατάλαβα(;) δεν είχε αφήσει ποτέ του το Πιεμόντε. Αντιθέτως, ο γαμπρός του που έχει αναλάβει σήμερα την επιχείρηση, είναι Καταλανός και χειρίζεται άψογα τέσσερις γλώσσες. Έτσι δεν δυσκολευτήκαμε στην ξενάγηση και μπορέσαμε να συζητήσουμε τις επιλογές τους στην οινοποίηση αναλύοντας λεπτομερώς. Η ζύμωση γίνεται σε τσιμεντένιες δεξαμενές στρόγγυλου σχήματος για ομοιογένεια της θερμοκρασίας και καλύτερη μόνωση και κρατάει συνολικά τρεις βδομάδες. Ο μούστος που παίρνεται από πίεση πωλείται σε άλλα οινοποιεία γιατί η οικογένεια Brovia θεωρεί πως η πρέσα εκχυλίζει ανεπιθύμητες για το κρασί ουσίες. Η παλαίωση γίνεται με την παραδοσιακή μπαρολέζικη μέθοδος, σε μεγάλες δηλαδή ξύλινες δεξαμενές όπου και μένει για τουλάχιστον δύο χρόνια. Μικρότερου μεγέθους βαρέλια χρησιμοποιούνται μόνο για την παλαίωση ενός μέρους από την Barbera. Δοκιμάζοντας όμως το κρασί αυτό στην χρονιά 2007 από μπουκάλι, το ξύλο έκανε αισθητή την παρουσία του. Ευτυχώς όμως το στόμα ήταν τόσο πλούσιο που το βαρέλι πνίγονταν στο φρούτο. Δοκιμάσαμε επίσης και ένα Barolo με τρομερή, καθαρή και κομψή μύτη, εξαιρετικές οξύτητες και το χαρακτηριστικό πλούσιο σε φίνες τανίνες τελείωμα του Nebbiolo.
Αμέσως μετά άρχισα να ανηφορίζω προς την La Morra ώσπου σε κάποια στιγμή έπεσα πάνω στο οινοποιείο κάποιων παλιών γνωστών. Ήταν πριν δυόμιση χρόνια στο Λουξεμβούργο όπου παρουσιάζαμε τα κρασιά δίπλα δίπλα και οι τρεις Ιταλοί του Trimilli* ήταν η καλύτερη παρέα όταν βγαίναμε τα βράδια για να τσιμπήσουμε. Ένας από τους τρεις του Trimilli ήταν ο Severino από την Azienda Erbaluna ο οποίος έτυχε να μην είναι εκεί όταν επισκέφτηκα τον χώρο τους αλλά ο αδερφός του και η κοπέλα της υποδοχής ήταν υποδειγματικά φιλόξενοι. Μετά τις απαραίτητες τεχνικές συζητήσεις ρίξαμε και μία ματιά στην ιδιωτική συλλογή κρασιών τους όπου δέσποζαν μία Νάουσα και μία Σαντορίνη! Προτού περάσω στα τις δοκιμής πρέπει να αναφέρω πως ήταν ένα από τα λίγα οινοποιεία που χρησιμοποιεί ανοξείδωτες δεξαμενές για την αλκοολική ζύμωση. Αργότερα όμως κατάλαβα πως η εξαίρεση στον κανόνα ήταν όλα τα προηγούμενα οινοποιεία που είχα δει. Είχα επιλέξει όμως να επισκεφτώ κτήματα που δούλευαν με την παραδοσιακή μέθοδο και γι'αυτό δεν είχα ακόμη δει οινοποίηση σε ανοξείδωτα δοχεία. Η παλαίωση βέβαια γίνεται στα παραδοσιακά βαρέλια των τριών τόννων αφού πρώτα το κρασί σταθεροποιηθεί με φυσικό κρύο το χειμώνα.
Ξεκινήσαμε με μία πειραματική εμφιάλωση επιτραπέζιου οίνου Barbera - Dolcetto χωρίς καθόλου προσθήκη So2. Ήταν κάτι τελείως διαφορετικό απ'όσα είχα μέχρι τώρα δοκιμάσει στο Πιεμόντε με μία μύτη αρκετά βοτανική αλλά και με νότες κόκκινων φρούτων. Στο στόμα ήταν ελαφρύ και πολύ χυμώδες με μόνο μειονέκτημα μία πολύ ελαφρά άσχημη γεύση στο τελείωμα που αδυνατώ να περιγράψω. Το Dolcetto τους ήταν πολύ καλοφτιαγμένο, φίνο και ευκολόπιοτο. Δοκίμασα επίσης και δύο διαφορετικές Barbera με την πρώτη από ανοξείδωτη δεξαμενή να γρατσουνάει λίγο με την έντονη οξύτητά και την δεύτερη από βαρέλι να είναι σαφώς πιο στρογγυλεμένη και εκφραστική. To Barolo του 2005 ήταν πολύ δειλό στην μύτη και παρά την καλή του δομή υστερούσε σε γευστικό πλούτο και διάρκεια σε σχέση με άλλα Barolo. Το Βarolo του 1999 ήταν σαφώς πιο εκφραστικό στην μύτη αλλά αρκετά κουρασμένο στο στόμα. Αυτό που διαπίστωσα κοιτώντας και παλαιότερες σημειώσεις μου από το ίδιο οινοποιείο, είναι πως γίνεται πολύ καλή δουλειά στα απλά τους κρασιά αλλά τα Barolo τους για κάποιο λόγο είναι δύσκολα στις δοκιμές, συνήθως κλειστά και ανέκφραστα. Εκεί πάντως που είναι μάστορες στην Erbaluna είναι στα αποστάγματά τους και στο Barolo Chinato, ένα είδος βερμούτ πολύ πλούσιο σε γεύση και πολυδιάστατο αρωματικά.
Την τελευταία μέρα μου στο Barolo επισκέφτηκα το οινοποιείο Elio Altare. Έχοντας μάθει πολλά από την Βουργουνδία, ο Elio Altare δημιούργησε την δεκαετία του '70 μία τελείως διαφορετική σχολή οινοποίησης. Ζυμώσεις σε ανοξείδωτες δεξαμενές, μηλογαλακτική στον ίδιο χώρο και στην συνέχεια παλαίωση σε βουργουνδέζικου τύπου βαρέλια 225λίτρων. Αποτέλεσμα, πιο στρογγυλεμένα Nebbiolo ευκολότερα να καταναλωθούν σε σχετικά νεαρή ηλικία αλλά με μικρότερο δυναμικό παλαίωσης. Ως "ξινομαυρίτης" προτιμούσα τις πιο ρουστίκ παραδοσιακές εκδοχές που είχα δοκιμάσει μέχρι τώρα και δεν πολυενθουσιάστηκα με την μοντέρνα εκδοχή. Να σημειωθεί πως η συγκεκριμένη Azienda ήταν από αυτές που εισήγαγαν την μέθοδο αυτήν στο piemonte αλλά σήμερα οι περισσότεροι παραγωγοί Nebbiolo ακολουθούν αυτήν την σχολή.

Πριν αφήσω τελείως την περιοχή γύρω από το Barolo έκανα ένα πέρασμα από το Pollenzo όπου βρίσκεται το πανεπιστήμιο της Slow Food. Ένα επιβλητικό, όμορφο κτίριο, πρώην κατοικία του βασιλιά της Σαβοΐας, περιτρυγυρισμένη από πράσινο και άψογα διατηρημένη. Όπως είχα αναφέρει και στο προηγούμενο ποστ, μαθητές από όλο τον κόσμο σπουδάζουν εκεί γαστρονομικές επιστήμες και συμβάλουν με τις πολλές δραστηριότητες και τις εργασίες τους στην διατήρηση και την ανάδειξη της τεράστιας Ιταλικής γαστρονομικής κληρονομιάς. Στον ίδιο χώρο βρίσκεται και η Ιταλική οινοτράπεζα. Ένας χώρος όπου διατηρούνται υπό τις καλύτερες συνθήκες κρασιά από κάθε γωνιά της γειτονικής μας χώρας. Η τράπεζα-κάβα είναι επισκέψιμη και αν κάποιος ενδιαφέρεται έχει στην διάθεσή του λεπτομέρειες για την περιοχή και τον παραγωγό κάθε κρασιού ξεχωριστά ενώ γίνονται και δοκιμές σε καθημερινή βάση. Για κακή μου τύχη όταν έφτασα εκεί πέρα η οινοτράπεζα ήταν κλειστή και δεν είχα τον χρόνο να περιμένω μέχρι την ώρα που θα άνοιγε. Την επόμενη φορά λοιπόν!

Επόμενος και τελευταίος σταθμός στην Ιταλία η Emiglia Romana και μία μικρή πόλη έξω από την Πάρμα με το όνομα Fornovo di Taro...

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2009

Cycling around Piemonte vol.1!

Ο καιρός στο Piemonte δεν άργησε να αλλάξει και κατεβαίνοντας με το τραίνο από το Τορίνο στην Bra είχα τον ήλιο με το μέρος μου. Η Bra είναι μία μικρή πόλη στην καρδιά του Piemonte και αυτό που την κάνει να έχει ιδιαίτερη σημασία είναι πως είναι ή έδρα της slow food. Της οργάνωσης για το καλό και ποιοτικό φαγητό και συνώνυμο της γαστρονομικής κουλτούρας. Λίγο πιο πέρα, στο μικρό χωριουδάκι Pollenzo βρίσκεται και το πανεπιστήμιο της οργάνωσης αυτής που αποτελεί πόλο έλξης φοιτητών από όλο τον κόσμο αλλά και από κάθε ηλικία. Εγώ είχα την τύχη να φιλοξενηθώ σε κάποιους από αυτούς και έμενα έκπληκτος με το πόσο αγαπούν αυτό που σπουδάζουν και το πόσο καλά γνωρίζουν τα περί καλού φαγητού και κρασιού!

Από την Bra πήρα το λεωφορείο για τον οικισμό Rinalda όπου και θα έμενα. Μόλις έφτασα δεν έχασα χρόνο και ξεκίνησα με τα πόδια για το Verduno. Εκεί είχα ραντεβού στο Castello di verduno. Οικογενειακή επιχείρηση επί πολλές γενεές και κάτοχος ενός επιβλητικού πύργου (castello) που άνηκε κάποτε στον βασιλιά της Σαβοΐας, είναι σήμερα παραγωγοί έξι διαφορετικών ΟΠΑΠ. Μετά από μία σύντομη ξενάγηση στα κελάρια παλαίωσης ξεκινήσαμε τις δοκιμές.

Αρχίσαμε με την αποκλειστικότητα του οινοποιείου που είναι το Verduno D.O.C.* και προέρχεται από την αυτόχθονη ερυθρή ποικιλία Pelaverga Piccolo που καλλιεργείται μόνο στο χωριό αυτό. Αρκετά ιδιαίτερη ποικιλία με πιπεράτη μύτη που θύμιζε Syrah, ανοιχτό χρώμα που θύμιζε Nebbiolo και ισορροπημένη γεύση που δεν θύμιζε καμία άλλη ποικιλία.

Το Langhe Nebbiolo τους, δηλαδή το απλό Nebbiolo που προέρχεται από χαρμάνι όλων των αμπελοτεμαχίων ανεξαρτήτου τοποθεσίας είχε έντονο και χορταστικό φρούτο στην μύτη αλλά υστερούσε σε σώμα και έσβηνε αρκετά σύντομα. Το Barbaresco ήταν σίγουρα το καλύτερο της δοκιμής με μύτη που θύμιζε έντονα λευκή τρούφα, πολύ καλές οξύτητες και φοβερή φινέτσα. Αν είχε και λίγο μακρύτερη επίγευση θα μιλούσαμε για ένα τέλειο κρασί. Τέλος, το Barolo από το αμπελοτεμάχιο Massara ήταν πιο δυναμικό, πιο πλούσιο στο στόμα και πιο έντονο τανικά αλλά υστερούσε τις φινέτσας του Barbaresco.

Την επόμενη μέρα, έχοντας στην διάθεσή μου ένα πολύ καλό ποδήλατο, ξεκίνησα να ανεβαίνω προς το το χωριό La Morra με τελικό προορισμό το Barolo. Η La Morra βρίσκεται σε υψόμετρο 580 μέτρων και είναι κάτι σαν φυσικό μπαλκόνι με θέα όλων των αμπελώνα του Barolo. Έτσι, μετά την απαραίτητη στάση για να θαυμάσω αυτό το υπέροχο θέαμα, ξεκίνησα να κατηφορίζω μέχρι να φτάσω στο οινοποιείο Rinaldi. Οικογενειακή επιχείρηση με μόλις 65 στρέμματα είναι μία πολύ κλασσική περίπτωση παραδοσιακού πιεμοντέζικου οινοποιείου. Ξύλο για την ζύμωση και την παλαίωση σε πολύ μεγάλης χωρητικότητας δεξαμενές, ενδογενείς ζύμες και κανένα φιλτράρισμα ή διαύγαση/σταθεροποίηση στο τελικό προϊόν, είναι μία σύντομη περιγραφή των επιλογών τους στην παραγωγή.

Στις δοκιμές μου άρεσαν πολύ όλα τους τα κρασιά εκτός από το λίγο ασυνήθιστο-ζωικό Langhe Nebbiolo. Αυτό όμως που ξεχώρισε ήταν η Barbera d'Alba. Έντονη φρουτένια μύτη και πολύ δροσερό στόμα με πολύ καλή επίγευση που έκλεινε θετικά την εικόνα ενός εξαιρετικού κρασιού.

Δεύτερος και τελευταίος παραγωγός στο χωριό Barolo ο Giovani Canonica ένας μικρός παραγωγός που κάνει κρασί τα τελευταία είκοσι χρόνια. Η συνολική του παραγωγή δεν ξεπερνά τις 5.000 φιάλες και αποτελείται από ένα αμπελοτεμάχιο Nebbiolo και ενα πολύ μικρό Barbera. Η φιλοσοφία του Giovani είναι πως όσο παραμένει μικρός σε μέγεθος έχει την δυνατότητα να κάνει το κρασί του όπως το θέλει αυτός. Έτσι δεν χρειάζεται να τρέχει πίσω από την αγορά και τις κατά καιρούς μεταβολές της.

Η γευστική δοκιμή πάντως δεν με πολύ-ενθουσίασε αλλά η αλήθεια είναι πως δεν δοκίμασα τα κρασιά στις καλύτερες στιγμές τους. Το Barolo είχε μόλις μπει σε καινούριο βαρέλι και ήταν έντονα σημαδεμένο από τα αρώματα του ξύλου. Η δε Barbera δεν είχε ακόμη περάσει σε ξύλο και μένοντας ένα χρόνο σε ανοξείδωτη δεξαμενή είχε μία κάπως αναγωγική τάση ενώ στο στόμα υστερούσε αρμονίας και στρογγυλάδας.

Επόμενος σταθμός ήταν το Monferato d'Alba αλλά δυστυχώς στο -κάθε άλλο παρά τουριστικό-οινοποιείο που σκόπευα να επισκεφτώ δεν μιλούσαν παρά πιεμοντέζικα και ...λίγα Ιταλικά και δεν είχε νόημα να πάω. Παρόλα αυτά πήγα μέχρι το Monforte d'Alba γιατί γνωρίζοντας πως βρίσκεται σε υψόμετρο περίμενα πως θα άξιζε τον κόπο να πάει κανείς μόνο και μόνο για την θέα και δεν έπεσα έξω.

Οι πολύχρωμοι φθινοπωρινοί αμπελώνες που απλώνονταν μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι και οι υψομετρικές διαφορές δημιουργούσαν ένα ανεπανάληπτο τοπίο που αντάμειψε την προσπάθειά μου να φτάσω μέχρι εκεί.

Ταυτόχρονα στο χωριό υπήρχε και μία έκθεση φωτογραφίας με θέμα το παραδοσιακό πιεμοντέζικο άθλημα pallone (ή fistball). Ένα σπορ του οποίου μέχρι τώρα αγνοούσα την ύπαρξη και είχε ενδιαφέρον να μάθω μερικά πραγματάκια πάνω σε αυτό και να ξεφύγω και λίγο από τα του κρασιού.
Επέστρεψα στην Rinalda αργά το απόγευμα για να κοιμηθώ και να πάρω δυνάμεις για τις δύο μέρες που μου έμεναν...


*DOC: Denominazione di origine controllata, Έλεγχόμενη ονομασία προέλευσης