Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γαλλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γαλλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2014

Οινο-γαστρονομικές περιπέτειες στο Παρίσι!

Από εδώ το φέρνουμε, από εκεί το φέρνουμε τελικά μία φορά τον χρόνο μία επίσκεψη στην Γαλλία κάθε χρόνο θα την κάνουμε. Αυτήν την φορά αργήσαμε και λίγο αλλά απ'ότι φαίνεται ορθώς πράξαμε αφού όποιον συναντούσαμε μας έλεγε πως ο χειμώνας φέτος στην κεντρική και βόρεια Ευρώπη τελείωσε τον Ιούνη!

Ξεκινήσαμε το ταξίδι μας από την Νορμανδία, περιοχή περίφημη για τα όστρακα, το Calvados και το Cidre. Χωρίς μεταφορικό μέσο, με περιορισμένο χρόνο και ελλιπείς πληροφορίες δεν εντοπίσαμε κάτι που να αξίζει αναφοράς όσον αφορά το γαστρονομικό κομμάτι. Έτσι περάσαμε τον χρόνο μας συναντώντας φίλους, χαζεύοντας τον Ατλαντικό και κάνοντας χαλαρό τουρισμό.

Jura 2009
Τα σπουδαία άλλωστε μας περίμεναν στο Παρίσι. Με την άφιξή μας εκεί πήγαμε για δείπνο στο περίφημο Chateaubriand όπου και συναντήσαμε τους υπόλοιπους Έλληνες οινοπαραγωγούς. Το μενού άνοιξε κάπως μουδιασμένα με τα πρώτα πιατάκια να αφήνουν μέτρια έως κακή εντύπωση ενώ και τα πρώτα δύο κανονικά πιάτα του μενού ήταν μάλλον απογοητευτικά για τους περισσότερους από εμάς. Όλα αυτά συνοδεύονταν από ένα Jura 2009 από παλαιά κλήματα Chardonnay του Jean Francois Ganevat που αν και ευχάριστο δεν κατάφερε να μας συγκινήσει ιδιαιτέρως.

Μπαίνοντας στα κυρίως περάσαμε σε κόκκινο κρασί με το "Glaneurs" από το Domaine des Foulards Rouges. Ανάλαφρο κόκκινο, χαρακτηριστικό "vin de soif" - κρασί για να σβήνει τη δίψα -, με παιχνιδιάρικο άρωμα και απαλές τανίνες. Αρκετά πετυχημένο το δέσιμο του με το καλύτερο πιάτο της βραδιάς που αποτελούνταν από φιλέτο ψαριού, φλούδες ρεπανιού, άνθη ακακίας, κόκκινο βασιλικό και μία ελαφριά κρέμα. Εξίσου ενδιαφέρων και ο αμέσως επόμενος συνδυασμός με το χοιρινό που συνοδεύονταν από χορταρικά και γλυκόξινη σάλτσα. Και στις δύο περιπτώσεις το δέσιμο ήταν πολύ καλό αφού κάτι πιο δυναμικό θα επισκίαζε την φινέτσα τον δύο αυτών πιάτων και το αντίθετο.

Παρόλα αυτά, μείναμε σαφώς απογοητευμένοι από ένα εστιατόριο που μας έχει συνηθίσει σε πολύ πιο υψηλά στάνταρτς και εναποθέσαμε τις ελπίδες μας στο επόμενο γεύμα, την επόμενη ημέρα στο εστιατόριο Septime. Προτού όμως περάσουμε στο φαγητό στήσαμε μία μοναδική δοκιμή ελληνικών κρασιών με αποκορύφωμα μία διπλή κάθετη Ξινόμαυρου. Αφορμή ήταν η παρουσίαση των ελληνικών κρασιών της "Oenos Fruit Pierre Lumiere" του Γιώργου Ιωαννίδη στην ομάδα των νεαρών σομελιέ του εστιατορίου. Η αρχή έγινε με τα λευκά από Κεφαλλονιά και Σαντορίνη ενώ συνεχίσαμε με ροζέ από Νάουσα και Πέλλα.

Ξινόμαυρα
Μεγάλη στιγμή της δοκιμής ωστόσο ήταν η παράλληλη κάθετη δοκιμή του Γη και Ουρανός από το '10 έως το '04 και του αυτόριζου -Vignes Franches- από το '10 έως το '06. Το Ξινόμαυρο άφησε τους πάντες συγκλονισμένους με την τρομερή του αρωματική φινέτσα και τον πολύπλευρο χαρακτήρα του ενώ απέδειξε πόσο πιστά μπορεί να προσδώσει τον χαρακτήρα της κάθε χρονιάς. Έλληνες και Γάλλοι έβγαλαν το καπέλο και απλά υποκλίθηκαν στο μεγαλείο του.

Ξεκινώντας το γεύμα μας κάναμε μία παύση μεταξύ των Ξινόμαυρων προκειμένου να δροσίσουμε λίγο το στόμα μας με ένα ωραίο αφρώδες από το Haute-Savoie και το Domaine Belluard. Ποικιλία, η άγνωστη στους περισσότερους από εμάς Gringet που καλλιεργείται αποκλειστικά στην περιοχή κάτω από την λίμνη της Γενεύης. Ανθώδες με εξαιρετική ποιότητα φυσαλίδων και πολύ καλή διάρκεια ήταν ακριβώς ότι έπρεπε για να συνοδέψει τα πρώτα πιάτα και να μας προετοιμάσει για τα επόμενα.

Αρνάκι γάλακτος!
Η γενικότερη στρατηγική του σεφ ήταν να πηγαίνει από ένα ανάλαφρο πιάτο σε κάτι πολύ δυναμικό και πάλι πίσω σε κάτι πιο αέρινο έτσι ώστε να μην κουράζει και να δημιουργεί ένα ωραίο παιχνίδι εναλλαγών. Αποκορύφωμα του γεύματος το αρνάκι γάλακτος από τα Πυρηναία με ψητή μελιτζάνα, μάραθο, μους αγκινάρας και μους φρέσκου κατσικίσιου τυριού. Περιττό να πω πως με το πιάτο αυτό επανήλθαμε στα Ξινόμαυρα τα οποία έδεναν μαζί του καταπληκτικά!



Κλείσαμε το υπέροχο αυτό γεύμα με παγωτό φινόκιο και Calvados επιβεβαιώνοντας πως το Septime είναι από τα καλύτερα εστιατόρια στο Παρίσι. Η δυναμική και η ενέργεια που αποπνέει η νεανική ομάδα του μαγαζιού, οι ψαγμένες επιλογές στο κρασί, οι ποιοτικές πρώτες ύλες και οι καταπληκτικές εμπνεύσεις του σεφ που μεταμορφώνουν απλά υλικά σε μαγικά πιάτα συντελούν στο να κάνουν το κάθε γεύμα εκεί πέρα μία μοναδική εμπειρία!

Vinisat
Ακολούθησαν δύο ημέρες με έντονη δραστηριότητα σε κάποιες εκδηλώσεις που είχε ετοιμάσει για τους Έλληνες οινοπαραγωγούς η εταιρία "Oenos FPL".  Στην πρώτη η Cave Augé, η παλαιότερη κάβα του Παρισιού τίμησε τους συνεργάτες της από το εξωτερικό με μία πολύ καλά στημένη δοκιμή όλων των κρασιών που άφησε πολύ καλές εντυπώσεις στο οινόφιλο κοινό της γαλλικής πρωτεύουσας. Στην δεύτερη, οι οπαδοί των "φυσικών" κρασιών πήραν μία γεύση από μία επιλογή ελληνικών κρασιών τα οποία παράγονται με ελάχιστη επέμβαση και σχεδόν μηδενικές προσθήκες. Η έκθεση με το όνομα "Vinisat" έγινε σε ένα πανέμορφο ανακαινισμένο παλαιό αρχοντικό.

Ca c'est du bon!
Το βράδυ προτού αναχωρήσουμε για Βουργουνδία είχαμε το τελευταίο μας δείπνο στο "La Robe et Le Palais". Ένα μικρό καλαίσθητο εστιατόριο με φοβερά παθιασμένο σομελιέ και λίγα αλλά πολύ καλά δουλεμένα πιάτα. Λόγω έλλειψης τραπεζιών καθίσαμε αρχικά στο μπαρ όπου μείναμε έκπληκτοι βλέποντας να σερβίρουν ποτήρι Ξινόμαυρο "Γη & Ουρανός" από φιάλη Μάγκνουμ! Από την στιγμή που ενημερώσαμε τον σομελιέ λοιπόν για την καταγωγή μας και το επάγγελμά μας ήταν φυσικό να μας έχει στα όπα όπα βγάζοντας μας να δοκιμάσουμε μία σειρά από μικρά διαμαντάκια του γαλλικού αμπελώνα και κερνώντας μας όλα όσα ήπιαμε!


Θα σταθώ βέβαια στο θεϊκό ταρταρ με πατάτες σοτέ  που συνδυάσαμε σε πρώτη φάση με λευκό του Claude Courtois από τον Λίγηρα και στην συνέχεια με ένα υπέροχο Gamay από την ίδια περιοχή με το όνομα "ça c'est du bon"! Εξίσου φοβερός και ο συνδυασμός μοσχαρίσιας μπριζόλας με σος από τρούφα και άγρια μανιτάρια μαζί με ένα καλοδομημένο και ταυτόχρονα χυμώδες Malbec για το οποίο πάνω στην λαχτάρα μου να βουτήξω στην σος με το φρυγανισμένο ψωμάκι, παρέλειψα να σημειώσω παραπάνω στοιχεία!

Θεϊκό ταρτάρ!

Η ώρα της αναχώρησης είχε φτάσει. Αφήναμε το Παρίσι με προορισμό την Βουργουνδία και σκοπό να εμπλουτίσουμε ακόμη περισσότερο τις γαστρονομικές μας εμπειρίες και γνώσεις...

                                                   
Φωτογραφίες: Μαρία Δουλγερίδου

Παρασκευή 20 Ιουλίου 2012

Ροδανός: Σκέψεις και παραλειπόμενα...

Στον χώρο του κρασιού υπάρχουν μερικές περιοχές θρύλοι. Τα Cru της Βουργουνδίας, τα Chateau του Μπορντό, το Hermitage και το Chateauneuf του Ροδανού, ο γαλλικός νότος με τα μεγάλα Bandol, το Barbaresco και το Barolo του Πιεμόντε, τα μυθικά κόκκινα της Τοσκάνης και αρκετές ακόμη περιοχές που κάθε μία ξεχωριστά αποτελεί τόπο λατρείας για τους οινόφιλους.
Τοιχογραφία του αμπελώνα του Cornas

Με εξαίρεση το Μπορντό όλες αυτές οι περιοχές δεν μετράν πάνω από δυο-τρεις δεκαετίες από τότε που άρχισαν να μυθοποιούνται και να εκτοξεύουν τις τιμές τους στα ύψη. Ακόμη και η Βουργουνδία με τα χίλια χρόνια ιστορίας των φημισμένων της cru δεν μετράει πάνω από τριάντα χρόνια μεγάλης οινοτουριστικής ανάπτυξης και διεθνούς αναγνώρισης. Θυμάμαι χαρακτηριστικά αυτό που είχα ακούσει κάποτε από έναν γάλλο οινόφιλο: "..από τότε που οι Ασιάτες αφηνίασαν με το κρασί και άρχισαν να ξοδεύουν ασύστολα για λίγες φιάλες, οι πραγματικοί οινόφιλοι σταμάτησαν να πίνουν Premier και Grand Cru γιατί σε λίγα μόνο χρόνια έγιναν απλησίαστα. Κάποιος που αγαπάει το κρασί δεν θα πληρώσει ποτέ υπεραξία για ένα όνομα. Θα αναζητήσει τα μικρά διαμαντάκια που είναι κρυμμένα σε όλη τη χώρα (σ.σ. σε όλο τον κόσμο θα έλεγα εγώ) και στα οποία μπορεί να βρει την ίδια ευχαρίστηση πληρώνοντας μόνο τον κόπο του παραγωγού και όχι την τρέλα κάποιον νεόπλουτων για το προϊόν αυτό..".

Δυστυχώς κάπου εκεί βαδίζει και ο Ροδανός. Δύο από τα πλέον αγαπημένα κρασιά, τα Cornas και τα Cote-Rôtie έχουν πλέον γίνει απλησίαστα. Και όλα αυτά ενώ το Cornas δεν έχει αναπτύξει ακόμη μεγάλη φήμη και θεωρείται σχετικά ψαγμένη επιλογή. Από την άλλη πλευρά το κόστος καλλιέργειας είναι σίγουρα πολύ υψηλό αλλά δεν νομίζω σε καμία περίπτωση να ξεπερνάει τα τριάντα ευρώ ανά φιάλη.

Παρόλα αυτά o Ροδανός σαν επισκέψιμη οινοτουριστική περιοχή δεν είναι ιδιαίτερα εξελιγμένος. Πέρα από τις επισκέψεις στους αμπελώνες, κυρίως στον λόφο του Hermitage, ελάχιστα οινοποιεία είναι επισκέψιμα και οι περισσότεροι παραγωγοί προτιμούν να μένουν στην αφάνεια και να δουλεύουν με την ησυχία τους. Στο κάτω κάτω από την στιγμή που η παραγωγή τους πουλιέται σε ελάχιστο χρόνο από την παραγωγή φαίνεται πως κανείς δεν έχει ανάγκη για άμεσες πωλήσεις.

Η πίσω πλευρά των αμπελώνων του Cornas
Ίσως το πιο αξιόλογο μέρος για να πιει κανείς κρασί είναι το Comptoir du Theatre. Το wine bar στο κέντρο της Valence είναι και το μοναδικό σημείο που μπορεί κανείς να νιώσει πως βρίσκεται σε οινική περιοχή. Σε έναν μικρό χώρο με μοντέρνα διακόσμηση δίνεται η δυνατότητα να δοκιμάσει κανείς όλους τους τύπους κρασιών του Βόρειου Ροδανού. Όλες η υποπεριοχές, από το Hermitage μέχρι το Saint Joseph σερβίρονται σε ποτήρι και η επιλογή αλλάζει κάθε εβδομάδα. Συνολικά η λίστα μετράει πάνω από διακόσιες ετικέτες με την συντριπτική τους πλειοψηφία να προέρχεται από την περιοχή.

Δυνατό σημείο του μαγαζιού τα μεζεδάκια που μπορεί κανείς να επιλέξει για να συνοδέψει το κρασί του όπως τα Ραβιόλια με Φουά Γκρα ή τα καναπεδάκια με φέτα και λιαστή ντομάτα. Υπάρχουν επίσης και κάποια κυρίως πιάτα αλλά μάλλον θεωρούνται άστοχα και προχειροφτιαγμένα ενώ κάνουν και δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ wine-bar και εστιατορίου.

Όσον αφορά τα κρασιά που εμείς ήπιαμε στο Comptoir du Theatre δεν θα λέγαμε πως ενθουσιαστήκαμε. Ο ιδιοκτήτης θεωρεί πως η λίστα του συνδυάζει τα μεγάλα ονόματα του Ροδανού με μικρότερους ψαγμένους παραγωγούς και εναλλακτικές προτάσεις χωρίς όμως να καταφέρει να μας πείσει για κάτι τέτοιο. Επιλέξαμε πολύ προσεκτικά αυτά που θέλαμε να πιούμε αλλά καμία από τις επιλογές μας δεν μας ενθουσίασε. Όλα όσα ήπιαμε ήτανε επίδοξες φρουτοβόμβες που καμία σχέση δεν έχουν με την φιλοσοφία και τον τυπικό χαρακτήρα των κρασιών του Ροδανού.

Συνοψίζοντας θα έλεγα πως το πιο ενδιαφέρον κομμάτι του Ροδανού είναι η βόλτα στους αμπελώνες του. Αναμφίβολα το Hermitage είναι το εντυπωσιακότερο και πιο τουριστικό κομμάτι του. Το εκκλησάκι σύμβολο του λόφου, η γνωστή "Chapelle", αποτελεί άλλωστε και αντικείμενο διαμάχης μεταξύ των δύο μεγαλύτερων παραγωγών της περιοχής. Ο μεν Jaboulet έχει στην ιδιοκτησία του το ίδιο το εκκλησάκι, ο δε Chapoutier έχει όλους τους αμπελώνες τριγύρω.

Η δική μου αγαπημένη περιοχή είναι όμως η δυτική πλευρά του ποταμού. Η πλευρά της Ardeche έχει μία μοναδική, άγρια ομορφιά. Πολύ περισσότερα βράχια, πιο άγρια εδάφη και δάση που περιτριγυρίζουν τους αμπελώνες δίνουν ένα τοπίο πολυσύνθετο και ξεχωριστό. Το δε Cornas, είναι από την μία πλευρά φυτεμένο αμφιθεατρικά γύρω γύρω από ένα μικρό ποταμάκι και από την άλλη ορθώνεται επιβλητικά ακριβώς πάνω από το χωριό.

Κατά συνέπεια εάν ποτέ βρεθείτε στην περιοχή το καλύτερο που έχετε να κάνετε είναι να αφήσετε το αυτοκίνητο και να περπατήστε με τα πόδια τους αμπελώνες. Εάν θέλετε να δοκιμάσετε τα κρασιά της περιοχής η καλύτερη λύση είναι μάλλον να περιμένετε να πετύχετε μία περίοδο κατά την οποία οργανώνονται εκδηλώσεις που είναι ανοιχτές στο κοινό. Φυσικά εάν έχετε τόλμη και αισθάνεστε τυχεροί μπορείτε πάντα να προσπαθήσετε να έρθετε σε επαφή με κάποιον παραγωγό και να κανονίσετε ένα ραντεβού για επίσκεψη στο οινοποιείο!

Πέμπτη 12 Ιουλίου 2012

Οι "ράτσες" των Ελλήνων οινοπαραγωγών και οι βιο-οικο-ραστα-δυναμιστές

Υπάρχει ένα "είδος" ή αν θέλετε μία "ράτσα" οινοποιών το οποίο δυστυχώς στην Ελλάδα δεν ευδοκιμεί. Λέω δυστυχώς γιατί μία οινική χώρα χρειάζεται όλα τα είδη οινοποιών για να έχει ποικιλομορφία και να δίνει κίνητρο για εξερεύνηση.

Τα είδη που "ευδοκιμούν" στην χώρα μας χωρίζονται σε δύο συν μία βασικές κατηγορίες:
- Τις παραδοσιακές αμπελουργικές οικογένειες.
- Τους επενδυτές που μπήκαν ως επί το πλείστον πρόσφατα στον χώρο του κρασιού.

Στην πρώτη κατηγορία βρίσκουμε κυρίως αμπελουργούς οι οποίοι για πολλά χρόνια ή ακόμη και γενεές πουλούσαν την παραγωγή τους σε τοπικούς συνεταιρισμούς ή μεγάλα οινοποιεία και κάποια στιγμή αποφάσισαν να εμφιαλώσουν κάτω από την δική τους ετικέτα. Πολύ λιγότεροι είναι αυτοί οι οποίοι παρήγαγαν επώνυμο κρασί και μετράνε πάνω από δύο γενιές στον χώρο του εμφιαλωμένου.

Την δεύτερη κατηγορία μπορούμε να την χωρίσουμε καταρχάς σε αυτούς που επένδυσαν με μεγάλο κεφάλαιο και καθιερώθηκαν με δυνατό μάρκετινγκ στην ελληνική αγορά χειριζόμενοι την οινοποιητική τους επιχείρηση σαν μία οποιαδήποτε επένδυση. Ο τόπος για τους συγκεκριμένους δεν ήταν ποτέ απαραίτητο να ήταν παραδοσιακός αμπελότοπος αφού με την δυναμική τους πέρασαν εύκολα στις συνειδήσεις τον καταναλωτών ως κλασσικές αξίες.

Άλλη υποκατηγορία είναι οι επενδυτές με μικρότερο κεφάλαιο που επένδυσαν μεγάλο μέρος από την περιουσία τους είτε για να ικανοποιήσουν ένα παιδικό τους όνειρο, είτε για να κάνουν το χόμπι τους επάγγελμα, είτε γιατί το έβρισκαν ρομαντικό και περιπετειώδες ή απλά γιατί νόμιζαν πως θα ήταν ένας εύκολος τρόπος να βγάλουν χρήματα.

Τέλος, τρίτη υποκατηγορία είναι και οι εργαζόμενοι στον χώρο της οινοποιίας -κυρίως οινολόγοι- οι οποίοι δουλεύοντας σε κάποιο γνωστό οινοποιείο, συγκέντρωσαν το απαιτούμενο κεφάλαιο, κέρδισαν την απαραίτητη εμπειρία και αποχώρησαν για να στήσουν την δική τους επιχείρηση. Σε συνδυασμό με το δίκτυο γνωριμιών και την αναγνωρισιμότητα που αποκτά κανείς δουλεύοντας για κάποιο "όνομα" η επιτυχία είναι τις περισσότερες φορές δεδομένη. Την συγκεκριμένη την θεωρώ υποκατηγορία των επενδυτών γιατί τις περισσότερες φορές υπάρχει συνεργασία οινοποιού-επενδυτή προκειμένου να υλοποιηθεί το project.

Θεωρώ πως η κατηγορία που εκλείπει από την χώρα μας είναι αυτή τον "βιο-οικολο-ραστα-δυναμικών" παραγωγών. Ένας χαρακτηρισμός που τον είχα ακούσει κάποτε στην Γαλλία και τον χρησιμοποίησα σε ένα παλαιότερο άρθρο μου πιστεύοντας πως τους ταιριάζει γάντι. Μιλάω φυσικά για όλους αυτούς τους παραγωγούς που συναντάμε κατά κύριο λόγo στην Γαλλία και δεν κάνουν απλά βιοδυναμική καλλιέργεια αλλά ...είναι βιοδυναμικοί και οι ίδιοι!

Είναι όλοι αυτοί οι παραγωγοί με την ατημέλητη εμφάνιση που άλλοτε θυμίζουν χίπις, άλλοτε ανθρώπους τον σπηλαίων και άλλοτε τρελούς επιστήμονες. Έχουν κρασιά που ξεφεύγουν κατά πολύ από τις κοινώς αποδεκτές νόρμες και έχουν φανατικούς οπαδούς αλλά και άλλους που δεν θέλουν ούτε να τα βλέπουν. Οι ετικέτες τους έχουν συνήθως χιουμοριστική διάθεση και φυσικά δεν φέρουν ποτέ ονομασία προέλευσης -και ούτε τους νοιάζει να φέρουν- αφού ο αρμόδιος φορέας της περιοχής τους, τους το έχει απαγορεύσει λόγω μη τήρησης των κανόνων. Για να το κάνω πιο κατανοητό θα αναφέρω το παράδειγμα της πρόσφατης επίσκεψής μας στο Domaine du Coulet στο Cornas.

Είναι ώρα πέντε το απόγευμα και έχουμε ραντεβού με τον οινοπαραγωγό M.Barret. Φτάνουμε στην αυλή του οινοποιείου και δεν αντικρίζουμε κανέναν παρά μόνο ένα τραπέζι γεμάτο κουτιά από πίτσες, βουνά από αποτσίγαρα, μερικά άδεια μπουκάλια και δύο ρομπότ τρανσφόρμερς. Πιο πέρα υπάρχουν παρατημένα διάφορα γεωργικά μηχανήματα και αυτοκίνητα. Συνεχίζουμε να προχωράμε δηλώνοντας την παρουσία μας φωνάζοντας αλλά δεν υπάρχει ψυχή. Μπαίνοντας σε μία άλλη αυλή βρίσκουμε κάποιες πόρτες που μοιάζουν να μην οδηγούν πουθενά και μερικά ακόμη σκόρπια αντικείμενα και μηχανήματα που συνθέτουν μία εικόνα βομβαρδισμένου τοπίου.

Κάποια στιγμή μετά από ώρα ο παραγωγός εμφανίζεται. Φαρδύς και σφιχτός, με αξύριστο και νυσταγμένο πρόσωπο, μία τούφα μαλλιά να πετάει και το τσιγάρο άγαρμπα βαλμένο στο στόμα μοιάζει σαν να έχει μόλις ξυπνήσει από βαθύ ύπνο. Ακολουθεί σύντομος διάλογος με την γυναίκα του:
- Χριστέ μου μοιάζεις πολύ τρομακτικός!
- Έλα μωρέ...


Μας καλωσορίζει και πηγαίνουμε κατευθείαν στον χώρο οινοποίησης για να αρχίσουμε δοκιμές.
Προς μεγάλη μας έκπληξη το πρώτο κρασί είναι εξαιρετικό! Χυμώδες και με πολύ ωραίο φρούτο είναι ακριβώς αυτό που οι Γάλλοι χαρακτηρίζουν vin de soif. Ένα κρασί δηλαδή που μπορεί κανείς να πιει σε μεγάλες ποσότητες χωρίς να τον κουράσει. Φρέσκο, ανάλαφρο, φρουτώδες είναι ότι πρέπει για ξεδίψασμα! Τα συγκεκριμένα κρασιά είναι μάλλον και η "σπεσιαλιτέ" αυτής της κατηγορίας οινοποιών αφού στις περισσότερες περιπτώσεις τα μη θειωμένα κρασιά είναι πιο εύπεπτα από τα θειωμένα και μπορούν να καταναλωθούν σε μεγαλύτερες ποσότητες.

Όπως μας εξηγεί ο παραγωγός, φιλοσοφία του είναι να τοποθετεί ολόκληρα τα σταφύλια σε κλειστή δεξαμενή μετά τον τρύγο για να κερδίζει το μάξιμουμ σε φρεσκάδα και άρωμα ενώ θειώνει ελάχιστα και μόνο πριν την εμφιάλωση. Αυτό το διαπιστώνουμε σε κάθε κρασί που δοκιμάζουμε. Ακόμη και στο Billes Noires του 2010 που παρόλο είναι πολύ γεμάτο στο στόμα είναι εξίσου ανάλαφρο με τα προηγούμενα. Το μόνο που υστερεί κάπως σε οξύτητες είναι το Carignan το οποίο όμως και αυτό έχει τον δικό του χαρακτήρα και είναι πέρα για πέρα τίμιο.

Μέχρι εδώ λοιπόν όλα τέλεια! Παρόλο που ο χώρος που δοκιμάζουμε τα κρασιά θυμίζει κουζίνα από παρατημένο σπίτι -πιθανότατα είναι ο χώρος που μαγειρεύουν οι τρυγητές όταν έρχονται- και ο παραγωγός καπνίζει διακριτικά μεν ασταμάτητα δε όση ώρα εμείς δοκιμάζουμε, η ποιότητα των κρασιών είναι πολύ καλή. Τα πράγματα όμως αλλάζουν λίγο όταν περνάμε στο 2009. Τώρα τα αρώματα αρχίζουν να χάνουν την ζωντάνια τους και νότες οξείδωσης αρχίζουν να γίνονται εμφανείς. Ακόμη και ο ίδιος παραδέχεται πως ένα από τα κρασιά του είναι λίγο τσιμπημένο ενώ κάποια άλλα χαρακτηρίζονται από έντονα ζωικά αρώματα.

Ήταν άραγε το 2009 μία κακή χρονιά; Μάλλον όχι, συνήθως οι παραγωγοί αυτοί που απορρίπτουν εξ ολοκλήρου τις σύγχρονες μεθόδους παραγωγής και τις αρχές της στοιχειώδους καθαριότητας παράγουν κρασιά που συναρπάζουν όσο είναι ακόμη νέα. Όταν περάσει λίγο ο καιρός η έλλειψη θειώδη ανυδρίτη αρχίζει να γίνεται αντιληπτή και η ποιότητα παίρνει την κάτω βόλτα. Φυσικά καμία ένσταση πάνω σε αυτό αφού το να επιλέξει κάποιος τον δρόμο αυτό και να χτίσει την πελατεία του με ανθρώπους που αποζητούν αυτό το είδος κρασιού είναι μία ακόμη στρατηγική πώλησης. Αρκεί φυσικά οι τιμές να συμβαδίζουν με την φιλοσοφία αυτή γιατί δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που παραγωγοί της συγκεκριμένης κατηγορίας πουλάνε τρέλα ζητώντας ασύλληπτες τιμές για τα κρασιά τους.

Σε κάθε περίπτωση, οι παραγωγοί αυτοί πιστεύουν βαθιά σε αυτό που κάνουν, δουλεύουν σκληρά για να κρατήσουν τους αμπελώνες τους σε καλή κατάσταση χωρίς την χρήση χημικών σκευασμάτων, ρισκάρουν ξεφεύγοντας από την πεπατημένη και προσπαθούν να φέρουν αυτοί την αγορά στα μέτρα τους από το να την κυνηγάνε συνεχώς. Σε αντίθεση με τους πρόσκαιρους βιοδυναμιστές, οικολόγους και λοιπούς καιροσκόπους που τρέξανε να κολλήσουν το τεράστιο ΒΙΟ στην ετικέτα τους όταν αυτό έγινε της μόδας ή στέλνουν δελτία τύπου σε περιοδικά για να εκθειάσουν το κρασί που παρήγαγαν με αυτόχθονες ζύμες λες και ανακάλυψαν την Αμερική, όλοι οι βιο-οικο-ραστα-δυναμικοί παραγωγοί, όσο εκκεντρικοί και αν είναι, είναι ωραίοι τύποι, απλοί, ξεκάθαροι και κάνουν αυτό που κάνουν γιατί γουστάρουν! Άντε και στα μέρη μας...

Δευτέρα 18 Ιουνίου 2012

Ένα αστέρι γεννιέται στον Βόρειο Ροδανό!

Αφού ολοκληρώσαμε τις βόλτες μας γύρω από την λίμνη LeMan και κάναμε ένα πέρασμα από την Λυόν κατηφορίσαμε νότια στα παλιά γνώριμα λημέρια του νότιου Ροδανού. Εκεί, θα μέναμε για μερικές μέρες μέχρι την ημέρα του γάμου του φίλου οινοποιού Remy Nodin και στην συνέχεια θα συνεχίζαμε το ταξίδι μας. Ήταν η πρώτη φορά που κατεβαίνοντας στην περιοχή αυτήν το τρένο πέρασε δυτικά του Ροδανού και όχι ανατολικά από την μεριά του Hermitage όπως συνηθίζει. Έτσι είχαμε την ευκαιρία να απολαύσουμε την θέα του ξακουστού αυτού λόφου από την απέναντι πλευρά και ταυτόχρονα να περάσουμε ακριβώς κάτω από το Cornas και τους σπουδαίους του αμπελώνες.

O Remy στο οινοποιείο του
Φτάνοντας στο σπίτι του οικοδεσπότη μας, αφήσαμε τα πράγματά μας και χωρίς να χάνουμε χρόνο περάσαμε στο οινοποιείο για να δούμε την εξέλιξη του Domaine Remy Nodin τα τρία τελευταία χρόνια. Να θυμίσω πως ο Remy είναι παλιός μου συμμαθητής από την σχολή της Beaune και ένας από αυτούς που μου έμαθαν πάρα πολλά για τον Ροδανό και με έκαναν να τον λατρέψω ως αμπελουργική περιοχή. Επίσης ήταν στην παρέα με την οποία κάναμε δοκιμές κρασιών όταν ξεκίνησα να γράφω το παράλληλο μπλογκ "Το τερπνόν μετά του ωφελίμου".

Η οικογένεια Nodin καλλιεργεί αμπέλια στο Saint Peray από το 1903. Για πάνω από εκατό χρόνια όλη η παραγωγή δίνονταν στον συνεταιρισμό Caves de Tain στο γειτονικό ομώνυμο χωριό. Το 2006, ο Remy, o μικρότερος από τα έξι αδέλφια της οικογένειας Nodin, άρχισε να οινοποιεί πειραματικά τα σταφύλια από δύο αμπελοτεμάχια Marsanne που ανήκαν στην οικογένεια. Το 2008, όταν είχαμε πλέον αποφοιτήσει, ο Ρεμύ ήταν ήδη έτοιμος να στήσει το δικό του οινοποιείο. Αποχώρησε εν μέρη από τον συνεταιρισμό*, αγόρασε ή δανείστηκε μεταχειρισμένο εξοπλισμό από γνωστούς του οινοποιούς, δημιούργησε το σήμα του οινοποιείου, τις ονομασίες και τις ετικέτες, προμηθεύτηκε μερικά βαρελια και το Domaine Remy Nodin ήταν γεγονός!

Κάπως έτσι, αργά και μεθοδικά, ξεκίνησε και ο Cyril Fhal στον οποίο είχα εργαστεί πριν μερικά χρόνια στο Roussillon. Κάπως έτσι ξεκινάει και ο Nicolas Faure, ένας φίλος από την Λωρραίνη που τον κέρδισε η βουργουνδία. Κάπως έτσι ξεκινάει ένας ακόμη φίλος στο Chassagne-Montrachet και πολλοί ακόμη νέοι οινοπαραγωγοί στην Γαλλία. Βλέποντας όλους αυτούς τους νέους ανθρώπους να δουλέυουν σε οινοποιεία όλου του κόσμου προκειμένου να κερδίσουν εμπειρίες, να δοκιμάζουν αμέτρητα κρασιά, να κάνουν σκληρές οικονομίες προκειμένου να μαζέψουν χρήματα να νοικιάσουν ένα μικρό αμπελάκι, να κάνουν οινοποιήσεις με ότι εργαλεία μπορέσουν να βρουν και να εργάζονται με τόσο πάθος για να στήσουν μία μικρή οινοποιητική επιχείρηση αναρωτιέμαι. Αναρωτιέμαι μήπως τελικά το πρόβλημα στην Ελλάδα είναι πως στην συντριπτική πλειοψηφία οινοποιοί γίνανε όσοι είχανε λεφτά και όχι όσοι είχανε μεράκι.

Γιατί όταν είσαι είκοσι χρονών και πας να ζήσεις σε ένα χωριό στην μέση του πουθενά για να δουλεύεις σαν σκυλί κάτω από καυτό ήλιο ή παγωμένους ανέμους τότε είσαι πραγματικά παθιασμένος με αυτό που καταπιάνεσαι. Όταν ξοδεύεις ένα κάρο λεφτά για γυαλιστερά μηχανήματα και ανούσιους μοντερνισμούς, χτίζοντας σε ένα χώρο άσχετο με αμπελοκαλλιέργεια -αλλά ανακαλύπτεις πάντα μία πανάρχαια αμπελουργική παράδοση που αναβιώνεις- και φυτέυεις Merlot και Chardonnay που στο κάνει ο εκάστοτε οινολόγος, τότε είσαι αρπακολλατζής και τυχαίος στο επάγγελμα και μάλλον κάνεις ζημιά παρά καλό στην αμπελο-οινική κουλτούρα της χώρας σου.

Οι ετικέτες του κτήματος
Όσο ακόμη εργαζόμουν στην Γαλλία είχα επισκεφτεί τον Ρεμύ αρκετές φορές και είχα παρακολουθήσει την προσπάθεια του έως και το 2009. Τρία χρόνια μετά, ο εξοπλισμός έχει βελτιωθεί αρκετά, τα κρασιά έχουν αρχίσει να βρίσκουν την ταυτότητά τους και η γκάμα έχει μεγαλώσει. Φέτος ήταν η πρώτη χρονιά που παράχθηκε και αφρώδης οίνος στον οποίο το Saint-Peray έχει μακρά παράδοση. Επίσης, πρόσφατα ενοικιάστηκε ένα κομμάτι αμπελώνα στο Croze-Hermitage και φυτεύτηκε ένα αμπελάκι Syrah στο Cornas που σημαίνει πως ο Remy κάνει δυναμικό μπάσιμο και στα κόκκινα.

Τις πρώτες δύο χρονιές παραγωγής τα λευκά του οινοποιείου -πάντα απο 100% Marsanne- χαρακτηρίζονταν από διακριτικά αρώματα στη μύτη, δυναμικές οξύτητες και μέτρια διάρκεια. To 2011 που θα δοκιμάζαμε τώρα, ήταν μία πολύ καλή χρονιά για τα λευκά στον Ροδανό αλλά όχι τόσο για τα κόκκινα. Δοκιμάζοντας από το βαρέλι διαπιστώσαμε την ποιοτική άνοδο που έχει σημειωθεί. Πιο εκφραστικά με καλύτερα τονισμένο το φρούτο στη μύτη και με καλύτερη διάρκεια της έντασης στο στόμα, ήταν τουλάχιστον ένα σκαλί πάνω από τις πρώτες χρονιές.

Στην κάβα με τα αφρώδη
Τα κόκκινα είχαν τελείως διαφορετική συμπεριφορά από βαρέλι σε βαρέλι αλλά έδειχναν πως γενικά έχει γίνει πολύ καλή δουλειά. Κάτι το οποίο επιβεβαιώσαμε δοκιμάζοντας και ένα Crozes-Hermitage της ίδιας χρονιάς που για πρακτικούς λόγους είχε εμφιαλωθεί λίγο νωρίτερα από τα προηγούμενα. Γνωρίζοντας πως ο Remy έχει ταλέντο στα λευκά και έχει ασχοληθεί πολύ περισσότερο με την Marsanne απ'ότι με την Syrah μπορώ να πω πως στην πρώτη του απόπειρα για ερυθρό κρασί τα κατάφερε εξαιρετικά. Τέλος, ήταν η πρώτη χρονιά παραγωγής για το αφρώδες και δεν είχαμε ακόμη την δυνατότητα να το δοκιμάσουμε. Κρίνοντας όμως από όλα τα υπόλοιπα που παράγει ο Ρεμί μπορούμε να είμαστε σίγουροι πως και αυτό θα είναι επιτυχημένο.

Τα εδάφη των κρασιών του κτήματος
Το Domaine Remy Nodin παράγει σήμερα τρεις ετικέτες Λευκών κρασιών και μία ερυθρή ενώ έχει μπει αρκετά καλά στην αγορά της Γαλλίας. O Remy Λατρεύει τον τόπο του και κάνει μεγάλο αγώνα να αναδείξει τις λιγότερες γνωστές ονομασίες προέλευσης της περιοχής όπως τα αφρώδη αλλά και τα λευκά του Saint-Peray που είναι ένα από τα παλαιότερα AOC της χώρας. Στο γαλλόφωνο μπλογκ του: Syrah, Marsanne, Rousanne: trois femmes d'exception** μπορείτε να διαβάσετε τα νέα του και να μάθετε μερικά ακόμη πράγματα σχετικά με τον ανερχόμενο αυτόν οινοποιό του Βόρειου Ροδανού.



*Τα συμβόλαια έχουν διάρκεια 5ετίας και αφορούν το κάθε αμπελοτεμάχιο χωριστά
**μτφ από Γαλλικά:Τρεις ξεχωριστές γυναίκες (κυρίες)

Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2011

Οινογαστρονομικές περιπέτειες στο Παρίσι Vol.2

Συνεχίζοντας τον γαστρονομικό μας μαραθώνιο στην πόλη του φωτός, επισκεφθήκαμε έναν φίλο ο οποίος σχεδόν κάθε φορά που βρισκόμαστε στο Παρίσι μας καλεί σπίτι του για κρασοκατανύξεις που μας μένουν αξέχαστες. Μουσικός στο επάγγελμα, μεγάλος λάτρης του κρασιού με ζηλευτή κάβα δεν διστάζει ποτέ να μας ανοίγει ότι καλύτερο έχει στην συλλογή του και να τα απολαμβάνουμε παρέα.

Για το καλωσόρισμα ήπιαμε την Σαμπάνια "La Closerie" του Jerome Prevost. Πλούσια σε πολύ ποιοτικές φυσαλίδες ήταν ότι έπρεπε για να προετοιμάσουμε τα λαρύγγια μας για αυτό που θα ακολουθούσε.

Το πρώτο ήρεμο κρασί της σειράς ήταν ένα Chardonnay Ouillé* 2007 από τον Jura του παραγωγού Jean François Ganevat. Ντροπαλό αρχικά στην μύτη άνοιγε πολύ ωραία στην συνέχεια. Στο στόμα το βαρέλι το είχε στρογγυλέψει όσο χρειάζονταν για να του δώσει ισορροπία και είχε πολύ καλή διάρκεια. Ένα μεγάλο Chardonnay που παίζει στα επίπεδα των καλών Chardonnay της Βουργουνδίας.

Για του λόγου το αληθές το Corton Charlemagne Grand Cru 1999 του Genot Boulanger που ήπιαμε αμέσως μετά δεν κατάφερε να κλέψει τις εντυπώσεις από το πρώτο λευκό. Οι πολύ καλές οξύτητες έκαναν το χρώμα του να μοιάζει με φρέσκο αλλά δεν ήταν καλά δεμένες με το σύνολο και εμφανίζονταν λίγο κουραστικές. Στο στόμα και στην μύτη κυριαρχούσε ένα άρωμα μόκας που έδειχνε πως πιθανότατα το κρασί αυτό ωρίμασε σε ολοκαίνουρια βαρέλια. Το άρωμα αυτό αν και ήταν αρκετά ευχάριστο αρχικά, στην συνέχεια γινότανε κάπως μονότονο. Η απόψεις βέβαια διίστανται αφού σε κάποιους άλλους συμποσιάζοντες το κρασί αυτό άφησε πολύ καλύτερες εντυπώσεις. Σίγουρα όμως δεν στέκονταν στο ύψος του ονόματος του.

Ακολούθησαν δύο δείγματα του Οργίων 2010 από τον Σκλάβο. Το ένα ήταν από βαρέλι 225λίτρων και το άλλο από 500λ. Το δεύτερο είχε πιο φίνο άρωμα και εμφανίζονταν κάπως καλύτερο ενώ και στα δύο έλειπε πολύ η οξύτητα και ήταν αρκετά παχιά κρασιά. Σίγουρα ακόμη είναι πολύ νωρίς για ένα τέτοιο κρασί και όταν βρεθεί με το υπόλοιπο μισό του που βρίσκεται τώρα σε ανοξείδωτη δεξαμενή θα βρει το νεύρο που του χρειάζεται για να δείξει τον πραγματικό του χαρακτήρα.

Αμέσως μετά πέσαμε στα βαθιά με ένα Mazis Chambertin Grand Cru 1995 με φοβερά λεπτά αρώματα και ανάλαφρο στόμα. Δεν ήταν από τα προσωπικά μου αγαπημένα αλλά άρεσε πολύ σε πολλούς από τους υπόλοιπους κυρίως λόγω της αρωματικής του πολυπλοκότητας στην διάρκεια του χρόνου στο ποτήρι.

Μένοντας στην Βουργουνδία πήγαμε σε ένα Echezeaux Grand Cru 2000 του Jean Yves Bizot. Αρχικά εντυπωσίασε βγάζοντας ένα πολύ όμορφο φρούτο στην μύτη που έπεσε όμως σχετικά γρήγορα. Στο στόμα ήταν πολύ καλά δομημένο με ωραία επίγευση. Το απολαύσαμε, το ευχαριστηθήκαμε αλλά για Echezeaux θα μπορούσε να είναι πολύ πολύ ψηλότερα.

Στην συνέχεια κατεβήκαμε πιο νότια για να δοκιμάσουμε τρία κρασιά του Ροδανού.
Το πρώτο ήταν  το "La Même" 1998 από το Domaine Gramenon. Παλιό αγαπημένο κρασί της παρέας, μας είχε καταπλήξει όταν το πρωτοδοκιμάσαμε πριν μερικά χρόνια στο Baratin και έκτοτε το αναζητούμε συνεχώς. Με μια πρόχειρη τεχνική περιγραφή θα λέγαμε πως έχει κομψό αλλά ταυτόχρονα μεγάλης έντασης φρούτο στην μύτη και ζουμερές τανίνες στο στόμα. Το κρασί αυτό όμως είναι κάτι πολύ παραπάνω από όλα αυτά. Η δύναμη του Grenache που αλλού δίνει καυστικά κρασιά με πολύ υψηλό αλκοολικό τίτλο, εδώ τιθασεύεται και μεταμορφώνεται σε ένα φρούτο απίστευτης έντασης που όμως έχει μείνει καθαρό και φινετσάτο λόγω του τρόπου με τον οποίο μεταχειρίστηκαν το σταφύλι στην οινοποίηση. La meme παρεμπιπτόντως είναι η γρια και το όνομα του κρασιού αναφέρεται στα εκατονταετή κλήματα Grenache από τα οποία παράγεται.

Η φιάλη της meme εξαφανίστηκε σε ελάχιστο χρόνο και αμέσως ανοίχτηκε κάτι ακόμη πιο μεγάλο. Ένα Hermitage 1994 του Jean Louis Chave o οποίος είναι ένας από τους σημαντικότερους οινοπαραγωγούς του Ροδανού και το Hermitage είναι φυσικά η καλύτερή του cuvée. Ένα κρασί δεκαεπτά χρονών με τόσο νεύρο που έμοιαζε φρέσκο. Καταπληκτική συγκέντρωση φρούτου και αρωμάτων με διάρκεια και πολυπλοκότητα. Βαθιά υπόκλιση στον μεγαλειώδη λόφο του Hermitage με τους φοβερούς γρανίτες του και άλλη μία για τον οινοποιό που κατάφερε να δαμάσει όλη αυτήν την δύναμη και να την φέρει μέχρι τα ποτήρια μας εξευγενισμένη.

Μετά από αυτό αν συνεχίζαμε με κόκκινο δεν θα μπορούσε παρά να ήταν κάτι εξίσου μεγάλο ώστε να μην χαθεί στην σκιά του πολύ μεγάλου Hermitage. Επιλέξαμε λοιπόν να πιούμε το αντίπαλο δέος! Από την ακριβώς απέναντι πλευρά του Ροδανού, το Cornas 1997 του Thierry Allemand ήταν ίσως ένα από τα λίγα κρασιά που θα μπορούσαν να σταθούν επάξια απέναντί του. Με τα κλασσικά πιπεράτα αρώματα της αυθεντικής Syrah, όπως δηλαδή την βρίσκουμε στο σπίτι της στον βόρειο Ροδανό και όντας εκπληκτικό από κάθε άποψη, ήταν ένα από τα πιο ολοκληρωμένα κρασιά που δοκιμάσαμε τον τελευταίο καιρό. Εκείνη την στιγμή μάλιστα καταλάβαμε το έγκλημα που είχαμε κάνει ανοίγοντας το ίδιο κρασί μερικές εβδομάδες πριν αλλά εννιά χρόνια νεότερο γιατί αντιληφθήκαμε πως είχαμε σφάξει ένα ανήλικο!

Τελειώνοντας με τα κόκκινα περάσαμε σε ένα Vin Jaune 2000 από το Jura το οποίο ταίριαζε καταπληκτικά με το Comte από την ίδια περιοχή. Να υπενθυμίζω πως τα Vin Jaune είναι κρασιά που παράγονται με τεχνητή οξείδωση και αφήνονται έξι χρόνια σε βαρέλι χωρίς να απογεμίζονται. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να παράγονται κρασιά πολύ ιδιαίτερα που δένουν φοβερά με κίτρινα τυριά.

Ακολούθησε ένα ακόμη καταπληκτικό ταίριασμα κρασιού-τυριού. Tο bleu de Gers με την έντονη,αιχμηρή του γεύση συνδυάζονταν υπέροχα με ένα Gewurstraminer Goldert 2007 Grand Cru από τον μεγάλο Αλσατό οινοπαραγωγό Zind Humrecht. Κλείσαμε με το selection de Grains Nobles 2006 του ίδιου παραγωγού αλλά η αλήθεια είναι πως από ένα σημείο και μετά όλες αυτές οι έντονες γεύσεις κούρασαν τόσο πολύ το στόμα μας που δεν διακρίναμε και πολλά από αυτά που δοκιμάζαμε.

Την επόμενη μέρα που ήταν και η τελευταία μας στην Γαλλία, δειπνίσαμε στο εστιατόριο Septime όπου νωρίτερα είχαμε κάνει την παρουσίαση των κρασιών μας.
Το Septime είναι το δημιούργημα δύο ταλαντούχων νέων που ένωσαν τις δυνάμεις τους στην μαγειρική και την οινοχοοία για να δώσουν ένα αποτέλεσμα που συνδυάζει νεανικό δυναμισμό και ανοιχτό πνεύμα με τεχνογνωσία και σοβαρή δουλειά από τις μέχρι τώρα εμπειρίες τους στο χώρο.
Όλα αυτά με φόντο έναν πολύ ζεστό χώρο διακοσμημένο με καναδικό ξύλο.

Για το απεριτίφ ξεκινήσαμε με μία extra brut σαμπάνια από την Vouette et Sorbe. Ο συγκεκριμένος παραγωγός φημίζεται για την φυσική του προσέγγιση και παράγει μερικές από τις καλύτερες σαμπάνιες. Εμείς ήπιαμε την Cuvee blanc d'Argile η οποία με την καταπληκτική, δροσιστική της οξύτητα ήταν ότι έπρεπε για να μας ανοίξει την όρεξη για τα έξι πιάτα που θα μας δημιουργούσε ο σεφ.

Από εκεί και πέρα, το φαγητό συνδυάστηκε με τα κρασιά που είχαμε ήδη ανοίξει για την εκδήλωση και μπορέσαμε έτσι να πειραματιστούμε δοκιμάζοντας ελληνικά κρασιά με τις προχωρημένες γεύσεις του Γάλλου σεφ.

Έτσι, ο Μύλος του Χατζηδάκη πήγαινε τρομερά με το καλοσιτεμένο, μοσχαράκι γάλακτος με σος από στρείδια και καυτερή πιπεριά. Ίσως να ακούγεται παράξενο αλλά ο δυναμισμός και η σπιρτάδα του ασύρτικου έδεναν πολύ καλά με το τόσο ιδιαίτερο αυτό πιάτο.

Παρομοίως το Γη και Ουρανός 2005 σε Magnum με της γήινες νότες που πλαισίωναν το φρούτο του
Septime's wine cellar
ήταν ότι καλύτερο θα μπορούσαμε να πιούμε με την βελουτέ από μανιτάρια με τρούφα βουργουνδίας και τριμμένη ρικότα.

Στα υπόλοιπα πιάτα όπως το χτένι με φινόκιο και αφρό αχινού και chorizo ή τα λαχανικά του φθινοπώρου με γλυκόριζα και στήθος πάπιας κάναμε διάφορες δοκιμές και κάθε ένας από εμάς έκανε διαφορετικά ταιριάσματα. Ήταν μία πολύ καλή ευκαιρία για όλους μας να τσεκάρουμε το δυναμικό του ελληνικού αμπελώνα με κάποια δύσκολα πιάτα και να δούμε μέχρι που φτάνουν οι δυνατότητες των κορυφαίων ελληνικών κρασιών.

Κάπως έτσι έκλεισε μία ακόμη μεγαλειώδης γαστρονομική επίσκεψη στην πόλη του φωτός από την οποία βγήκαμε όπως πάντα πολύ πιο πλούσιοι σε γευστικές εμπειρίες και το διασκεδάσαμε με την ψυχή μας. Είχε έρθει η ώρα της επιστροφής...



ouillé: Λευκό που έχει γίνει χωρίς τεχνητή οξείδωση που είναι ο κανόνας στον Jura αλλά με απογέμιση των βαρελιών.

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011

Οινογαστρονομικές περιπέτειες στο Παρίσι Vol.1

Όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος δεν παραλείψαμε να κάνουμε ένα πέρασμα από το Παρίσι για να δούμε φίλους και συνεργάτες και να έχουμε μία εικόνα για το πως πάει μία από τις δυσκολότερες αλλά πιο σημαντικές αγορές για το ελληνικό κρασί.

Σημαντική από άποψη κύρους γιατί από άποψη ποσοτήτων σίγουρα δεν είναι η Γαλλία η χώρα αυτή που θα απορροφήσει μεγάλες ποσότητες φτηνού κρασιού και θα ξεστοκάρει τα μπλοκαρισμένα ελληνικά οινοποιεία. Αντιθέτως είναι μία αγορά που επιβραβεύει την μεθοδική δουλειά και την εμπιστοσύνη στις ελληνικές αυτόχθονες ποικιλίες. Επιβραβεύει μάλιστα όχι όσους απλά τις καλλιεργούν αλλά όσους τις καλλιεργούν παράγοντας οίνους αυθεντικά δείγματα των ποικιλιών αυτών και προσφέρουν κάτι πραγματικά ξεχωριστό. Για παράδειγμα, ένα Ξινομαυρο παχύ, θερμό και στρογγυλεμένο με μικρο-οξυγονώσεις δεν έχει καμία τύχη. Το ίδιο και ένα φρουτώδες ασύρτικο με πρόσθετη οξύτητα. Η Γαλλία είναι μία αγορά όπου οι οινοπαραγωγοί όλου του κόσμου μετρούν τις δυνάμεις τους. Για να μπεις εκεί και να παίξεις στο υψηλό επίπεδο, δηλαδή στα καλά εστιατόρια και κάβες, πρέπει να παράγεις κάτι που να αξίζει πραγματικά και έχει τον δικό του ιδιαίτερο χαρακτήρα.

Εμείς ξεκινήσαμε την τουρνέ μας από το εστιατόριο Saturne στο κέντρο του Παρισίου κοντά στο Γαλλικό χρηματιστήριο. Ξεκινήσαμε πίνοντας ένα λευκό Chenin του Jerome Lamberd σε Magnum από μία ετικέτα που εμφιαλώνει αποκλειστικά για το συγκεκριμένο εστιατόριο. Αθείωτο και με παραμονή τρία χρόνια βαρέλι -τον ένα χρόνο χωρίς να απογεμίζεται- ήταν κάτι που σπάνια έχει κανείς την τύχη να δοκιμάσει. Αρωματικά έβγαζε πολλά βότανα με κυρίαρχο το τσάι του βουνού ενώ στο στόμα είχε εντυπωσιακή φυσική οξύτητα. Η οξύτητα αυτή είναι που το έκανε να διατηρηθεί χωρίς πρόβλημα παρόλο που είναι αθείωτο αλλά ταυτόχρονα ήταν και η ίδια που από ένα σημείο και μετά έκανε το κρασί κάπως αιχμηρό. Συνοδεύτηκε από σωλήνες -τα γνωστά οστρακοειδή- με foie gras και ρίζα ραδικιού.

Συνεχίσαμε με την άσημη ποικιλία Pinaut d'Aunice η αλλιώς Chenin Noir από τον Λίγηρα και τον παραγωγό Jean-Pierre Robinot. Η μύτη είχε μεγάλη πολυπλοκότητα, έντονο πράσινο πιπέρι αλλά και αρκετά κόκκινα φρούτα. Πολύ καλά εναρμονισμένο σύνολο με τελείωμα που διαρκεί. Ένα κρασί που είναι ευκολόπιοτο χωρίς να στερείται χαρακτήρα.

Ακολούθησε ένα μέτριο κρασί από το Languedoc και περάσαμε τελικά  στον Οργίων 2008 του Σκλάβου. Η ξηρή αυτή Μαυροδάφνη από την Κεφαλλονιά μας έχει μάθει σε αναγωγικά αρώματα που ανοίγουν πολύ όμορφα με τον χρόνο, μεγάλη πολυπλοκότητα, πλούσιο αλλά ταυτόχρονα ανάλαφρο στόμα και μαλακές τανίνες. Η χρονιά του 2008 ήταν πολύ διαφορετική. Εκφραστικό, χωρίς τον αναγωγικό χαρακτήρα άλλων ετών, με ακόμη πιο ανάλαφρη αίσθηση στο στόμα και λιγότερο νεύρο από άλλες χρονιές ήταν ίσως ο πιο "εύκολος" και συνηθισμένος Οργίωνας που έχουμε δοκιμάσει. Για άλλους καλύτερος, για άλλους όχι, σίγουρα όμως διαφορετικός.

Το γεύμα μας στο saturne έκλεισε με ένα θεϊκό γλυκό με βάση χειροποίητης σοκολάτας και τραγανό μπισκότο που ήταν σκέτη κόλαση!

Την επόμενη μέρα έκανα μία στάση στην κάβα "PhiloVino" του μεγάλου οινικού φιλοσόφου Bruno Quenioux με τον οποίο ήπιαμε μερικά ποτηράκια, ανταλλάξαμε απόψεις και τέλος του πήρα μία μίνι συνέντευξη. Σύντομα θα ανεβάσω μία ανάρτηση ειδικά αφιερωμένη στην συνάντηση αυτήν.

Το ίδιο βράδυ βρεθήκαμε στο εστιατόριο Chateaubriand. Εκεί, αφεθήκαμε και πάλι στα χέρια του Chef και του Sommelier οι οποίοι επωφελήθηκαν της παρουσίας τεσσάρων Ελλήνων παραγωγών για να μας κάνουν ένα πολύ ενδιαφέρον παιχνίδι γεύσεων. Ο σεφ ετοίμαζε κάθε φορά ένα πιάτο που θα έδενε με το κρασί ενός από τους τέσσερις παρόντες οινοπαραγωγούς. Ο σομελιέ αναλάμβανε να επιβεβαιώσει το αρμονικό δέσιμο τον δύο και ταυτόχρονα έφερνε για σύγκριση ένα διεθνώς αναγνωρισμένο κρασί παράλληλα με το ελληνικό.

Ο Πύργος 2006 του Χατζηδάκη κοντραρίστηκε με το Oslavia 2006 του Grauner από το Φριούλι συνοοδεία από χτένι με πουρέ μαύρης πατάτας, φύλλα μουστάρδας και σκόνη βατόμουρου. Ο Πύργος ήταν πολύ εκφραστικός, με νότες ευγενούς οξείδωσης και πολύ μεταλλικό στόμα. Η Oslavia ήταν πολύ πιο διακριτική αρωματικά και σε συνδυασμό με το ελαφρύ πίκρισμα στο τελείωμα που χαρακτηρίζει τα κρασιά του Josko Grauner έχασε αρχικά αρκετούς πόντους. Με το πέρασμα του χρόνου όμως, η οξείδωση του Πύργου έβγαινε πιο έντονα ενώ αντίθετα η Oslavia βελτιώθηκε αισθητά. Δύο κρασιά ορισμός της mineralité με το δεύτερο όμως να υπερισχύει λόγω καλύτερης διάρκειας.

Ακολούθησε η μονομαχία δύο Jeunes Vignes. Οι νεαροί αμπελώνες Pinot Noir του Fred Cossard από το Nuit St Georges απέναντι στα νεαρά κλήματα Ξινόμαυρου του Θυμιόπουλου από τον Τρίλοφο. Και τα δύο ακολουθούν τους άτυπους κανόνες φυσικής οινοποίησης με μία όμως σημαντική διαφορά. Ο Cossard είναι απόλυτος σε αυτό που κάνει και πολλές φορές θυσιάζει το κρασί του για να διασώσει την φιλοσοφία του φτάνοντας πολλές φορές στα άκρα. Ο Θυμιόπουλος διατηρεί μία ευελιξία και φροντίζει το κρασί του να είναι πάντα άψογο από οινολογικής πλευράς χρησιμοποιώντας όμως πάντα τα πιο απλά μέσα.
Έτσι στα κρασιά του βουργούνδιου οινοπαραγωγού παρατηρούμε αυτό που τον τελευταίο καιρό έχει αρχίσει να προβληματίζει. Η όλο και αυξανόμενη τάση για την παραγωγή "φυσικών" κρασιών με σκοπό την αποφυγή της ομογενοποίησης της γεύσης, σε πολλές περιπτώσεις έχει φέρει αντίθετα αποτελέσματα. Έχουμε φτάσει στο σημείο να έχουμε τον ίδιο ακριβώς αρωματικό και γευστικό χαρακτήρα σε πολλά κρασιά τέτοιου τύπου και το συγκεκριμένο Pinot μου θύμιζε τόσα και τόσα άλλα κρασιά της ίδιας φιλοσοφίας σε σημείο που με άφηνε αδιάφορο. Το νεαρό Ξινόμαυρο αντιθέτως, ήταν εκρηκτικό στη μύτη και είχε μία υπέροχη φρεσκάδα στο στόμα που το καθιστούσε εξαιρετικό! Διατηρώντας όλα αυτά που χαρακτηρίζουν ένα Ξινόμαυρο -φινετσάτα αρώματα, δροσερή οξύτητα, καλή τανική δομή- είχε ταυτόχρονα την δική του προσωπικότητα και έκλεψε τις εντυπώσεις.

Συνεχίσαμε με Σαμπάνια παράλληλα με τον Μεταγειτνίων 2009 του Σκλάβου. Ένας παράξενος συνδυασμός με την Σαμπάνια να έρχεται πολύ κλασσική και τον μεταγειτνίων να είναι παλιός και κουρασμένος και να αδικείται.

Τέλος το λευκό του Leon Barral από την ποικιλία Terret δοκιμάστηκε μαζί με τον Παλιοκαλιά Δαλαμάρα του 2009 με μπακαλιάρο με σάλτσα ελιάς και κόκκινο λάχανο. Η επιλογή των κρασιών εδώ έγινε προσπαθώντας να αναδείξει το ίδιο πιάτο με δύο διαφορετικούς τρόπους παρά για να συγκρίνουμε τα δύο κρασιά μεταξύ τους. Η αλήθεια όμως είναι πως αν και το λευκό ήταν εξαιρετικό, το Ξινόμαυρο ταίριαζε καλύτερα λόγω της σάλτσας που ήταν αρκετά έντονη και ο Παλιοκαλιάς μπορούσε να την αντιπαλέψει πιο εύκολα. 

Κλείνοντας το πρώτο μέρος δεν θα μπορούσα να παραλείψω το πέρασμα μας από το "l'Olivier" του ταλαντούχου Έλληνα σεφ Βασίλη Αλεξίου. Ίσως ότι καλύτερο μπορεί να φάει κανείς στο Παρίσι από γκουρμέ ελληνική κουζίνα. Και αυτό το επιβεβαίωσα για μία ακόμη φορά όταν απόλαυσα ένα λαχταριστό βοδινό μάγουλο πάνω σε χοντρό μακαρόνι με πάστα ελιάς και έγλυφα στο τέλος ακόμη και τα δάκτυλα μου! Περισσότερες πληροφορίες για υπέροχες συνταγές στο blog του Βασίλη Διασκεδάζοντας την ελληνική κουζίνα.

Κάπως έτσι έκλεισε το πρώτο μέρος της γαστρονομικής μας βόλτας στο Παρίσι με την συνέχεια να είναι εξίσου γευστική και συναρπαστική...

Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011

Γαλλία Δεκέμβρης 2010: Οι γαστρονομικοί μας σταθμοί στην Βουργουνδία

Μετά από μερικές ενδιαφέρουσες γαστρονομικές εμπειρίες στο Παρίσι είχε έρθει η ώρα της Βουργουνδίας να μας αποδείξει πως η κουζίνα της μπορεί να στηρίξει αξιόλογα την οινική της κουλτούρα και να προσφέρει έτσι στον επισκέπτη μία ολοκληρωμένη οινο-γαστρονομική εμπειρία.

Πρώτος σταθμός η "Hostelerie de Levernois" σε ένα χωριουδάκι ακριβώς δίπλα από την Beaune. Εστιατόριο βραβευμένο με ένα αστέρι Michelin* και φημισμένο για την πλούσια κάβα του, δεν μπορούσε παρά να μας γεμίσει με μεγάλες προσδοκίες για αυτά που θα προσέφερε.
Το ορεκτικό στην Hostellerie
Ξεκινήσαμε πίνοντας ένα "Rully 1er Cru Les Pucelles" του 2008 από τον Paul Jacquesson. Το Chardonnay αυτό ήταν μία πολύ καλή επιλογή που συνόδεψε εξαιρετικά το ραβιόλι με μανιτάρια και ζωμό από θαλασσινά και το φουά γκρά με φυστίκια αιγίνης και χειμωνιάτικα φρούτα του κήπου του εστιατορίου.

..το κυρίως..
Για τα υπόλοιπα πιάτα επιλέξαμε ένα Chambolle Musigny 2005 του Roumier αφού οι γεύσεις ήταν τόσο φίνες που θα ταιριάζανε με τα ντελικάτα αρώματα του Chambolle.
Η αλήθεια όμως είναι πως για κάποιο λόγο το κρασί δεν δοκιμάζονταν πολύ καλά και δίχασε τις γνώμες στο τραπέζι. Εγώ προσωπικά το βρήκα κλειστό στη μύτη και με τραχύ τελείωμα που δεν θύμιζε Pinot Noir. Για το τελευταίο ίσως να φταίει και το καραμελωμένο αρνάκι που έτρωγα και έκανε το κρασί να πικρίζει ελαφρά στο τέλος. Όπως και να 'χει πάντως το πόσο μεγάλος είναι ο Roumier το επιβεβαιώσαμε στη επίσκεψη που κάναμε την μεθεπόμενη στο οινοποιείο του και αυτό ήταν απλά μία κακή παρένθεση.
..τα τυριά.

Στο επόμενο κόκκινο δυστυχώς δεν είχαμε καλύτερη τύχη. Ήταν ένα 1er Cru "Le Clos de Corvées" 1999 του Prieure Roch συνιδιοκτήτη του Domaine de la Romanée Conti και μεγάλου οπαδού της λεγόμενης "φυσικής" οινοποίησης. Προφανώς ο χρόνος δεν είχε βοηθήσει και τόσο το συγκεκριμένο κρασί και παρά την αρχικά καλή εντύπωση στη μύτη, αποδείχθηκε γερασμένο. Κρίμα γιατί είχαμε μεγάλες προσδοκίες από ένα τέτοιο κρασί και τελικά μείναμε με την όρεξη.

...και το γλυκό
Έτσι η εκπληκτική συλλογή τυριών που ακολουθούσε το γεύμα μας έμεινε ασυνόδευτη.
Κλείσαμε με μία φανταστική Creme Brulée από λεμόνι και λευκή σοκολάτα με γρανίτα πράσινο μήλο.



Το μεσημεράκι της Τετάρτης φάγαμε στο πολύ συμπαθητικό Comptoir des Tontons με κουζίνα της αγοράς. Αυτό σημαίνει πως όλα τα πιάτα είναι ημέρας και γίνονται με αυτά που διατίθενται στην αγορά της Beaune κάθε μέρα. Και όταν λέμε αγορά δεν εννοούμε φυσικά το Super Market αλλά αυτά που έχουν να προσφέρουν οι παραγωγοί της περιοχής την εκάστοτε περίοδο. Ήπιαμε ένα Pouilly Fuissé 2006 οξειδωτικού χαρακτήρα από το Domaine Valette με πολύ ιδιαίτερα αρώματα που δίχασαν τις γνώμες για μία ακόμη φορά.

Το βράδυ της ίδιας ημέρας, φάγαμε στο Caveau Madeleine που ήταν στην ίδια φιλοσοφία με το μεσημεριανό μας εστιατόριο αλλά σε πολύ πιο ζεστά διακοσμημένο περιβάλλον και περιτριγυρισμένο από ράφια γεμάτα φιάλες κρασιού. Εκεί είχαμε και ραντεβού με το διάσημο ζευγάρι εδαφολόγων, τον Claude και την Lydia Bourguignon που μας είχαν επισκεφτεί πριν μερικά χρόνια στην Νάουσα και την Σαντορίνη προκειμένου να γνωρίσουν τα μεγάλα ελληνικά τερουάρ.
Μόλις πριν, είχαμε 
επισκεφτεί το Domaine Leflaive και ο Αντουάν μας είχε δώσει να πάρουμε μαζί μας δύο μεγάλα λευκά που είχαμε ανοίξει για δοκιμή. Αφού τα ήπιαμε ως απεριτίφ -και τι απεριτίφ!- περάσαμε σε ένα κόκκινο 1er Cru Clos de la Marechal 2007 του Frederique Mugnier. Ήταν αρκετά καλό με φίνα μύτη με ζωικές νύξεις, υγρές τανίνες και μακρύ τελείωμα στο στόμα.
Το κρασί της βραδιάς όμως ήρθε αμέσως μετά από τον παραγωγό Thierry Martot. Το Blagny σίγουρα δε φημίζεται για τα μεγάλο του κόκκινα αλλά το συγκεκριμένο, από το αμπελοτοπωνύμιο "La piece sous le Bois" είχε πολύ καθαρή μύτη από τοματάκι,μούρα, βατόμουρα, ήταν πολύ χυμώδες στο στόμα και είχε πολύ νόστιμη-μεγάλη επίγευση.
Το Chambolle Musigny 2007 από το "La maison Romane" που ακολούθησε ήταν ευχάριστο αλλά δε μας άφησε κάτι παραπάνω.
Αντιθέτως, το Cider αχλαδιού "Poire Granit" του Eric Borbelet από την Νορμανδία και αχλαδιές τετρακοσίων ετών με ύψος τεσσάρων μέτρων ήταν απίστευτα δροσιστικό και χωνευτικό! Οι αχλαδιές αυτές παράγουν αχλάδια αποκλειστικά για Cider** που είναι σκληρά σαν πέτρες και ακατάλληλα για βρώση. Ο Γρανίτης και το Νορμανδικό κλίμα δίνουν την δροσιά στο ξεχωριστό αυτό ποτό και το κάνουν μοναδικό.

Για την επόμενη δεν είχαμε κλείσει κάτι εκ των προτέρων και έτσι επιλέξαμε κάτι από τις προτάσεις της οικοδέσποινάς μας Anne Gros. Το γεγονός πως στο εστιατόριο βρίσκονταν και ο Aubert de Vilaine μας φάνηκε καλός οιωνός αλλά τα τηγανιτά κρέατα με τις λιπαρές κρέμες γάλακτος που κυριαρχούσαν στις συνταγές απέδειξαν το αντίθετο.

Από τα καλύτερα Cremant
Την κακή παρένθεση ήρθε να ισορροπήσει το βραδινό γεύμα στο σπίτι του Αντουάν Lepetit από το Domaine Leflaive που μας περιποιήθηκε δεόντως στο πανέμορφο σπίτι του στο χωριό Saint Romain. Βοήθησαν βέβαια και οι μείον επτά βαθμοί θερμοκρασία που μας έκαναν να απολαύσουμε τα ορεκτικά δίπλα στο τζάκι ακόμη περισσότερο και να πίνουμε το κρασί μας ακόμη πιο ευχάριστα!
Εντύπωση μας έκανε το Cremant του Αλσατού βιοδυναμιστή Leon Boesch που είχε ιδιαίτερα μεστό στόμα για κρασί της κατηγορίας του και πήγαινε θαυμάσια με τα καναπεδάκια από σολωμό και από φουά γκρα. Λίγο η νοστιμιά της Βουργουνδέζικης τρούφας, λίγο τα υψηλής ποιότητας Αλσατικά κρασιά -τόπος καταγωγής του οικοδεσπότη- λίγο οι υπόλοιπες λιχουδιές, έκαναν αυτό το γεύμα ένα από τα καλύτερά μας στην Γαλλία ασχέτως αν δεν προέρχονταν από επαγγελματίες μάγειρες.

Την τελευταία μέρα είπαμε να φάμε κάτι απλό και έτσι αρκεστήκαμε σε μία πίτσα συνοδεία μπύρας. Ίσως όχι το ιδανικό τελείωμα μίας επίσκεψης σε έναν τόπο τόσο δεμένο με την γαστρονομία αλλά σίγουρα είχαμε ήδη τιμήσει την τοπική κουζίνα σε σημείο που ένα παραστράτημα θεωρήθηκε αμελητέο.

Αυτά λοιπόν τα οινο-γαστρονομικά από την Γαλλία. Όμορφες εμπειρίες και γεμάτες στιγμές που αποτελούν κίνητρο για νέες εξορμήσεις στο μέλλον...



*Τα αστέρια Michelin για τα εστιατόρια δεν έχουν καμία σχέση με τα αστέρια των ξενοδοχείων και ένα αστέρι είναι πραγματικά μεγάλη διάκριση.
**Το Cider είναι ανθρακούχο ποτό από μήλα ή αχλάδια με προέλευση την Νορμανδία και αλκόολ στα επίπεδα μίας κλασσική Lager μπύρας.

Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2011

Γαλλία Δεκέμβρης 2010 : Οι γαστρονομικοί μας σταθμοί στο Παρίσι


Ένα ταξίδι στην Γαλλία με συναδέλφους από τον χώρο του κρασιού δεν θα μπορούσε παρά να εξελιχθεί σε οινο-γαστρονομικό μαραθώνιο. Από την μέρα που πατήσαμε το πόδι μας στο Παρίσι μέχρι και λίγες ώρες πριν φύγουμε, κάναμε τεστ αντοχής στα στομάχια μας αφού επί δέκα μέρες σηκωνόμασταν από το τραπέζι μόνο για να πάμε να δοκιμάσουμε κρασιά και το αντίστροφο!

To καλωσόρισμα!
Η εκκίνηση δόθηκε το απογευματάκι της μέρας που φτάσαμε στο Παρίσι. Στο σπίτι ενός φίλου ανοίχτηκαν τρεις Σαντορίνες και κάποια δείγματα από νεαρό Ξινόμαυρο που με την συνοδεία των κατάλληλων τυριών και αλλαντικών άνοιξαν τον χορό των γαστριμαργικών απολαύσεων! Αξιοσημείωτο ήταν πως όλοι οι μεζέδες προέρχονταν από Βιοδυναμικές φάρμες και ήταν εξαιρετικής ποιότητας. Από τα κρασιά αυτό που εκτίμησα περισσότερο από όλα ήταν ο "Μύλος" 2006 του Χατζηδάκη που δοκιμάζονταν καταπληκτικά και ταίριαζε πολύ με τα Γαλλικά τυριά.

Το ίδιο βράδυ, λίγες ώρες μετά, είχαμε κλείσει τραπέζι σε ένα Bistrot με το όνομα "Fines Gueules" που είναι γνωστό για τις ψαγμένες επιλογές κρασιών που διαθέτει. Το γεγονός όμως πως το τραπέζι που μας είχαν κρατήσει ήταν σε ένα μέρος όπου τα κουφώματα έμπαζαν από παντού με παγωμένο αέρα δεν μας άφησε να αφοσιωθούμε στο τι υπήρχε στο τραπέζι μας. Τρώγοντας με το μπουφάν και έχοντας ως μοναδική έγνοια το πως θα ζεσταθείς λιγάκι δεν δίνεις και πολύ σημασία στα υπόλοιπα. Ευτυχώς κατά την διάρκεια της αναμονής για το "υπέροχο" τραπέζι μας καθίσαμε στο μπαρ όπου ο ιδιοκτήτης μας πρόσφερε ένα ποτήρι λευκό από Rousette de Savoie του 2008. Ανάλαφρο κρασάκι με διακριτική μύτη και τραγανή οξύτητα, ήταν το μόνο που κρατήσαμε από το πέρασμα μας εκεί μιας και πρόκειται για μία ποικιλία που σπάνια έχει την τύχη να δοκιμάσει κανείς.

Την επόμενη μέρα, γύρω στις έντεκα το πρωί, φάγαμε ένα βασιλικό πρωινό με προϊόντα από τις ίδιες βιοδυναμικές φάρμες που προέρχονταν και τα τυριά τις προηγούμενης ημέρας. Αυτό ήταν αρκετό για να μας κρατήσει όλη μέρα χωρίς φαγητό και έτσι αφιερώσαμε όλο το μεσημεριανό μας χρόνο σε βόλτες στις κάβες της Γαλλικής πρωτεύουσας.
Μπορντολέζικα σκαμπανεβάσματα
τιμών (LaVinia)
Κάποια στιγμή ο δρόμος μας έφερε και στην LaVinia. Μία από τις σημαντικότερες αλυσίδες καβών με καταστήματα από Κίεβο μέχρι Βαρκελώνη. Κρασιά από όλο τον κόσμο, ατέλειωτα αξεσουάρ κρασιού, σπάνια αποστάγματα και εκλεκτές σοδειές μεγάλων κρασιών μας κράτησαν εκεί για πάνω από τρεις ώρες. Στο ενδιάμεσο προμηθευτήκαμε την ειδική κάρτα της κάβας με την οποία μπορεί κανείς να δοκιμάζει σε ποτήρι κρασιά τα οποία βρίσκονται σε προσφορά. Μεταξύ άλλων δοκιμάσαμε ένα Sauvignon Blanc από την Ινδία του 2007 που έφερνε περισσότερο σε Chardonnay όντας αρκετά βουτυράτο αλλά και δροσερό ταυτόχρονα. Από κει και πέρα, με εξαίρεση ένα πολύ καλό Pouilly Fumé του 2009 από το Domaine Michel Bailly με όμορφη μύτη εσπεριδοειδών και φρεσκάδα στο στόμα, τα περισσότερα κρασιά που δοκιμάσαμε ήταν αρκετά μέτρια και δεν είχαν να πουν κάτι ιδιαίτερο.


Ευοί Ευάν
Το βράδυ είχαμε συνάντηση στο εστιατόριο Ευοί ευάν της Μαρίας Νικολάου, αδερφής της γνωστής τηλεοπτικής μαγείρισσας και συγγραφέως Ντίνας Νικολάου η οποία είναι και σύμβουλος σεφ του εστιατορίου. Ζεστός χώρος, καλόγουστα διακοσμημένος, πολύ καλή κουζίνα με ελληνικές συνταγές προσαρμοσμένες στο στυλ της γαλλικής γαστρονομίας και κάβα με τα αντιπροσωπευτικότερα ελληνικά Ο.Π.Α.Π. Εμείς βέβαια δοκιμάσαμε δείγματα δικών μας κρασιών από Σαντορίνη και Νάουσα που είχαμε φέρει μαζί μας. Δοκιμάσαμε λοιπόν από την τρέχουσα εσοδεία του Χατζηδάκη, ένα εκφραστικότατο Αηδάνι, ένα εξαιρετικό Νυχτέρι με τρομερή οξύτητα και έναν Μύλο που ήταν κλειστός και δοκιμάζονταν δύσκολα. Στα κόκκινα το "Γη και ουρανός" 2008 και το Vignes Franches του 2009 έδειξαν τις τρομερές δυνατότητες του Ξινόμαυρου. Το πρώτο με το εξαιρετικά πολύπλοκο αρωματικό του μπουκέτο που έβγαζε μέχρι και τρούφα και το δεύτερο με τις δαντελωτές του τανίνες και την φανταστική του επίγευση που άφηνε στο στόμα κάθε λογής φρουτάκια.

Η Δευτέρα ήταν η μέρα της ημερίδας για το ελληνικό κρασί και τσιμπήσαμε κάτι στον μπουφέ που είχε στηθεί από το Catering των αδερφών Μαυρομμάτη που ήταν και χορηγοί της εκδήλωσης. Είχαμε σκεφτεί, επειδή ήμασταν στην Γαλλία να είμαστε λίγο πιο συμμαζεμένοι και τσιμπούσαμε πολύ διακριτικά χωρίς να υπολογίσουμε πως και οι υπόλοιποι ήταν ως επί το πλείστον Έλληνες και έκαναν τον μπουφέ φύλλο και φτερό!
Έτσι, μετά τον μπουφέ πήγαμε κάπου για φαγητό. Για να μην πάμε μακριά και επειδή την επόμενη θα είχαμε γεύμα σε μονοάστερο εστιατόριο της Beaune είπαμε να αρκεστούμε σε κάτι απλό. Κάτσαμε κάπου κοντά στην Place Madeleine, σε ένα εστιατόριο που τα πιάτα που σερβίριζε ήταν τουλάχιστον άθλια. Κακές απομιμήσεις αυθεντικών γαλλικών συνταγών σε τιμές πολύ πιο πάνω από αυτό που άξιζαν.
Κάτι αντίστοιχο δηλαδή με τους ξένους που επισκέπτονται τουριστικές ελληνικές περιοχές και τρώνε ακριβοπληρωμένη σαβούρα με ταμπέλα παραδοσιακού πιάτου. Τότε κατάλαβα γιατί πολλοί Έλληνες που επισκέπτονται την Γαλλία λεν ότι δεν τους άρεσε καθόλου η Γαλλική κουζίνα!

Το τελευταίο βράδυ πριν την αναχώρηση μας για Ελλάδα, φάγαμε στο "L'Olivier". Ένα ακόμη πολύ καλό εστιατόριο με μεσογειακή κουζίνα που παντρεύει έξυπνα ελληνικές και άλλες μεσογειακές γεύσεις με την γαλλική φιλοσοφία. Το αξιοσημείωτο της βραδιάς ήταν πως για ξεκίνημα δοκιμάσαμε το ροζέ του Domaine de la Romanée Conti. Ένα κρασί που φτιάχνεται από τα σταφύλια δεύτερης διαλογής του οινοποιείου και παράγεται μόνο για κατανάλωση από τους εργάτες του κτήματος. Κρίνοντας το ως ροζέ δεν έλεγε και πολλά πράγματα αλλά στέκονταν πολύ καλά ως λευκό αφού θύμιζε καλοφτιαγμένο Chardonnay της Cote de Beaune!

Στο ενδιάμεσο όμως, πριν από αυτό το τελευταίο βράδυ, μεσολάβησε το τετραήμερο στην Βουργουνδία όπου φάγαμε και ήπιαμε με την ψυχή μας και αναγνωρίσαμε όλο τα μεγαλείο της γαλλικής γαστρονομίας...

Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2010

Ημερίδα/γευσιγνωσία ελληνικών κρασιών στο Παρίσι

Μετά το στρατό και την γαστρονομικά όχι και τόσο σπουδαία Ρωσία, ένα ταξιδάκι στην Γαλλία ήταν ότι έπρεπε για να επανέρθουμε στους φυσιολόγικους μας ρυθμούς. Όπου φυσιολογικοί ρυθμοί βάλτε καθημερινές γευσιγνωσίες και οινοποσίες, πολλά χιλιόμετρα με προορισμό αμπελώνες και οινοποιεία, ατέλειωτες συζητήσεις περί αμπελουργικών ζωνών, τερουάρ και άλλων οινογαστρονομικών θεμάτων.
Αφορμή για το ταξίδι, μία ημερίδα/γευσιγνωσία ελληνικών οίνων η οποία οργανώθηκε με πρωτοβουλία της ελληνικής πρεσβείας σε συνεργασία με τον Παγκόσμιο οργανισμό οίνου, με την στήριξη της Aegean και ελληνικών εταιριών που εδρεύουν στην Γαλλία.
Στην εκδήλωση παρουσιάστηκαν μόνο κρασιά από ελληνικές ποικιλίες με κύριο άξονα τις ζώνες Ονομασίας Προέλευσης. Συνολικά συμμετείχαν δεκαεννέα οινοποιεία από κάθε γωνιά της χώρας μας με δύο-τρεις ετικέτες περίπου το κάθε ένα. Η εκδήλωση ήταν μόνο για επαγγελματίες και μεταξύ αυτών μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα του οινικού χώρου. Από τον καλύτερο σομελιέ του κόσμου Ολιβιέ Πουσιέ και τον διάσημο οινοκριτικό Μισέλ Μπετάν μέχρι τους υπεύθυνους των καβών των πολυτελέστερων ξενοδοχείων του Παρισίου όπως τα Crillon και Fouquet, άπαντες ήρθαν σε επαφή με τον ελληνικό αμπελώνα και έμειναν ενθουσιασμένοι.

H εκδήλωση πήγε αρκετά καλά και περιμένουμε τώρα να δούμε την ανταπόκριση που θα έχει στις κατανάλωση ελληνικού κρασιού στην Γαλλία. Προσωπικά έχω συμμετάσχει σε αρκετές παρουσιάσεις κρασιών της χώρας μας στο Παρίσι αλλά πρώτη φορά είδα τόσο πολλούς και σημαντικούς επαγγελματίες μαζεμένους και άκουσα τόσα πολλά θετικά σχόλια. Ας ελπίσουμε πως η πρωτοβουλία αυτή της πρεσβείας θα είναι το ξεκίνημα μιας καλοστημένης δράσης που θα καταφέρει να εδραιώσει το ποιοτικό ελληνικό κρασί στην συνείδηση των Γάλλων καταναλωτών και θα είναι ένα ακόμη βήμα στην προσπάθεια που γίνεται για την ανάδειξη της δυναμικής των γηγενών ποικιλιών.

Σερβίροντας ξινόμαυρο τον καλύτερο σομελιέ του κόσμου για το 2000.



Το σταντ της Νάουσας




Το Μοσχάτο του Σκλάβου ικανοποίησε ακόμη και τα πιο απαιτητικά λαρρύγγια!




Η παρουσίαση του τερουάρ της Νάουσας




Ο Απόστολος Θυμιόπουλος εξηγεί τις ιδιαιτερότητες του ελληνικού αμπελώνα σε έναν υφυπουργό της γαλλικής κυβέρνησης.




Σερβίροντας Ξινόμαυρο στην ομάδα των σομελιέ του Crillon




Η βιβλιοθήκη του Παγκόσμιου οργανισμού οίνου όπου έλαμπαν δια της απουσίας τους τα βιβλία με αναφορές στον ελληνικό αμπελώνα.



Οι οινοποιοί: Σκλάβος, Παρπαρούσης, Χατζηδάκης, Δαλαμάρας, Θυμιόπουλος, ο εισαγωγέας Γιώργος Ιωαννίδης της OENOS FPL και οι άνθρωποι της ελληνικής πρεσβείας που έστησαν την οργάνωση.

Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2010

Αμπελοοινικές περιπέτειες προσεχώς!

Μετά από μερικούς μήνες απουσίας από τα αμπελοοινικά δρώμενα ήρθε η ώρα να σκίσουμε τα χακί και να οργανωθούμε για εξορμήσεις σε μέρη με άλλες αποχρώσεις του πράσινου λίγο πριν αυτές αρχίσουν να κιτρινίζουν και να πέφτουν. Η αρχή έγινε με μερικές τσάρκες στους αμπελώνες της Νάουσας και μερικές κάθετες, οριζόντιες ακόμη και διαγώνιες δοκιμές κρασιών από κάθε μήκος και πλάτος του αμπελοοινικού κόσμου.

Ακολούθησε μία αναγνωριστική βόλτα, παρέα με μερικούς άλλους Ναουσαίους οινοπαραγωγούς,
στην παγωμένη Ρωσία και στην τεράστια οινο-καταναλωτική αγορά που έρχεται προσεχώς.

Στο ενδιάμεσο,
τα καζάνια και τα τσίπουρα μας τράβηξαν το ενδιαφέρον για αρκετό καιρό με τον γλυκάνισο να χάνει συνεχώς έδαφος από την γράπα και ταυτόχρονα για πρώτη φορά στα χρονικά να χάνει και την κυριαρχία της βορείου Ελλάδος! Κάτι σαν τον εκθρονισμό της ΝΔ από την δημαρχία της Θεσσαλονίκης!

Έδαφος όμως χάνει και ο ελληνικός αμπελώνας
με την ζώνη της Νάουσας να χάνει και η ίδια αρκετά αξιόλογα αμπέλια και να μειώνεται συνεχώς η συνολική έκταση των αμπελώνων της.

Για να συνέλθουμε πήγαμε μία βόλτα στη Γαλλία όπου αφού κεράσαμε τους
Παριζιάνους μία γεύση από Ελλάδα, φάγαμε ένα καρο λεφτά και το καταφχαριστηθήκαμε γιατί τα φάγαμε τρώγοντας και πίνοντας σε μερικά από τα πιο αξιόλογα Γαλλικά μπιστρό!
Ζαλιστήκαμε περιφερόμενοι σε μία
τεράστια έκθεση κρασιού με χίλιους παραγωγούς και εκατονταπλάσιους επισκέπτες.

Συνεχίσαμε στην πολυαγαπημένη μας Βουργουνδία με
επισκέψεις σε κάποια από τα πιο σπουδαία ονόματα της περιοχής και φάγαμε ότι φράγκο είχε περισσέψει στα εστιατόρια της Beaune και των γύρω περιοχών!

Αυτά και άλλα πολλά που πρόκειται να σηματοδοτήσουν την επιστροφή των αμπελοοινικών περιπετειών στην ενεργό δράση σύντομα καταγεγραμμένα στις οθόνες σας!

Καλό μας ταξίδι!