Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Rhone Valley. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Rhone Valley. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 20 Ιουλίου 2012

Ροδανός: Σκέψεις και παραλειπόμενα...

Στον χώρο του κρασιού υπάρχουν μερικές περιοχές θρύλοι. Τα Cru της Βουργουνδίας, τα Chateau του Μπορντό, το Hermitage και το Chateauneuf του Ροδανού, ο γαλλικός νότος με τα μεγάλα Bandol, το Barbaresco και το Barolo του Πιεμόντε, τα μυθικά κόκκινα της Τοσκάνης και αρκετές ακόμη περιοχές που κάθε μία ξεχωριστά αποτελεί τόπο λατρείας για τους οινόφιλους.
Τοιχογραφία του αμπελώνα του Cornas

Με εξαίρεση το Μπορντό όλες αυτές οι περιοχές δεν μετράν πάνω από δυο-τρεις δεκαετίες από τότε που άρχισαν να μυθοποιούνται και να εκτοξεύουν τις τιμές τους στα ύψη. Ακόμη και η Βουργουνδία με τα χίλια χρόνια ιστορίας των φημισμένων της cru δεν μετράει πάνω από τριάντα χρόνια μεγάλης οινοτουριστικής ανάπτυξης και διεθνούς αναγνώρισης. Θυμάμαι χαρακτηριστικά αυτό που είχα ακούσει κάποτε από έναν γάλλο οινόφιλο: "..από τότε που οι Ασιάτες αφηνίασαν με το κρασί και άρχισαν να ξοδεύουν ασύστολα για λίγες φιάλες, οι πραγματικοί οινόφιλοι σταμάτησαν να πίνουν Premier και Grand Cru γιατί σε λίγα μόνο χρόνια έγιναν απλησίαστα. Κάποιος που αγαπάει το κρασί δεν θα πληρώσει ποτέ υπεραξία για ένα όνομα. Θα αναζητήσει τα μικρά διαμαντάκια που είναι κρυμμένα σε όλη τη χώρα (σ.σ. σε όλο τον κόσμο θα έλεγα εγώ) και στα οποία μπορεί να βρει την ίδια ευχαρίστηση πληρώνοντας μόνο τον κόπο του παραγωγού και όχι την τρέλα κάποιον νεόπλουτων για το προϊόν αυτό..".

Δυστυχώς κάπου εκεί βαδίζει και ο Ροδανός. Δύο από τα πλέον αγαπημένα κρασιά, τα Cornas και τα Cote-Rôtie έχουν πλέον γίνει απλησίαστα. Και όλα αυτά ενώ το Cornas δεν έχει αναπτύξει ακόμη μεγάλη φήμη και θεωρείται σχετικά ψαγμένη επιλογή. Από την άλλη πλευρά το κόστος καλλιέργειας είναι σίγουρα πολύ υψηλό αλλά δεν νομίζω σε καμία περίπτωση να ξεπερνάει τα τριάντα ευρώ ανά φιάλη.

Παρόλα αυτά o Ροδανός σαν επισκέψιμη οινοτουριστική περιοχή δεν είναι ιδιαίτερα εξελιγμένος. Πέρα από τις επισκέψεις στους αμπελώνες, κυρίως στον λόφο του Hermitage, ελάχιστα οινοποιεία είναι επισκέψιμα και οι περισσότεροι παραγωγοί προτιμούν να μένουν στην αφάνεια και να δουλεύουν με την ησυχία τους. Στο κάτω κάτω από την στιγμή που η παραγωγή τους πουλιέται σε ελάχιστο χρόνο από την παραγωγή φαίνεται πως κανείς δεν έχει ανάγκη για άμεσες πωλήσεις.

Η πίσω πλευρά των αμπελώνων του Cornas
Ίσως το πιο αξιόλογο μέρος για να πιει κανείς κρασί είναι το Comptoir du Theatre. Το wine bar στο κέντρο της Valence είναι και το μοναδικό σημείο που μπορεί κανείς να νιώσει πως βρίσκεται σε οινική περιοχή. Σε έναν μικρό χώρο με μοντέρνα διακόσμηση δίνεται η δυνατότητα να δοκιμάσει κανείς όλους τους τύπους κρασιών του Βόρειου Ροδανού. Όλες η υποπεριοχές, από το Hermitage μέχρι το Saint Joseph σερβίρονται σε ποτήρι και η επιλογή αλλάζει κάθε εβδομάδα. Συνολικά η λίστα μετράει πάνω από διακόσιες ετικέτες με την συντριπτική τους πλειοψηφία να προέρχεται από την περιοχή.

Δυνατό σημείο του μαγαζιού τα μεζεδάκια που μπορεί κανείς να επιλέξει για να συνοδέψει το κρασί του όπως τα Ραβιόλια με Φουά Γκρα ή τα καναπεδάκια με φέτα και λιαστή ντομάτα. Υπάρχουν επίσης και κάποια κυρίως πιάτα αλλά μάλλον θεωρούνται άστοχα και προχειροφτιαγμένα ενώ κάνουν και δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ wine-bar και εστιατορίου.

Όσον αφορά τα κρασιά που εμείς ήπιαμε στο Comptoir du Theatre δεν θα λέγαμε πως ενθουσιαστήκαμε. Ο ιδιοκτήτης θεωρεί πως η λίστα του συνδυάζει τα μεγάλα ονόματα του Ροδανού με μικρότερους ψαγμένους παραγωγούς και εναλλακτικές προτάσεις χωρίς όμως να καταφέρει να μας πείσει για κάτι τέτοιο. Επιλέξαμε πολύ προσεκτικά αυτά που θέλαμε να πιούμε αλλά καμία από τις επιλογές μας δεν μας ενθουσίασε. Όλα όσα ήπιαμε ήτανε επίδοξες φρουτοβόμβες που καμία σχέση δεν έχουν με την φιλοσοφία και τον τυπικό χαρακτήρα των κρασιών του Ροδανού.

Συνοψίζοντας θα έλεγα πως το πιο ενδιαφέρον κομμάτι του Ροδανού είναι η βόλτα στους αμπελώνες του. Αναμφίβολα το Hermitage είναι το εντυπωσιακότερο και πιο τουριστικό κομμάτι του. Το εκκλησάκι σύμβολο του λόφου, η γνωστή "Chapelle", αποτελεί άλλωστε και αντικείμενο διαμάχης μεταξύ των δύο μεγαλύτερων παραγωγών της περιοχής. Ο μεν Jaboulet έχει στην ιδιοκτησία του το ίδιο το εκκλησάκι, ο δε Chapoutier έχει όλους τους αμπελώνες τριγύρω.

Η δική μου αγαπημένη περιοχή είναι όμως η δυτική πλευρά του ποταμού. Η πλευρά της Ardeche έχει μία μοναδική, άγρια ομορφιά. Πολύ περισσότερα βράχια, πιο άγρια εδάφη και δάση που περιτριγυρίζουν τους αμπελώνες δίνουν ένα τοπίο πολυσύνθετο και ξεχωριστό. Το δε Cornas, είναι από την μία πλευρά φυτεμένο αμφιθεατρικά γύρω γύρω από ένα μικρό ποταμάκι και από την άλλη ορθώνεται επιβλητικά ακριβώς πάνω από το χωριό.

Κατά συνέπεια εάν ποτέ βρεθείτε στην περιοχή το καλύτερο που έχετε να κάνετε είναι να αφήσετε το αυτοκίνητο και να περπατήστε με τα πόδια τους αμπελώνες. Εάν θέλετε να δοκιμάσετε τα κρασιά της περιοχής η καλύτερη λύση είναι μάλλον να περιμένετε να πετύχετε μία περίοδο κατά την οποία οργανώνονται εκδηλώσεις που είναι ανοιχτές στο κοινό. Φυσικά εάν έχετε τόλμη και αισθάνεστε τυχεροί μπορείτε πάντα να προσπαθήσετε να έρθετε σε επαφή με κάποιον παραγωγό και να κανονίσετε ένα ραντεβού για επίσκεψη στο οινοποιείο!

Πέμπτη 12 Ιουλίου 2012

Οι "ράτσες" των Ελλήνων οινοπαραγωγών και οι βιο-οικο-ραστα-δυναμιστές

Υπάρχει ένα "είδος" ή αν θέλετε μία "ράτσα" οινοποιών το οποίο δυστυχώς στην Ελλάδα δεν ευδοκιμεί. Λέω δυστυχώς γιατί μία οινική χώρα χρειάζεται όλα τα είδη οινοποιών για να έχει ποικιλομορφία και να δίνει κίνητρο για εξερεύνηση.

Τα είδη που "ευδοκιμούν" στην χώρα μας χωρίζονται σε δύο συν μία βασικές κατηγορίες:
- Τις παραδοσιακές αμπελουργικές οικογένειες.
- Τους επενδυτές που μπήκαν ως επί το πλείστον πρόσφατα στον χώρο του κρασιού.

Στην πρώτη κατηγορία βρίσκουμε κυρίως αμπελουργούς οι οποίοι για πολλά χρόνια ή ακόμη και γενεές πουλούσαν την παραγωγή τους σε τοπικούς συνεταιρισμούς ή μεγάλα οινοποιεία και κάποια στιγμή αποφάσισαν να εμφιαλώσουν κάτω από την δική τους ετικέτα. Πολύ λιγότεροι είναι αυτοί οι οποίοι παρήγαγαν επώνυμο κρασί και μετράνε πάνω από δύο γενιές στον χώρο του εμφιαλωμένου.

Την δεύτερη κατηγορία μπορούμε να την χωρίσουμε καταρχάς σε αυτούς που επένδυσαν με μεγάλο κεφάλαιο και καθιερώθηκαν με δυνατό μάρκετινγκ στην ελληνική αγορά χειριζόμενοι την οινοποιητική τους επιχείρηση σαν μία οποιαδήποτε επένδυση. Ο τόπος για τους συγκεκριμένους δεν ήταν ποτέ απαραίτητο να ήταν παραδοσιακός αμπελότοπος αφού με την δυναμική τους πέρασαν εύκολα στις συνειδήσεις τον καταναλωτών ως κλασσικές αξίες.

Άλλη υποκατηγορία είναι οι επενδυτές με μικρότερο κεφάλαιο που επένδυσαν μεγάλο μέρος από την περιουσία τους είτε για να ικανοποιήσουν ένα παιδικό τους όνειρο, είτε για να κάνουν το χόμπι τους επάγγελμα, είτε γιατί το έβρισκαν ρομαντικό και περιπετειώδες ή απλά γιατί νόμιζαν πως θα ήταν ένας εύκολος τρόπος να βγάλουν χρήματα.

Τέλος, τρίτη υποκατηγορία είναι και οι εργαζόμενοι στον χώρο της οινοποιίας -κυρίως οινολόγοι- οι οποίοι δουλεύοντας σε κάποιο γνωστό οινοποιείο, συγκέντρωσαν το απαιτούμενο κεφάλαιο, κέρδισαν την απαραίτητη εμπειρία και αποχώρησαν για να στήσουν την δική τους επιχείρηση. Σε συνδυασμό με το δίκτυο γνωριμιών και την αναγνωρισιμότητα που αποκτά κανείς δουλεύοντας για κάποιο "όνομα" η επιτυχία είναι τις περισσότερες φορές δεδομένη. Την συγκεκριμένη την θεωρώ υποκατηγορία των επενδυτών γιατί τις περισσότερες φορές υπάρχει συνεργασία οινοποιού-επενδυτή προκειμένου να υλοποιηθεί το project.

Θεωρώ πως η κατηγορία που εκλείπει από την χώρα μας είναι αυτή τον "βιο-οικολο-ραστα-δυναμικών" παραγωγών. Ένας χαρακτηρισμός που τον είχα ακούσει κάποτε στην Γαλλία και τον χρησιμοποίησα σε ένα παλαιότερο άρθρο μου πιστεύοντας πως τους ταιριάζει γάντι. Μιλάω φυσικά για όλους αυτούς τους παραγωγούς που συναντάμε κατά κύριο λόγo στην Γαλλία και δεν κάνουν απλά βιοδυναμική καλλιέργεια αλλά ...είναι βιοδυναμικοί και οι ίδιοι!

Είναι όλοι αυτοί οι παραγωγοί με την ατημέλητη εμφάνιση που άλλοτε θυμίζουν χίπις, άλλοτε ανθρώπους τον σπηλαίων και άλλοτε τρελούς επιστήμονες. Έχουν κρασιά που ξεφεύγουν κατά πολύ από τις κοινώς αποδεκτές νόρμες και έχουν φανατικούς οπαδούς αλλά και άλλους που δεν θέλουν ούτε να τα βλέπουν. Οι ετικέτες τους έχουν συνήθως χιουμοριστική διάθεση και φυσικά δεν φέρουν ποτέ ονομασία προέλευσης -και ούτε τους νοιάζει να φέρουν- αφού ο αρμόδιος φορέας της περιοχής τους, τους το έχει απαγορεύσει λόγω μη τήρησης των κανόνων. Για να το κάνω πιο κατανοητό θα αναφέρω το παράδειγμα της πρόσφατης επίσκεψής μας στο Domaine du Coulet στο Cornas.

Είναι ώρα πέντε το απόγευμα και έχουμε ραντεβού με τον οινοπαραγωγό M.Barret. Φτάνουμε στην αυλή του οινοποιείου και δεν αντικρίζουμε κανέναν παρά μόνο ένα τραπέζι γεμάτο κουτιά από πίτσες, βουνά από αποτσίγαρα, μερικά άδεια μπουκάλια και δύο ρομπότ τρανσφόρμερς. Πιο πέρα υπάρχουν παρατημένα διάφορα γεωργικά μηχανήματα και αυτοκίνητα. Συνεχίζουμε να προχωράμε δηλώνοντας την παρουσία μας φωνάζοντας αλλά δεν υπάρχει ψυχή. Μπαίνοντας σε μία άλλη αυλή βρίσκουμε κάποιες πόρτες που μοιάζουν να μην οδηγούν πουθενά και μερικά ακόμη σκόρπια αντικείμενα και μηχανήματα που συνθέτουν μία εικόνα βομβαρδισμένου τοπίου.

Κάποια στιγμή μετά από ώρα ο παραγωγός εμφανίζεται. Φαρδύς και σφιχτός, με αξύριστο και νυσταγμένο πρόσωπο, μία τούφα μαλλιά να πετάει και το τσιγάρο άγαρμπα βαλμένο στο στόμα μοιάζει σαν να έχει μόλις ξυπνήσει από βαθύ ύπνο. Ακολουθεί σύντομος διάλογος με την γυναίκα του:
- Χριστέ μου μοιάζεις πολύ τρομακτικός!
- Έλα μωρέ...


Μας καλωσορίζει και πηγαίνουμε κατευθείαν στον χώρο οινοποίησης για να αρχίσουμε δοκιμές.
Προς μεγάλη μας έκπληξη το πρώτο κρασί είναι εξαιρετικό! Χυμώδες και με πολύ ωραίο φρούτο είναι ακριβώς αυτό που οι Γάλλοι χαρακτηρίζουν vin de soif. Ένα κρασί δηλαδή που μπορεί κανείς να πιει σε μεγάλες ποσότητες χωρίς να τον κουράσει. Φρέσκο, ανάλαφρο, φρουτώδες είναι ότι πρέπει για ξεδίψασμα! Τα συγκεκριμένα κρασιά είναι μάλλον και η "σπεσιαλιτέ" αυτής της κατηγορίας οινοποιών αφού στις περισσότερες περιπτώσεις τα μη θειωμένα κρασιά είναι πιο εύπεπτα από τα θειωμένα και μπορούν να καταναλωθούν σε μεγαλύτερες ποσότητες.

Όπως μας εξηγεί ο παραγωγός, φιλοσοφία του είναι να τοποθετεί ολόκληρα τα σταφύλια σε κλειστή δεξαμενή μετά τον τρύγο για να κερδίζει το μάξιμουμ σε φρεσκάδα και άρωμα ενώ θειώνει ελάχιστα και μόνο πριν την εμφιάλωση. Αυτό το διαπιστώνουμε σε κάθε κρασί που δοκιμάζουμε. Ακόμη και στο Billes Noires του 2010 που παρόλο είναι πολύ γεμάτο στο στόμα είναι εξίσου ανάλαφρο με τα προηγούμενα. Το μόνο που υστερεί κάπως σε οξύτητες είναι το Carignan το οποίο όμως και αυτό έχει τον δικό του χαρακτήρα και είναι πέρα για πέρα τίμιο.

Μέχρι εδώ λοιπόν όλα τέλεια! Παρόλο που ο χώρος που δοκιμάζουμε τα κρασιά θυμίζει κουζίνα από παρατημένο σπίτι -πιθανότατα είναι ο χώρος που μαγειρεύουν οι τρυγητές όταν έρχονται- και ο παραγωγός καπνίζει διακριτικά μεν ασταμάτητα δε όση ώρα εμείς δοκιμάζουμε, η ποιότητα των κρασιών είναι πολύ καλή. Τα πράγματα όμως αλλάζουν λίγο όταν περνάμε στο 2009. Τώρα τα αρώματα αρχίζουν να χάνουν την ζωντάνια τους και νότες οξείδωσης αρχίζουν να γίνονται εμφανείς. Ακόμη και ο ίδιος παραδέχεται πως ένα από τα κρασιά του είναι λίγο τσιμπημένο ενώ κάποια άλλα χαρακτηρίζονται από έντονα ζωικά αρώματα.

Ήταν άραγε το 2009 μία κακή χρονιά; Μάλλον όχι, συνήθως οι παραγωγοί αυτοί που απορρίπτουν εξ ολοκλήρου τις σύγχρονες μεθόδους παραγωγής και τις αρχές της στοιχειώδους καθαριότητας παράγουν κρασιά που συναρπάζουν όσο είναι ακόμη νέα. Όταν περάσει λίγο ο καιρός η έλλειψη θειώδη ανυδρίτη αρχίζει να γίνεται αντιληπτή και η ποιότητα παίρνει την κάτω βόλτα. Φυσικά καμία ένσταση πάνω σε αυτό αφού το να επιλέξει κάποιος τον δρόμο αυτό και να χτίσει την πελατεία του με ανθρώπους που αποζητούν αυτό το είδος κρασιού είναι μία ακόμη στρατηγική πώλησης. Αρκεί φυσικά οι τιμές να συμβαδίζουν με την φιλοσοφία αυτή γιατί δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που παραγωγοί της συγκεκριμένης κατηγορίας πουλάνε τρέλα ζητώντας ασύλληπτες τιμές για τα κρασιά τους.

Σε κάθε περίπτωση, οι παραγωγοί αυτοί πιστεύουν βαθιά σε αυτό που κάνουν, δουλεύουν σκληρά για να κρατήσουν τους αμπελώνες τους σε καλή κατάσταση χωρίς την χρήση χημικών σκευασμάτων, ρισκάρουν ξεφεύγοντας από την πεπατημένη και προσπαθούν να φέρουν αυτοί την αγορά στα μέτρα τους από το να την κυνηγάνε συνεχώς. Σε αντίθεση με τους πρόσκαιρους βιοδυναμιστές, οικολόγους και λοιπούς καιροσκόπους που τρέξανε να κολλήσουν το τεράστιο ΒΙΟ στην ετικέτα τους όταν αυτό έγινε της μόδας ή στέλνουν δελτία τύπου σε περιοδικά για να εκθειάσουν το κρασί που παρήγαγαν με αυτόχθονες ζύμες λες και ανακάλυψαν την Αμερική, όλοι οι βιο-οικο-ραστα-δυναμικοί παραγωγοί, όσο εκκεντρικοί και αν είναι, είναι ωραίοι τύποι, απλοί, ξεκάθαροι και κάνουν αυτό που κάνουν γιατί γουστάρουν! Άντε και στα μέρη μας...

Σάββατο 7 Ιουλίου 2012

Domaine Clape: Cornas στα καλύτερά του

Το κενό διάστημα από την ώρα που φτάσαμε στον Ροδανό μέχρι την ημέρα του γάμου του Ρεμί, καλύφθηκε -με τι άλλο- με επισκέψεις στους αμπελώνες και τα οινοποιεία της περιοχής. Με εξαίρεση ένα απόγευμα που κάναμε μία βόλτα μέχρι τον λόφο του Hermitage, όλο τον υπόλοιπο χρόνο μετακινούμασταν χωρίς αυτοκίνητο και γυρίζαμε με τα πόδια. Αυτό σημαίνει πως οι βόλτες μας περιορίστηκαν στην περιοχή γύρω από το Saint -Peray και το Cornas χωρίς αυτό βέβαια να είναι κάτι το αρνητικό. Αντιθέτως μας έδινε όλο το χρόνο να απολαμβάνουμε το τοπίο και να εξετάζουμε πιθαμή προς πιθαμή τους αμπελώνες και τα εδάφη τους.

Το πρώτο μας ραντεβού στο Saint Peray ακυρώθηκε λόγω ενός προβλήματος του παραγωγού που μας περίμενε. Έτσι πήραμε τον δρόμο προς το Cornas, δύο μόλις χιλιόμετρα πιο δίπλα, με σκοπό να συναντήσουμε τον Olivier Clape. Ο Ολιβιέ είναι το νεαρότερο μέλος της οικογένειας Clape που μαζί με τον γείτονα και φίλο του, Thierry Allemand, είναι δύο από τα σημαντικότερα ονόματα της περιοχής.


Η οικογένεια Clape έχει μία παράδοση τουλάχιστον διακοσίων χρόνων στην αμπελοκαλλιέργεια και την παραγωγή κρασιού. Ο Auguste Clape ήταν o πρώτος αμπελουργός του Cornas που εμφιάλωσε την δική του παραγωγή. Έως τότε το σύνολο των σταφυλιών που παράγονταν αγοράζονταν από τους negociants οι οποίοι εμφιάλωναν χρησιμοποιώντας την δική τους ετικέτα. Παρά την μεγάλη αμπελουργική παράδοση, οι Clape καλλιεργούν σήμερα μόνο ογδόντα στρέμματα γης. Το δύσκολο υπέδαφος και η καλλιέργεια σε πεζούλες είναι αποτρεπτικά για την μηχανοποίηση και κάθε στρέμμα γης έχει πολύ μεγάλο εργατικό κόστος. Έτσι τα 1200 συνολικά στρέμματα του Cornas μοιράζονται σε πενήντα περίπου αμπελουργούς με μέσο όρο εικοσιπέντε στρέμματα ο καθένας.

Βρήκαμε τον Ολιβιέ στον κεντρικό δρόμο του χωριού, έξω από το οινοποιείο του και αφού είπαμε μερικά πράγματα για την περιοχή πήραμε από ένα ποτήρι και περάσαμε στο κελάρι. Εκεί αντικρίσαμε τις θρυλικές foudre του κτήματος. Της παλιές ξύλινες δεξαμενές που ο παππούς Clape είχε αγοράσει για ένα κομμάτι ψωμί από την Αλσατία όταν οι Αλσατοί "εκμοντερνίζονταν" και άλλαζαν τις foudre με ανοξείδωτες δεξαμενές. Δεδομένου πως οι δεξαμενές αυτές αγοράστηκαν όταν ήταν ήδη είκοσι χρονών τουλάχιστον, η σημερινή τους ηλικία είναι πάνω από πενήντα! Για την ιστορία αναφέρω πως είκοσι χρόνια μετά, στις αρχές του 2000, η πλειοψηφία των Αλσατών κατάλαβε το λάθος της και επέστρεψε στην χρήση των foudre.

Η οικογένεια Clape παράγει δύο βασικά χαρμάνια. Την cuvée Cornas-Renaissance από τα νεαρά αμπέλια του κτήματος που είναι κατά μέσο όρο εικοσιπέντε χρονών και την Cuvée Cornas από κλήματα ηλικίας εξήντα χρονών και πάνω. Οι ζυμώσεις γίνονται αρχικά σε δεξαμενές από μπετόν και στην συνέχεια κατεβαίνουν στο κελάρι όπου παλαιώνουν για περίπου εικοσιδύο μήνες. Τα σταφύλια πατιούνται μαζί με τα τσαμπιά και κατά την διάρκεια της ζύμωσης πατιούνται ελαφρώς με τα πόδια!
Από εκεί και πέρα, εκτός από μία ελάχιστη θείωση, δεν υπάρχει καμία επέμβαση ή προσθήκη.

Ξεκινήσαμε με το Renaissance 2011 που ήταν μία μέτρια χρονιά αλλά το κρασί που έδωσε ήταν εξαιρετικά ευκολόπιοτο για νεαρό Syrah του Ροδανού. Ακολούθησε ένα δείγμα από το διάσημο κομμάτι Reynards που προορίζεται για την ίδια cuvée αλλά οινοποιείται χωριστά και είναι πιο φρουτώδες και καλύτερα δομημένο. Πάντα στην ίδια χρονιά, δοκιμάσαμε και την cuvée Cornas που ήταν πιο κλειστή αλλά όσο περνούσε η ώρα γίνονταν πιο πολύπλοκο και είχε αισθητά μεγαλύτερη διάρκεια από τα προηγούμενα. Αμέσως μετά, σειρά πήρε ένα ακόμη Cornas από ένα αμπελοτεμάχιο πενήντα μόλις μέτρα από το προηγούμενο αλλά από πολύ πιο βραχώδες έδαφος, κάπως σφιχτό και λίγο αναγωγικό στη μύτη αλλά με στόμα τρομερής έντασης και ατελείωτη διάρκεια. Τελειώσαμε την μίνι οριζόντια με τα παλαιά κλήματα του Reynard που έδιναν ένα κρασί ίδιας έντασης με το προηγούμενο αλλά έχοντας περισσότερη ευγένεια στην δύναμή τους.

Η πρώτη τετράδα της δοκιμής ήταν ένα τέλειο μάθημα τερουάρ. Μία ποικιλία, ένας παραγωγός, τέσσερα διαφορετικά αμπελοτεμάχια στην ίδια περιοχή με μικροδιαφορές όσον αφορά την ηλικία και το έδαφος. Παρόλα αυτά πέντε πολύ διαφορετικά κρασιά, κάθε ένα κουβαλώντας τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.

Στις δύο χρονιές που ακολουθούσαν τα χαρμάνια είχαν ήδη γίνει οπότε και από τις δύο χρονιές δοκιμάσαμε το Cornas Renaissance και το Cornas στην τελική τους μορφή. Η διαφορά όμως ήταν πως το '10 -που δοκιμάζονταν κάπως πιο κλειστό- ήταν ακόμη στις ξύλινες δεξαμενές ενώ το '09 είχε ήδη εμφιαλωθεί και είχε αρκετά διαφορετικό χαρακτήρα. Έτσι, τα νεαρά κλήματα του Renaissance έδιναν περισσότερο φρούτο αλλά και μπαχαρικά ενώ τα παλαιά κλήματα είχαν περισσότερο βάθος και αρκετές ζωικές νότες.

Ακολούθησε μία τριλογία από "κακές χρονιές". Επειδή ο καλός ο καπετάνιος στην φουρτούνα φαίνεται ο Ολιβιέ θέλησε να μοιραστεί μαζί μας αυτά που οι διάφοροι κριτικοί θεώρησαν πως δεν θα γίνονταν σπουδαία. Ξεκινώντας με το '08 νιώσαμε πολύ έντονα το μαύρο πιπέρι που χαρακτηρίζει τις ψυχρές χρονιές στα Syrah του βορείου Ροδανού και εντυπωσιαστήκαμε από το ευχάριστο δρόσισμα που έδινε η τονισμένη οξύτητα του. Στο '02 κυριαρχούσαν γήινα αρώματα sous-bois* και καπνού, με την οξύτητα να δίνει πάλι μία αέρινη αίσθηση στο καλοδομημένο στόμα. Το '96 που όπως και τα προηγούμενα δεν πρόδιδε καθόλου την ηλικία του, είχε ένα πολύ έντονο - παιχνιδιάρικο άρωμα φρεσκοκομμένου κερασιού και σίγουρα είχε ακόμη πολλά χρόνια ζωής μπροστά του.

Συνολικά εντυπωσιαστήκαμε από την υψηλή ποιότητα των κρασιών του κτήματος. Ιδιαίτερη εντύπωση μας έκανε το γεγονός πως -ειδικά στις παλιές χρονιές- παρά το γεγονός πως όλα τα κρασιά έχουν μεγάλες δυνατότητες παλαίωσης και στιβαρή τανική δομή πίνονται πάρα πολύ ευχάριστα ακόμη και χωρίς συνοδεία. Για μία ακόμη φορά λοιπόν η πράξη βγάζει νοκ-άουτ τους καθηγητές οινολογίας. Ξύλινα βαρέλια πενήντα χρονών, σε ένα υπόγειο γεμάτο μούχλα και υγρασία φιλοξενούν κρασιά που φτιάχτηκαν χωρίς ζύμες, ένζυμα, κολλαρίσματα, φιλτραρίσματα και με λιγότερη από την μισή "ασφαλής ποσότητα" θειώδη ανυδρίτη. "Πνιγμένα στους βρεττανομύκητες με τις πτητικές να χτυπάνε κόκκινο" θα έλεγε ένας οινολόγος της σειράς που μόλις αποφοίτησε, "πολύ μεγάλα κρασιά που σπάνε κόκαλα" λέει η πραγματικότητα!

Το μόνο μελανό σημείο για το Domaine August Clape είναι πως έχουν παρατηρήσει αυξημένα ποσοστά ανεξήγητης θνησιμότητας στα νεαρά αμπέλια με το φαινόμενο να απειλεί όλη την ευρύτερη περιοχή. Αυτό όμως ισχύει για αμπέλια που φυτεύτηκαν από την δεκαετία του '90 και μετά. Τα παλαιότερα αμπέλια που έχουν φυτευτεί μετά από επιλογή βλαστών από τους ίδιους τους παραγωγούς (selection massale) και όχι μετά από κλωνική επιλογή (selection clonale) που είναι σήμερα πιο διαδεδομένη, δεν κινδυνεύουν καθόλου. Συνεπώς, ίσως το πρόβλημα μπορεί να λυθεί επιστρέφοντας στο παραδοσιακό σύστημα πολλαπλασιασμού. Σε κάθε περίπτωση ας ελπίσουμε πως το Cornas δε θα αντιμετωπίσει κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα και θα συνεχίσει να μας ενθουσιάζει με τα υπέροχα κρασιά του!


*Sous-bois: Toχαρακτηριστικό γήινο άρωμα από πεσμένα φύλλα στο δάσος που χαρακτηρίζει πολλές φορές τα Pinot Noir της Βουργουνδίας

Δευτέρα 18 Ιουνίου 2012

Ένα αστέρι γεννιέται στον Βόρειο Ροδανό!

Αφού ολοκληρώσαμε τις βόλτες μας γύρω από την λίμνη LeMan και κάναμε ένα πέρασμα από την Λυόν κατηφορίσαμε νότια στα παλιά γνώριμα λημέρια του νότιου Ροδανού. Εκεί, θα μέναμε για μερικές μέρες μέχρι την ημέρα του γάμου του φίλου οινοποιού Remy Nodin και στην συνέχεια θα συνεχίζαμε το ταξίδι μας. Ήταν η πρώτη φορά που κατεβαίνοντας στην περιοχή αυτήν το τρένο πέρασε δυτικά του Ροδανού και όχι ανατολικά από την μεριά του Hermitage όπως συνηθίζει. Έτσι είχαμε την ευκαιρία να απολαύσουμε την θέα του ξακουστού αυτού λόφου από την απέναντι πλευρά και ταυτόχρονα να περάσουμε ακριβώς κάτω από το Cornas και τους σπουδαίους του αμπελώνες.

O Remy στο οινοποιείο του
Φτάνοντας στο σπίτι του οικοδεσπότη μας, αφήσαμε τα πράγματά μας και χωρίς να χάνουμε χρόνο περάσαμε στο οινοποιείο για να δούμε την εξέλιξη του Domaine Remy Nodin τα τρία τελευταία χρόνια. Να θυμίσω πως ο Remy είναι παλιός μου συμμαθητής από την σχολή της Beaune και ένας από αυτούς που μου έμαθαν πάρα πολλά για τον Ροδανό και με έκαναν να τον λατρέψω ως αμπελουργική περιοχή. Επίσης ήταν στην παρέα με την οποία κάναμε δοκιμές κρασιών όταν ξεκίνησα να γράφω το παράλληλο μπλογκ "Το τερπνόν μετά του ωφελίμου".

Η οικογένεια Nodin καλλιεργεί αμπέλια στο Saint Peray από το 1903. Για πάνω από εκατό χρόνια όλη η παραγωγή δίνονταν στον συνεταιρισμό Caves de Tain στο γειτονικό ομώνυμο χωριό. Το 2006, ο Remy, o μικρότερος από τα έξι αδέλφια της οικογένειας Nodin, άρχισε να οινοποιεί πειραματικά τα σταφύλια από δύο αμπελοτεμάχια Marsanne που ανήκαν στην οικογένεια. Το 2008, όταν είχαμε πλέον αποφοιτήσει, ο Ρεμύ ήταν ήδη έτοιμος να στήσει το δικό του οινοποιείο. Αποχώρησε εν μέρη από τον συνεταιρισμό*, αγόρασε ή δανείστηκε μεταχειρισμένο εξοπλισμό από γνωστούς του οινοποιούς, δημιούργησε το σήμα του οινοποιείου, τις ονομασίες και τις ετικέτες, προμηθεύτηκε μερικά βαρελια και το Domaine Remy Nodin ήταν γεγονός!

Κάπως έτσι, αργά και μεθοδικά, ξεκίνησε και ο Cyril Fhal στον οποίο είχα εργαστεί πριν μερικά χρόνια στο Roussillon. Κάπως έτσι ξεκινάει και ο Nicolas Faure, ένας φίλος από την Λωρραίνη που τον κέρδισε η βουργουνδία. Κάπως έτσι ξεκινάει ένας ακόμη φίλος στο Chassagne-Montrachet και πολλοί ακόμη νέοι οινοπαραγωγοί στην Γαλλία. Βλέποντας όλους αυτούς τους νέους ανθρώπους να δουλέυουν σε οινοποιεία όλου του κόσμου προκειμένου να κερδίσουν εμπειρίες, να δοκιμάζουν αμέτρητα κρασιά, να κάνουν σκληρές οικονομίες προκειμένου να μαζέψουν χρήματα να νοικιάσουν ένα μικρό αμπελάκι, να κάνουν οινοποιήσεις με ότι εργαλεία μπορέσουν να βρουν και να εργάζονται με τόσο πάθος για να στήσουν μία μικρή οινοποιητική επιχείρηση αναρωτιέμαι. Αναρωτιέμαι μήπως τελικά το πρόβλημα στην Ελλάδα είναι πως στην συντριπτική πλειοψηφία οινοποιοί γίνανε όσοι είχανε λεφτά και όχι όσοι είχανε μεράκι.

Γιατί όταν είσαι είκοσι χρονών και πας να ζήσεις σε ένα χωριό στην μέση του πουθενά για να δουλεύεις σαν σκυλί κάτω από καυτό ήλιο ή παγωμένους ανέμους τότε είσαι πραγματικά παθιασμένος με αυτό που καταπιάνεσαι. Όταν ξοδεύεις ένα κάρο λεφτά για γυαλιστερά μηχανήματα και ανούσιους μοντερνισμούς, χτίζοντας σε ένα χώρο άσχετο με αμπελοκαλλιέργεια -αλλά ανακαλύπτεις πάντα μία πανάρχαια αμπελουργική παράδοση που αναβιώνεις- και φυτέυεις Merlot και Chardonnay που στο κάνει ο εκάστοτε οινολόγος, τότε είσαι αρπακολλατζής και τυχαίος στο επάγγελμα και μάλλον κάνεις ζημιά παρά καλό στην αμπελο-οινική κουλτούρα της χώρας σου.

Οι ετικέτες του κτήματος
Όσο ακόμη εργαζόμουν στην Γαλλία είχα επισκεφτεί τον Ρεμύ αρκετές φορές και είχα παρακολουθήσει την προσπάθεια του έως και το 2009. Τρία χρόνια μετά, ο εξοπλισμός έχει βελτιωθεί αρκετά, τα κρασιά έχουν αρχίσει να βρίσκουν την ταυτότητά τους και η γκάμα έχει μεγαλώσει. Φέτος ήταν η πρώτη χρονιά που παράχθηκε και αφρώδης οίνος στον οποίο το Saint-Peray έχει μακρά παράδοση. Επίσης, πρόσφατα ενοικιάστηκε ένα κομμάτι αμπελώνα στο Croze-Hermitage και φυτεύτηκε ένα αμπελάκι Syrah στο Cornas που σημαίνει πως ο Remy κάνει δυναμικό μπάσιμο και στα κόκκινα.

Τις πρώτες δύο χρονιές παραγωγής τα λευκά του οινοποιείου -πάντα απο 100% Marsanne- χαρακτηρίζονταν από διακριτικά αρώματα στη μύτη, δυναμικές οξύτητες και μέτρια διάρκεια. To 2011 που θα δοκιμάζαμε τώρα, ήταν μία πολύ καλή χρονιά για τα λευκά στον Ροδανό αλλά όχι τόσο για τα κόκκινα. Δοκιμάζοντας από το βαρέλι διαπιστώσαμε την ποιοτική άνοδο που έχει σημειωθεί. Πιο εκφραστικά με καλύτερα τονισμένο το φρούτο στη μύτη και με καλύτερη διάρκεια της έντασης στο στόμα, ήταν τουλάχιστον ένα σκαλί πάνω από τις πρώτες χρονιές.

Στην κάβα με τα αφρώδη
Τα κόκκινα είχαν τελείως διαφορετική συμπεριφορά από βαρέλι σε βαρέλι αλλά έδειχναν πως γενικά έχει γίνει πολύ καλή δουλειά. Κάτι το οποίο επιβεβαιώσαμε δοκιμάζοντας και ένα Crozes-Hermitage της ίδιας χρονιάς που για πρακτικούς λόγους είχε εμφιαλωθεί λίγο νωρίτερα από τα προηγούμενα. Γνωρίζοντας πως ο Remy έχει ταλέντο στα λευκά και έχει ασχοληθεί πολύ περισσότερο με την Marsanne απ'ότι με την Syrah μπορώ να πω πως στην πρώτη του απόπειρα για ερυθρό κρασί τα κατάφερε εξαιρετικά. Τέλος, ήταν η πρώτη χρονιά παραγωγής για το αφρώδες και δεν είχαμε ακόμη την δυνατότητα να το δοκιμάσουμε. Κρίνοντας όμως από όλα τα υπόλοιπα που παράγει ο Ρεμί μπορούμε να είμαστε σίγουροι πως και αυτό θα είναι επιτυχημένο.

Τα εδάφη των κρασιών του κτήματος
Το Domaine Remy Nodin παράγει σήμερα τρεις ετικέτες Λευκών κρασιών και μία ερυθρή ενώ έχει μπει αρκετά καλά στην αγορά της Γαλλίας. O Remy Λατρεύει τον τόπο του και κάνει μεγάλο αγώνα να αναδείξει τις λιγότερες γνωστές ονομασίες προέλευσης της περιοχής όπως τα αφρώδη αλλά και τα λευκά του Saint-Peray που είναι ένα από τα παλαιότερα AOC της χώρας. Στο γαλλόφωνο μπλογκ του: Syrah, Marsanne, Rousanne: trois femmes d'exception** μπορείτε να διαβάσετε τα νέα του και να μάθετε μερικά ακόμη πράγματα σχετικά με τον ανερχόμενο αυτόν οινοποιό του Βόρειου Ροδανού.



*Τα συμβόλαια έχουν διάρκεια 5ετίας και αφορούν το κάθε αμπελοτεμάχιο χωριστά
**μτφ από Γαλλικά:Τρεις ξεχωριστές γυναίκες (κυρίες)

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2009

Στην πατρίδα της Syrah

Καλά τα κρασιά του νότιου Ροδανού, χρήσιμες οι εμπειρίες, όμορφα τα τοπία του αλλά όπως και να 'χει ο Βόρειος είναι κόλλημα και ότι και να γίνει ένα πέρασμα θα το κάνουμε κι από κάποιο οινοποιείο εκεί. Η Syrah εκεί πάνω έχει άλλη διάσταση και όσες χώρες στον κόσμο -παλαιό ή νέο- την καλλιεργούν δεν καταφέρνουν ποτέ να παράγουν οίνους εφάμιλλους της Βόρειας κοιλάδας του Ροδανού. Γι'αυτό και θεωρώ πολύ καλή την επιλογή των Αυστραλών και άλλων νεοκοσμίτικων χωρών να δώσουν το όνομα Shiraz στην ίδια ποικιλία. Διότι στα δικά τους terroir, ακόμη και αν καταφέρνουν να φτάσουν σε υψηλά επίπεδα ποιότητας, ο χαρακτήρας της είναι τελείως διαφορετικός. Αναρωτιέμαι αν θα έπρεπε να είχαν κάνει το ίδιο όλες η περιοχές εκτός βόρειου Ροδανού που καλλιεργούν την ποικιλία αυτήν.
Αφού λοιπόν τελειώσαμε τις επισκέψεις στην περιοχή του Chateauneuf επιστρέψαμε στο σπίτι του Ρεμύ στην Ardeche. Την επόμενη είχαμε ραντεβού σε ένα από τα πιο ξακουστά ονόματα της περιοχής. Αυτό του Jean Louis Chave. Παραγωγοί από το 1481 και από τους τρεις βασικούς ιδιοκτήτες του Hermitage*, ο Gerard Chave και ο γιος του Jean Louis που έχει αναλάβει σήμερα την παραγωγή, θεωρούνται από πολλούς ως ένα από τα καλύτερα οινοποιεία της Γαλλίας. Οι λίγες φιάλες που παράγονται από τα 15 στρέμματα αμπελώνα, γίνονται ανάρπαστες και γι'αυτό δεν είναι λίγες οι φορές που βρίσκει κανείς τα κρασιά του Domaine Chave στην αγορά με τριψήφιες τιμές!
Ξεκινώντας την επίσκεψη, ρίξαμε μία ματιά στους χώρους οινοποίησης και αμέσως μετά περάσαμε στα υπόγεια για να δοκιμάσουμε τα λευκά από τις δεξαμενές που ήταν αρκετά διακριτικά στην μύτη αλλά με εκρηκτική μεταλλικότητα στο στόμα, χαρακτηριστική της Marsanne στους γρανίτες του Hermitage. Καθόλου εύκολο να βγάλει κανείς συμπεράσματα δοκιμάζοντας τέτοια κρασιά τόσο νέα. Σίγουρα όμως όταν τα αρώματα ανοίξουν λίγο παραπάνω και η υφάλμυρη γεύση που δίνει η μεταλλικότητα, εναρμονιστεί κατάλληλα με το σύνολο θα μιλάμε για μεγάλα λευκά αντάξια του ονόματος που φέρουν.
Συνεχίσαμε δοκιμάζοντας τα κόκκινα του 2009 που μόλις είχαν τελειώσει να ζυμώνουν. Πολύ πλούσια σε τανίνες αλλά πάντα με καλές οξύτητες, κατάφερναν να ισορροπήσουν ακόμη και σε δεξαμενές όπου το οινόπνευμα ξεπερνούσε το 14%. Θα θέλαμε πολύ να δοκιμάσουμε κάποιες φιάλες από παλαιότερες σοδειές αλλά κάτι τέτοιο ήταν φυσικά αδύνατο. Πέραν του ότι το domaine κανονικά δεν δέχεται επισκέψεις και συνεπώς δεν κάνει γευσιγνωσίες, όπως μας ενημέρωσαν οι υπάλληλοι που εργάζονται εκεί πέρα, ακόμη και οι ίδιοι σπάνια έχουν την τύχη να δοκιμάσουν κάτι από φιάλη. Τους αμπελώνες τους είχαμε επισκεφτεί σε παλαιότερες επισκέψεις στην περιοχή γυρνώντας μαζί με ένα φίλο που δούλευε εκεί πέρα και γνώριζε καλά τα κατατόπια.Πριν κλείσω τα του Ροδανού δεν πρέπει να παραλείψω να γράψω κάτι για την παραγωγή του οικοδεσπότη μου. Ο Ρεμύ ξεκίνησε οινοποιώντας πειραματικά λίγη Marsanne το 2007 από ένα μικρό κομμάτι αμπελώνα του πατέρα του που είναι συνεταιριστής στην Cave de Tain. Ένα χρόνο μετά απέκτησε επτά στρέμματα Marsanne την οποία οινοποίησε στο οινοποιείο του Alain Voge στο Cornas και στην συνέχεια μετέφερε σε ξύλινα βουργουνδέζικου τύπου βαρέλια. Φέτος βοηθούμενος από τα Ευρωπαϊκά προγράμματα απέκτησε τον απαραίτητο εξοπλισμό και οινοποίησε σε ένα χώρο που χρησιμοποιεί προσορινά ως οινοποιείο. Ταυτόχρονα κυκλοφόρησε την παραγωγή του 2008 με δύο διαφορετικές ετικέτες: ένα κοινό Saint Peray και το Saint Peray La Beylesse που έιναι η ονομασία του αμπελοτεμαχίου που απέκτησε και είναι μία επιλογή από τα καλύτερα βαρέλια του.
Η παραγωγή του 2007 ήταν αρκετά καλή και την δοκιμάσαμε αρκετές φορές όταν φοιτούσαμε ακόμη στην Beaune αλλά και αργότερα. Πέρα από ένα μικρό προβληματάκι διάυγειας, στέκεται πάρα πολύ καλά και δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από άλλα Saint Peray της αγοράς. Αντιθέτως είναι αρκετά εκφραστικό στην μύτη, με τραγανή οξύτητα που το σκληραίνει λίγο αλλά με την κατάλληλη συνοδεία καταναλώνεται πολύ ευχάριστα.
Το 2008 από την φιάλη ήταν λίγο δύσκολο στην δοκιμή αλλά θα ήταν λάθος να το κρίνουμε αφού έχει μόλις δύο μήνες που εμφιαλώθηκε. Όταν το είχα δοκιμάσει στο βαρέλι πάντως πριν λίγους μήνες είχε κερδίσει την λιπαρότητα που έλειπε από το 2007 και ήταν πολύ πιο ισορροπημένο.
Το 2009 έχει δουλευτεί υπό πολύ καλύτερες συνθήκες και αυτό φαίνεται και στο αποτέλεσμα. Κάθε βαρέλι που δοκιμάσαμε ήταν οινολογικά άψογο ενώ επίσης το κάθε ένα από αυτά ήταν διαφορετικό κρατώντας ταυτόχρονα την ίδια γραμμή με τα υπόλοιπα. Αυτό νομίζω πως είναι και η μεγαλύτερη επιτυχία του Remy μέχρι σήμερα. Σε μόλις τρία χρόνια παραγωγής -με το πρώτο να είναι εντελώς πειραματικό - έχει καταφέρει να δώσει το δικό του στυλ στα κρασιά που παράγει. Πολύ σημαντικό επίτευγμα για κάποιον που μπαίνει σήμερα στην αγορά. Και επειδή ο Ρεμύ έχει ξεκινήσει δυναμικά και έχει ήδη καταφέρει να τραβήξει το ενδιαφέρον διάφορων επαγγελματιών του χώρου, το χαρακτηριστικό αυτό στυλ των κρασιών του θα τον βοηθήσει να κρατήσει πιο εύκολα τις αγορές που κερδίζει. Άντε και με ένα καλό Cornas τώρα!
Αυτές ήταν και οι τελευταίες αμπελο-οινικές περιπέτειες στην Γαλλία για φέτος. Πήρα το λεωφορείο από την Valence και διασχίζοντας τα πανέμορφα φθινοπωρινά τοπία των πασπαλισμένων με φρέσκο χιόνι Άλπεων, έφτασα στο Τορίνο για να συνεχίσω τις περιπέτειές μου αυτήν την φορά στο Πιεμόντε!


*Οι Chapoutier, Jaboulet, και Chave κατέχουν το μεγαλύτερο μέρος του μυθικού αυτού λόφου και το υπόλοιπο ανήκει ως επί το πλείστον σε συνεταιριστές της Cave de Tain.


>Παλαιότερες αναρτήσεις για τον Βόρειο Ροδανό:
- Αμπελο-οινικές περιπέτειες στις πλαγιές του Ροδανού Μέρος 1ο
- Αμπελο-οινικές περιπέτειες στις πλαγιές του Ροδανού Μέρος 2ο
- Cornas - Thierry Allemand

- Crozes Hermitage Les Croix 2006

σημ.: Οι φωτογραφίες από τους αμπελώνες είναι από τον μήνα Απρίλιο

Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2009

Αμπελο-οινικές περιπέτειες στον Νότιο Ροδανό!

Όλο αυτό το διάστημα που βρισκόμουν στην Γαλλία έκανα πολλά ταξίδια αμπελο-οινικού ενδιαφέροντος και ποτέ δεν είχα την ευκαιρία να περάσω από το Chateauneuf du Pâpe αλλά ούτε και από την ευρύτερη περιοχή του νότιου Ροδανού. Όσες φορές είχα κατέβει στην κοιλάδα του Ροδανού σταματούσα πάντα στο Βόρειο μέρος της και ποτέ δεν συνέχιζα παρακάτω. Με παγίδευαν βλέπετε τα μυθικά Hermitage, τα καταπληκτικά Cornas και τα σαγηνευτικά λευκά της Marsanne και της Rousanne και δεν μπορούσα να ξεφύγω και να πάω παραπέρα.
Αυτήν την φορά ήμουν αποφασισμένος. Έκλεισα τα ραντεβού στα οινοποιεία πολύ πριν φτάσω στο Ροδανό για να είμαι σίγουρος πως δεν θα μείνω και πάλι στα βόρεια, έπεισα τον Ρεμύ να με ακολουθήσει και όλα πήγαν βάση προγράμματος. Έτσι, την πιο παγωμένη πέμπτη του φετινού φθινοπώρου -μέχρι την επόμενη- και με τον μιστράλ να “θερίζει”, ξεκινήσαμε να κατηφορίζουμε από την Ardeche προς τον ιδιόμορφο αυτό αμπελώνα με τις μεγάλες άσπρες οβάλ πέτρες. Το θερμόμετρο του αυτοκινήτου έγραφε 3°C και για μένα που δεν υπολόγισα την αλλαγή του καιρού και έφτασα εκεί από το Ρουσιγιόν με σορτσάκι και κοντομάνικο οι βόλτες στα αμπέλια ήταν απαγορευτικές. Όχι πως οι υπόλοιποι άντεχαν τον Μιστράλ αλλά ήταν ταυτόχρονα και μία δικαιολογία για να αφήσουμε τις φωτογραφίες για αργότερα και να περάσουμε στο ψητό.
Όπου ψητό βλέπε γευσιγνωσία και να 'μαστε λοιπόν στο Domaine Charvin με ένα ποτήρι στο χέρι και μέσα του το γνώριμο κόκκινο υγρό να στριφογυρίζει κομψά μέχρι να περάσει από τα χείλη μας στην γευστική μας κοιλότητα και να μας αποκαλύψει τα μυστικά του! Από το 1990 που ανέλαβε μέχρι και σήμερα, ο Laurent Charvin οινοποιεί τα Cotes du Rhône και Chateauneuf του που παίρνει από τα βιολογικά καλλιεργημένα αμπέλια του, χωρίς προσθήκες οινοποιητικών προϊόντων και με προσθήκη θείου μόνο πριν την εμφιάλωση. Η σοδειές κυκλοφορούν δύο χρόνια μετά και όλη η παραγωγή γίνεται ανάρπαστη.Δοκιμάσαμε μόνο από μπουκάλι ξεκινώντας από τις πλαγιές του Ροδανού 2007 και συνεχίζοντας με Chateauneuf που έφταναν μέχρι το 2004. Δυστυχώς εγώ δεν ήμουν σε μεγάλη φόρμα εκείνη την μέρα -μάλλον λόγω απότομης αλλαγής κλίματος- και δεν νομίζω πως κατάφερα να εκτιμήσω όπως έπρεπε τα όσα δοκιμάσαμε. Είναι όμως γεγονός πως οι μέρες με πολύ δυνατό αέρα δεν ενδεικνύονται για γευσιγνωσίες αλλά δεν είχαμε πολλές μέρες μπροστά μας ώστε να έχουμε την πολυτέλεια να περιμένουμε να αλλάξει ο καιρός. Η γενική εικόνα πάντως έδειχνε πως το συγκεκριμένο οινοποιείο δεν είναι τυχαία διάσημο αφού από το πρώτο μέχρι το τελευταίο κρασί που δοκιμάσαμε κανένα δεν μας κούρασε με υπερβολικό αλκοόλ ή βαριές και δύσκολες τανίνες.
Το πρόβλημα του Chateauneuf είναι πάντα τα υψηλά ποσοστά αλκοόλ και η υψηλή συγκέντρωση τανινών που κάνει δύσκολη την δοκιμή τους όταν αυτά είναι ακόμη νέα. Στο Domaine Charvin όμως έχουν πετύχει το στοίχημα. Έχουν καταφέρει να “δαμάσουν” τον ατίθασο χαρακτήρα του με τις κατάλληλες οινοποιητικές μεθόδους και το κατάλληλο χαρμάνι. Έτσι τα κρασιά τους χαρακτηρίζονται από πολύ καλή ισορροπία της δύναμης των τανινών με την οξύτητα και το αλκοόλ, μπορούν να καταναλωθούν ευχάριστα και σε σχετικά νεαρές ηλικίες ενώ δεν χάνουν το μεγάλο δυναμικό παλαίωσης για το οποίο φημίζονται τα Chateauneuf du Pâpe. Κλείσαμε την επίσκεψη κουβεντιάζοντας θέματα γύρω από την αγορά και το μέλλον του κρασιού αν και θα προτιμούσαμε να είχαμε συζητήσει λίγο παραπάνω για τις επιλογές του παραγωγού και τον τρόπο που οινοποιεί.
Στην συνέχεια κατευθυνθήκαμε βόρεια στο χωριό Cairanne για να φτάσουμε στο Domaine Richaud. Η υποδοχή ήταν πολύ θερμή και από την πρώτη κιόλας στιγμή νιώσαμε πάρα πολύ άνετα. Ξεκινήσαμε δοκιμάζοντας τα φετινά κρασιά από τις δεξαμενές ενώ ταυτόχρονα συζητούσαμε για τον τρόπο οινοποίησης και τις διάφορες μεθόδους που χρησιμοποιούνται ώστε να αποφεύγεται η χρήση θείου τουλάχιστον μέχρι και το τέλος της μηλογαλακτικής ζύμωσης. Αμέσως μετά κατεβήκαμε στο κελάρι όπου συνεχίσαμε με δοκιμές από τις ξύλινες δεξαμενές παλαίωσης χωρητικότητας τριών τόννων και τέλος από τα βαρέλια. Μας ενθουσίασε επίσης και η ποικιλία Counnoise η οποία παρουσιάζει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον αφού σε αντίθεση με τις πιο διαδεδομένες ποικιλίες της περιοχής, δεν ανεβάζει υψηλό αλκοόλ και δίνει καλές οξύτητες και αρώματα. Έτσι είναι χρήσιμη στα χαρμάνια για να δαμάζει λίγο τα δυνατά Grenache και Syrah αλλά ακόμη και μόνη της θα στέκονταν άνετα αφού σήμερα το κλίμα είναι όλο και πιο ζεστό και τα προβλήματα ωρίμανσης σε τέτοιες περιοχές είναι ανύπαρκτα. Ας μην ξεχνάμε επίσης πως όπως και πολλές άλλες ποικιλίες που έχουν χαθεί ή χάνονται, έχουν πέσει θύματα μιας εποχής όπου όλοι ψάχνανε τις υψηλές αποδόσεις και λίγες ποικιλίες διατηρούν τα ποιοτικά τους χαρακτηριστικά ακόμη και όταν παράγουν μεγάλες ποσότητες σταφυλιού. Αποτέλεσμα, αξιόλογες ποικιλίες να εξαφανίζονται και η Ευρωπαϊκή κληρονομιά να “μερλοποιείται”.
Από μπουκάλι δοκιμάσαμε ελάχιστα πράγματα γιατί από το πρωί δοκιμάζαμε μόνο κόκκινα και όλες αυτές οι τανίνες μας κουράσαν αρκετά. Λίγες μέρες μετά όμως δοκιμάσαμε σε ένα γεύμα μία από τις ετικέτες του κτήματος και εκπλαγήκαμε από την ζωντάνια και την καθαρότητα του φρούτου! Η συγκεκριμένη ετικέτα φέρει το όνομα του χωριού όπου βρίσκεται το οινοποιείο (Cairanne), είναι η ακριβότερη από την κλασσική γκάμα και κοστίζει μόλις 10€. Οι υπόλοιπες κυμαίνονται μεταξύ τριών και επτά ευρώ, τιμές εξαιρετικές για γαλλικά κρασιά από αμπελώνες βιολογικής και βιοδυναμικής καλλιέργειας.Κάτσαμε γύρω στις δύο ώρες και ήταν μάλλον η πιο ενδιαφέρουσα από όλες τις επισκέψεις που κάναμε στον νότιο ροδανό!Την επόμενη το πρωί ακυρώσαμε την επίσκεψη μας λόγω ενός στραμπουλήγματος που μας έβγαλε για λίγο εκτός προγράμματος αλλά το μεσημεράκι ήμασταν και πάλι στο δρόμο για μία ακόμη επίσκεψη.Αφήνοντας την σχετικά επίπεδη περιοχή γύρω από το Chateauneuf du Pâpe ανηφορίσαμε προς την περιοχή του Beaumes de Venises δίπλα ακριβώς από το Gigondas και πριν το επιβλητικό mont Ventoux. Το τοπίο είχε αλλάξει πολύ γρήγορα με το πράσινο να πρωταγωνιστεί και σε συνδυασμό με τις υψομετρικές διαφορές η θέα ήταν εκπληκτική. Ο αμπελώνας δεν ήταν ενιαίος αλλά μοιράζονταν την γη με το δάσος κάτι που αποτελεί μεγάλο πλεονέκτημα για τους παραγωγούς που αποκλείουν την χρήση χημικών προϊόντων από τα εδάφη τους αφού το δάσος λειτουργεί σαν ζώνη ασφαλείας από τα γειτονικά αμπέλια. Ο Μιστράλ μας είχε κάνει την χάρη να ηρεμήσει για λίγο και έτσι δεχτήκαμε με μεγάλη χαρά την πρόταση του παραγωγού Guy Jullien να κάνουμε μία μεγάλη γύρα στον αμπελώνα προτού περάσουμε στις δοκιμές.
Παραγωγοί επί πολλές γενεές, οι οικογένεια Jullien (Ferme Saint Martin) κατέχει 250 στρέμματα γης σε βιολογική καλλιέργεια ενώ γίνονται και βήματα προς το πέρασμα ολόκληρου του αμπελώνα σε βιοδυναμική. Οι βασική ποικιλία τους είναι το Grenache και ακολουθούν μικρές εκτάσεις Mourvedre και Cinsault. Τα τελευταία χρόνια έχει φυτευτεί και αρκετή Syrah αφού για την χρήση του Ο.Π.Α.Π είναι υποχρεωτικό να υπάρχει τουλάχιστον 25% στο τελικό χαρμάνι. Λέγαμε πριν για “μερλοποίηση” της παραγωγής αλλά δυστυχώς και η όλη ιστορία με την Syrah δεν πάει πίσω. Και το κακό είναι διπλό. Από την μία, όπως ανέφερα προηγουμένως, χάνονται ποικιλίες που αν καλλιεργηθούν σωστά, στον τόπο τους δίνουν καλύτερα αποτελέσματα από την Syrah και από την άλλη έχουμε γεμίσει πια με μέτριες Syrah από κάθε γωνιά του κόσμου υποβαθμίζοντας έτσι την πολύ μεγάλη αυτή ποικιλία. Δοκιμάστε καλή Syrah από τον Βόρειο Ροδανό -την καθεαυτού πατρίδα της- και μετά βάλτε δίπλα όποια άλλη Γαλλική, Ιταλική, Ελληνική, νεοκοσμίτικη Syrah θέλετε για να καταλάβετε την τεράστια διαφορά που υπάρχει.
Στην φάρμα του Άγιου Μαρτίνου -για να επανέρθουμε- το μεγαλύτερο μέρος του αμπελώνα είναι φυτεμένο σε ένα χαρακτηριστικό κίτρινόχρωμο αργιλώδες χώμα απ'όπου και παράγεται μία εκ των τριών ετικετών της επιχείρησης και φέρει το όνομα Terre Jaune (κίτρινη γη). Τα αμπέλια ξεκινάνε από τα 200μέτρα υψόμετρο και συνεχίζουν μέχρι τα 600 για τα ονομασίας προέλευσης (AOC Beaumes de Venise) από κει και πάνω, μέχρι τα 650 δηλαδή, παράγονται οίνοι με την ονομασία προέλευσης “πλαγιές ροδανού” πιο χαμηλά δηλαδή στο γαλλικό σύστημα αξιολόγησης οίνων. Λίγο παράδοξο αφού στα υψόμετρα αυτά πετυχαίνουμε πιο ισορροπημένη ωρίμανση, διατηρώντας πάντα πολύ καλές οξύτητες. Ίσως όταν οργανώθηκε η ιεράρχηση της παραγωγής να υπήρχαν άλλα δεδομένα και δεν έχουν ληφθεί υπόψη οι σημερινές κλιματικές συνθήκες της περιοχής.
Μετά από αρκετή ώρα στα αμπέλια, επιστρέψαμε στο οινοποιείο για να περάσουμε στις δοκιμές αρχικά από δεξαμενές και μετά από την φιάλη. Μάλλον είναι περιττό να αναφέρω πως οι οινοποίηση γίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να υπάρχει ελάχιστη προσθήκη θειώδη ανυδρίτη και μόνο στο τέλος αυτής ή ακριβώς πριν την εμφιάλωση. Η αλήθεια είναι πως στις δοκιμές ψιλο-απογοητεύτηκα αφού τα υψηλά επίπεδα αλκοόλ (14 έως 17%) σε όλα όσα δοκιμάσαμε ήταν πολύ κουραστικά και τα κρασιά δυσκολεύονταν να εκφραστούν. Οι τανίνες πάλι ήταν πολύ έντονες και φαινόταν καθαρά πως έλειπε μία δόση φρεσκάδας ώστε να ισορροπήσει λίγο την κατάσταση.Στις δοκιμές από μπουκάλι δεν κατάλαβα και πολλά πράγματα γιατί οι γευστικοί μου αισθητήρες είχαν χάσει την μάχη με το αλκοόλ και τις ορδές τανινών που τους στέγνωναν επί ώρες. Τα 'χει αυτά ο Νότιος Ροδανός. Αρκεί να ρίξει κανείς μία ματιά στις ετικέτες για να καταλάβει πως ένα κρασί με λιγότερο από 13,5% αλκοόλ από την περιοχή αυτήν αποτελεί εύρημα! Θα πρέπει να είναι κανείς συνηθισμένος να δοκιμάζει τέτοιου τύπου κρασιά σε νεαρές ηλικίες για να βγάλει καλύτερα συμπεράσματα. Εμείς μέχρι τότε θα ψάχνουμε παλιότερες εσοδείες και θα τις συνοδεύουμε με πιάτα που μπορούν να τιθασεύσουν την δύναμη των κρασιών αυτών ώστε να μπορούμε να τα απολαύσουμε καλύτερα.
Δυστυχώς περάσαμε όλο μας το απόγευμα στην Ferme Saint Martin και αναγκαστήκαμε να ακυρώσουμε το τελευταίο μας ραντεβού γιατί δεν υπήρχε χρόνος.
Όπως και να 'χει πάντως ήταν μία πολύ καλή εμπειρία και σίγουρα ένα ακόμη πέρασμα κάποια στιγμή στο μέλλον θα βοηθήσει να έχουμε μία ακόμη καλύτερη εικόνα για την περιοχή αυτήν.

Παρασκευή 24 Απριλίου 2009

Cornas - Thierry Allemand

Λίγες μέρες προτού αφήσω οριστικά την ανατολική Γαλλία, ήταν απαραίτητα μερικά ταξιδάκια για να δω μερικούς καλούς φίλους και να πιούμε μερικά καλά κρασάκια. Έτσι, μερικές μέρες στον βόρειο Ροδανό δε θα μπορούσαν να λείψουν απ'το πρόγραμμα!
Το σαββατοκύριακο πέρασε με μερικές βόλτες στα θαυμαστά αμπελοτόπια του Cornas, του Saint Peray, του Crozes-Hermitage και φυσικά του Hermitage, τις αντίστοιχες κρασοκατανύξεις και ατέλειωτες συζητήσεις γύρω από το κρασί. Δεν παραλείψαμε επίσης να παίξουμε και την οινική έκδοση του trivial pursuit (edition des vins) όπου ο γράφων με μπόλικη δόση τύχης κατάφερε να θριαμβεύσει!
Την δευτέρα το πρωί έχοντας αρκετό χρόνο πριν πάρουμε το τρένο για την επιστροφή αποφασίσαμε πως θα ήταν κρίμα να αφήναμε την περιοχή χωρίς να επισκεφτούμε κάποιον οινοπαραγωγό. Μετά από αρκετό ψάξιμο καταφέραμε να βρούμε την οικία του Thierry Allemand, ενός από τους σημαντικότερους παραγωγούς της περιοχής. Με 50 μόνο στρέμματα και το σύνολο της παραγωγής να εξαφανίζεται λίγες μέρες μετά την κυκλοφορία του (75% εξάγεται), οι πόρτες ου οινοποιείου ανοίγουν πολύ σπάνια για περαστικούς οινόφιλους. Πήραμε λοιπόν το θάρρος να τους χτυπήσουμε την πόρτα και αφού εξηγήσαμε ποιοι είμαστε, ζητήσαμε αν υπάρχει δυνατότητα ξενάγησης και δοκιμής. Οι οικογένεια Allemand αποδείχθηκε παραπάνω από φιλόξενη και σε λίγη ώρα βρεθήκαμε να ακολουθούμε τον πατέρα του Thierry στον δρόμο προς τα αμπέλια. Εκεί συναντήσαμε τον ίδιο τον παραγωγό που μας έδειξε ένα ένα όλα του τα αμπελοτεμάχια εξηγώντας μας με κάθε λεπτομέρεια τον τρόπο καλλιέργειας και τα χαρακτηριστικά του εδάφους. Η φιλοσοφία τείνει προς την βιολογική καλλιέργεια αλλά δεν υπάρχει πιστοποίηση αφού σε 15 στρέμματα γίνεται κάποιες χρονιές ένας ψεκασμός χημικού ζιζανιοκτόνου. Απόλυτα δικαιολογημένη κίνηση αν αναλογιστεί κανείς τις απίστευτες κλίσεις που κάνουν αδύνατη την μηχανοποίηση και το απαγορευτικό κόστος της χειρωνακτικής εργασίας για το τσάπισμα. Παρόλα αυτά όμως τα υπόλοιπα 35 στρέμματα δουλεύονται εξολοκλήρου χειρωνακτικά και αυτό απαιτεί μία ομάδα 12 εργατών από τον Μάιο μέχρι τον Αύγουστο! Ένας εργάτης για τρία στρέμματα δηλαδή την στιγμή που ο μέσος όρος είναι ένας για δώδεκα! Αυτό όμως εξασφαλίζει άριστη ποιότητα αφού αποφεύγεται η σύμπτυξη του εδάφους από το βάρος τον μηχανημάτων.Στην συνέχεια ανεβήκαμε στο οινοποιείο όπου μιλήσαμε για την διαδικασία παραγωγής και κάναμε μία κάθετη δοκιμή της σοδειάς του 2008 και του 2007. Τα σταφύλια μόλις τρυγηθούν μπαίνουν απευθείας σε ξύλινες δεξαμενές χωρίς να σπάζονται και χωρίς να αποχωρίζονται από τις ράγες. Μετά από λίγες μέρες και αφού η ζύμωση έχει ξεκινήσει στο εσωτερικό της ρόγας, γίνεται πάτημα με τα πόδια. Από εκεί ο χυμός κατεβαίνει με την δύναμη της βαρύτητας στα βαρέλια και παραμένει εκεί για δύο χρόνια. Πριν την εμφιάλωση, η οποία γίνεται σε διαφορετικές παρτίδες τα βαρέλια συγκεντρώνονται σε μία δεξαμενή όπου παίρνεται δείγμα και αποφασίζεται αν θα γίνει θείωση του κρασιού ή όχι. Ακόμη όμως και στην περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο, η προσθήκη του θειώδους ανυδρίτη δεν ξεπερνάει ποτέ τα 10mg ανά λίτρο!
Τα κρασιά από το βαρέλι και ειδικότερα αυτά του '07 που ήταν πιο έτοιμα είχαν έναν μοναδικό συνδυασμό φρούτου που προέρχονταν από τον τύπο της οινοποίησης και μεταλλικότητας από τον γρανίτη που κυριαρχεί στα εδάφη του Cornas. Από μπουκάλι δοκιμάσαμε τις δύο διαφορετικές εμφιαλώσεις του οινοποιείου που μόλις είχαν μπει στην φιάλη. Το στιβαρό αλλά πάντα φινετσάτο και ευχάριστο Chaillot από νεαρά αμπέλια σε γρανίτη με ένα μικρό ποσοστό αργίλου και το απίστευτα μεταλλικό Reynards από παλιά αμπέλια φυτεμένα αποκλειστικά σε γρανίτη. Τελειώσαμε την δοκιμή με ένα Chaillot του 2000 που ήταν άριστα διατηρημένο και αποδείκνυε πως το θείο τελικά ίσως να μην είναι και τόσο απαραίτητο. Παρεμπιπτόντως, όταν κατεβήκαμε στην προσωπική κάβα του Thierry Allemand παρατήρησα πως είχε πολλές φιάλες του Pierre Overnoy (βλ. Ανατρέποντας κάθε κανόνα). Μου εξήγησε λοιπόν πως αυτή η σπάνια προσωπικότητα, ήταν που του έμαθε να οινοποιεί μεγάλα κρασιά χωρίς την χρήση θειώδη ανυδρίτη, όπως επίσης και πολλά άλλα γύρω από την φροντίδα του κρασιού και του αμπελιού.

Αφήνοντας τον Ροδανό αναρωτιόμουν πότε θα είναι η επόμενη φορά που θα επισκεφτώ τα μεγαλειώδες αυτό τοπίο με τους εντυπωσιακούς αμπελώνες και τι πρόκειται να ανακαλύψω και πάλι. Μέχρι τότε θα τον επισκέπτομαι νοητά κάθε φορά που μία καλή Syrah γεμίζει το ποτήρι μου!

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2008

Αμπελοοινικές περιπέτειες στις πλαγιές του Ροδανού! Μέρος 1ο

Η περασμένη βδομάδα ήτανε η τελευταία εβδομάδα οινοποιήσεων για εμάς στο Domaine Giboulot. Τελειώνοντας, την πέμπτη το απόγευμα, δεν έχασα καθόλου χρόνο. Ετοιμάστηκα στα γρήγορα και πήρα το πρώτο τραίνο που έφευγε για Λυών. Από εκεί, έφτασα στην Βαλάνς όπου συνάντησα τον περσινό μου συμμαθητή Remy που μου είχε δώσει το ελεύθερο να τον επισκεφθώ όποτε θελήσω!
Την παρασκευή το πρωι, μετά από ένα αρχοντικό 9άωρο ύπνου, ξεκινήσαμε την μέρα μας δοκιμάζοντας τα φετινά λευκά του Ρεμύ από Marsanne. Είναι η πρώτη οινοποίηση που κάνει και δυστυχώς γι' αυτόν ξεκίνησε σε μία από τις πιο δύσκολες χρονιές. Παρόλα αυτά όμως και τα 3 βαρέλια που δοκιμάσαμε έδειχναν πως θα εξελιχθούν πολύ καλά στην συνέχεια και θα δώσουν ενδιαφέροντα κρασιά. To μεσημέρι μετά το φαγητό κατηφορίσαμε νότια για να θαυμάσουμε τα απίστευτα τοπία που δημιουργούν οι παραπόταμοι του Ροδανού σχίζοντας τα βουνά του Massife centrale.

Στην συνέχεια επισκεφθήκαμε την συνεταιριστική κάβα της περιοχής όπου και δοκιμάσαμε τις 10 αντιπροσωπευτικότερες ετικέτες τους. Χωρίς να περιμένουμε μεγάλα πράγματα από ένα συνεταιριστικό οινοποιείο βρήκαμε τα λευκά τους τελείως αδιάφορα, ενώ από τα κόκκινα μόνο 2 κατάφεραν να σώσουν κάπως την κατάσταση. Το πρώτο από αυτά ήτανε ένα Pinot Noir πολύ διαφορετικό από αυτά τις Βουργουνδίας, ευκολόπιοτο φρουτώδες και πολύ εκφραστικό με μόνο μειονέκτημα το έντονο βαρέλι. Το δεύτερο ήτανε και αιτία για την οποία επισκεφθήκαμε την συγκεκριμένη κάβα. Ένα κόκκινο από Chatus, μία σπάνια ερυθρή ποικιλία που αναφέρεται ακόμη και στην καταγραφή του Γαλλικού αμπελώνα τον 16ο αιώνα. Απ' όσο ψάξαμε κανένα οινοποιείο δεν εμφιαλώνει 100%Chatus παρά μόνο ο συνεταιρισμός. Ένα κρασί που θύμιζε πολύ Syrah αλλά με λιγότερο θερμό στόμα και κάπως πιο φινετσάτο. Το αρνητικό του είναι πως έχει πάρα πολύ μικρή επίγευση και τελειώνει πολύ απότομα. Πιστεύω πως θα μπορούσε να δώσει καλά αποτελέσματα σε χαρμάνι με το Grenache και όχι με το Syrah με το οποίο χαρμανιάζεται συνήθως αφού ο χαρακτήρας τους είναι πανομοιότυπος. Για το τέλος δοκιμάσαμε ένα αφρώδες ροζέ που ήτανε πνιγμένο στον θειώδη ανυδρίτη και λίγο έλειψε να μας στείλει σπίτι με βαρύ πονοκέφαλο αλλά και ένα γλυκό Viogner που μπορώ να πω πως δεν ήτανε καθόλου άσχημο.
Το Σάββατο το πρωί βρεθήκαμε στο Domaine de la Montmalle, την πρώην κατοικία ενός δούκα που έμεινε εγκαταλελειμμένη για πολύ καιρό και το 2004 βρήκε 2 αγοραστές που αποφάσισαν να αξιοποιήσουν τους αμπελώνες της. Καλλιεργώντας λοιπόν τις ήδη υπάρχουσες ποικιλίες Aramon, Carignan και Syrah, στην Montmalle παράγονται σήμερα 3 διαφορετικές ετικέτες. Το ροζέ από το Aramon ήταν ανέκφραστο και πλαδαρό χωρίς κανένα ενδιαφέρον. Ας μην ξεχνάμε πως το Aramon είναι μία πολύ παραγωγική ποικιλία που φυτεύτηκε στην Γαλλία μετά την φυλλοξήρα για να καλυφθεί γρήγορα το μεγάλο κενό που είχε δημιουργηθεί στην παραγωγή. Ευτυχώς γι' αυτούς, σκοπεύουν να το ξηλώσουν μόλις έχουν την οικονομική δυνατότητα. Το χαρμάνι Carignan-Syrah στέκονταν κάπως καλύτερα αφού είχε καλή δομή και ωραία οξύτητα, χωρίς όμως και αυτό να είναι ιδιαίτερα εκφραστικό. Το Syrah τους δεν διέφερε πολύ από το χαρμάνι αν και ήταν κάπως πιο γενναιόδωρο σε αρώματα. Δοκιμάζοντας όμως απευθείας από τις δεξαμενές οινοποίησης φάνηκε καθαρά πως για το μέτριο επίπεδο ποιότητας ευθύνεται η έλλειψη εξοπλισμού και η έλλειψη χώρων συντήρησης μετά την οινοποίηση. Το Syrah ήταν εξαιρετικό, με πολύ ωραία οξύτητα, πλούσιο στόμα και μακρά επίγευση ενώ το Carignan έρχονταν λίγο πιο άγριο αλλά εάν κάνει την μηλογαλακτική του όπως πρέπει έχει σπουδαίο μέλλον! Θα ήθελα πάρα πολύ να ξαναπεράσω από το Domaine de la Montmalle κάποια στιγμή στο μέλλον για να δω πως θα έχει αξιοποιηθεί η φανταστική αυτή κατοικία και φυσικά για να δοκιμάσω τα κρασιά τους όταν θα υπάρχουν τα μέσα και η εμπειρία αφού οι άνθρωποι που έχουν αναλάβει αγαπούν πάρα πολύ αυτό που κάνουν και είναι σίγουρο πως κάποια στιγμή θα πετύχουν.
Το απόγευμα της ίδιας ημέρας ακολουθούσε μία γευσιγνωσία για την οποία είχαμε θέσει τα στάνταρ μας πολύ ψηλά. Εδώ δεν υπήρχε η δικαιολογία των υψηλών αποδόσεων της συνεταιριστικής κάβας ούτε η δικαιολογία της έλλειψης εμπειρίας και εξοπλισμού. Υπήρχε ένα όνομα που όφειλε να μας αποδείξει γιατί συγκαταλέγεται μεταξύ των κορυφαίων παραγωγών παγκοσμίως. Αναφέρομαι φυσικά στο κορυφαίο όνομα της κοιλάδας του ροδανού, τον Michel Chapoutier. Σε βιοδυναμική καλλιέργεια από το 1991 και με οινοποιεία σε Αυστραλία, Ροδανό και Ρουσιγιόν* ο οίκος Chapoutier παράγει σήμερα 60 περίπου ετικέτες από 34 διαφορετικούς αμπελώνες. Η πρώτη μου επαφή με τα κρασιά του οίκου ήτανε τον περασμένο Γενάρη στο σαλόνι κρασιών του Αμπουις. Τολμώ να πω πως τότε δεν ενθουσιάστηκα και ιδιαίτερα αφού τα κρασιά που δοκίμασα ήτανε αψεγάδιαστα οινολογικά αλλά δεν είχανε τίποτα παραπάνω να μου προσφέρουν. Αυτό συνέβη γιατί αυτά που δοκιμάσαμε τότε ήτανε κρασιά από τις γκάμες tradition και decouverte που γίνονται από αγορασμένα σταφύλια συμβατικής καλλιέργειας και κοστολογούνται γύρω στα 10€. Η ίδια ακριβώς εντύπωση μου δημιουργήθηκε και το περασμένο Σάββατο δοκιμάζοντας τα πρώτα 2 κρασιά από την γκάμα tradition και για τον λόγο αυτόν ζητήσαμε να περάσουμε κατευθείαν στις γκάμες prestige και fac & spera που γίνονται με τα σταφύλια που παράγονται από τον ίδιο τον οίκο σε Βιοδυναμική καλλιέργεια. Από την γκάμα prestige δοκιμάσαμε την Chante Alouette, ένα λευκό Hermitage του 2006 και Les Arenes ένα κόκκινο Cornas του 2006 που είναι και το μόνο συμβατικό της γκάμας αυτής. Πιο εκφραστικά, με πιο γεμάτο στόμα και καλύτερη δομή τα κρασιά αυτά έδειχναν πως υπάρχει διαφορά επιπέδου ποιότητας με αυτά της προηγούμενης γκάμας αλλά δεν κατάφερναν να υπερασπιστούν την υπογραφή που φέρουν στην ετικέτα τους. Το Cornas μάλιστα είχε αρκετά αιχμηρές τανίνες και μικρή επίγευση και δεν μας πολυενθουσίασε. Έτσι λοιπόν, ο νεαρός που μας σερβίριζε αποφάσισε να μας δείξει τι εστί Chapoutier και ετοίμασε το "βαρύ πυροβολικό". Γκάμα Fac & Spera λοιπόν και Ermitage**, η αφρόκρεμα του οίκου και 3 φιάλες που μαζί ξεπερνούν τα 450€ κόστος αγοράς! Το λευκό De l'Orée και τα κόκκινα Pavillon και Ermite κατάφεραν να ξεπεράσουν κάθε προσδοκία και συνεπαρμένοι από το μεγαλείο τους δεν βρίσκαμε λέξεις να τα περιγράψουμε. Κρασιά με φοβερή δύναμη, πληθωρικά αρώματα, με εξαιρετική μεταλλικότητα που χάριζε δροσιά στο γεμάτο στόμα τους, με εξαιρετική δομή και πολύ μακρά επίγευση επιβεβαίωναν την φήμη του οίκου που τα παράγει. Σίγουρα όμως είναι πολύ νεαρά ακόμη αφού είναι οίνοι που μπορούν να παλιώσουν για πολλά χρόνια και το ιδανικό θα είναι να αρχίσουν να καταναλώνονται σε 10 χρόνια από τώρα! Αν είχα ένα χιλιάρικο στην άκρη ίσως είχα πάρει ένα εξαράκι! Κρίμα που τέτοια μεγάλα κρασιά είναι τόσο δυσπρόσιτα στους περισσότερους φίλους του κρασιού. Στεναχωριέμαι όταν σκέφτομαι πως τα καλύτερα κρασιά πίνονται από επιδειξιομανής λεφτάδες που συχνά δεν έχουν καμία ιδέα και σεβασμό για αυτό που έχουν στο ποτήρι τους ενώ την ίδια στιγμή οι περισσότεροι πραγματικοί φίλοι του κρασιού αρκούνται σε απλές δοκιμές μεγάλων κρασιών μία στο τόσο ή ακόμη χειρότερα αρκούνται στο να αναστενάζουν βλέποντας τα στις βιτρίνες ή διαβάζοντας άρθρα για αυτά! Εκδικούμαστε όμως ζώντας την μαγεία που προσφέρει το να αναζητά κανείς μικρά άγνωστα οινοποιεία και να ανακαλύπτει μεγάλα κρασιά σε προσιτές τιμές...
Το σάββατο έκλεισε σε έναν παλιό μου φίλο με δείπνο συνοδευόμενο από διάφορες ετικέτες από περιοχές εκτός ροδανού για να σπάσουμε λίγο την μονοτονία!
2 μέρες με πολλές καινούργιες εμπειρίες είχανε ήδη παρέλθει και ακολουθούσαν άλλες 2 μέρες υψηλού γαστρονομικού και αμπελοοινικού ενδιαφέροντος...


*Roussillon: Περιοχή στην νοτιοδυτική Γαλλία από την πλευρά της μεσογείου, νοτιότερα του Montpellier με γνωστότερες αμελουργικές περιοχές τα Banyuls, Rivesaltes και Côtes de Roussillon.
**Ermitage ή Hermitage: Δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ των 2 απλά ο M.Chapoutier γράφει Ermitage στα κρασιά της υψηλής του γκάμας για να τα ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα Hermitage.