Πέμπτη 21 Ιουλίου 2011

Στα wine-bars της Νέας Υόρκης

Στα τέλη Ιουνίου βρέθηκα για μία εβδομάδα στην Νέα Υόρκη με αφορμή την εκδήλωση για το Ξινόμαυρο της Νάουσας. Παρόλο που δεν ήταν η πρώτη μου επίσκεψη στην μητρόπολη του δυτικού κόσμου, την πρώτη μου ελεύθερη μέρα την πέρασα σαν κλασσικότατος τουρίστας με επισκέψεις στο μουσείο φυσικής ιστορίας και μία βόλτα στο σέντραλ παρκ.

Γρήγορα όμως, και χάρη στα επαγγελματικά ραντεβού που είχαμε κλείσει, άρχισα να ανακαλύπτω ένα άλλο υπέροχο "αξιοθέατο" της Νέας Υόρκης. Τα μικρά αλλά υπέροχα wine bars που με έκαναν να ξεχάσω οτιδήποτε άλλο είχα κατά νου και να ξοδέψω τις υπόλοιπες μέρες μου περνώντας ώρες ατελείωτες σε κάθε ένα από αυτά!

Πρώτο και πιο αυθεντικό το "Ten Bells", με το απαραίτητο στριμωξίδι να το κάνει ζεστό και φιλικό και τους δύο μεγάλους πίνακες να γράφουν μόνο για "φυσικά" κρασιά. Από τον Laureano Serres μέχρι τον Bruno Duchene φιάλες όλων των τρελών και παλαβών "εναλλακτικών" φιγουράριζαν στις λίστες και τα ράφια του μπαρ!

To "Ten Bells"
Για ξεκίνημα δοκιμάσαμε ένα Cheverney του Domaine Tessier που ήταν ευχάριστο και με αρκετά δροσιστική οξύτητα. Αν είχαμε φτάσει και δέκα λεπτά νωρίτερα θα προλαβαίναμε και την "Oyster's Happy Hour" και θα απολαμβάναμε το κρασί μας με ωμά όστρακα από δύο διαφορετικές περιοχές με ένα δολάριο το κομμάτι. Δεν περίμενα ποτέ πως θα συναντούσα happy hour για στρείδια αλλά απ'ότι φαίνεται στην Νέα Υόρκη μπορείς να συναντήσεις τα πάντα!

Το μοναδικό μειονέκτημα είναι πως λόγω της πολυκοσμίας δεν προλαβαίνει κανείς να μιλήσει με τους bar-tenders οι οποίοι είναι μόνιμα απασχολημένοι με το να σερβίρουν το ένα ποτήρι πίσω από το άλλο και έτσι είναι δύσκολο να πάρει κανείς πληροφορίες για τα κρασιά της λίστας που του είναι άγνωστα.

Cheers Josh!
Επόμενος σταθμός μας το Blue Ribbon που αποτελεί μέρος της ομώνυμης αλυσίδας εστιατορίων. Ένα μικρό μπαρ που χωράει το πολύ είκοσι άτομα αλλά έχει εκπληκτική λίστα κρασιών -μεταξύ αυτών και Παλιοκαλιά- και εξειδικευμένο προσωπικό. Επίσης διαθέτει καταπληκτική κουζίνα με μεζέδες που συνδυάζονται καταπληκτικά με τα κρασιά της λίστας.

Εκεί, μεταξύ άλλων, ήπιαμε ένα εξαιρετικό Nebbiolo Langhe του '08 από την Cascina Ca'Rossa, τανικό και νευρώδες με ζωικές νότες, όσο ακριβώς χρειάζονταν για να του δώσουν την απαιτούμενη πολυπλοκότητα. Σε συνδυασμό με τα "καναπεδάκια" με μοσχαρίσια γλώσσα ήταν το κάτι άλλο!
Πάρα πολύ καλό και το λευκό Savennieres "Roches aux moines" του '92 από το Domaine aux Moines με φοβερά αρώματα τσαγιού και άλλων βοτάνων και νότες από κερί μέλισσας. Το στόμα ήταν γεμάτο και σαρκώδες αλλά παράλληλα είχε και μία υπέροχη δροσιστική οξύτητα. Ένα μεγάλο Chenin Blanc από μία σπάνια ονομασία προέλευσης και ένα ξακουστό Domaine που δεν απογοήτευσε τις προσδοκίες μας και ήταν πολύ καλός συνδυασμός με το μεζέ με βάση την καβουρόψυχα που μας προσέφεραν τα παιδιά του μπαρ.

To "Blue Ribbon"
Η έκπληξη της βραδιάς ήταν όμως μία "Αμερικανίδα" Roussane από τον αμπελώνα "Tablas Creek" ο οποίος συνεργάζεται με το φημισμένο Domaine de Beaucastel και εξειδικεύεται σε ποικιλίες του Ροδανού. Υπέροχη φρεσκάδα, νότες αχλαδιού πλεγμένες όμορφα με μελένια αρώματα, πολύ ισορροπημένο στόμα και ατέλειωτη διάρκεια. Να λοιπόν που και το Paso Robles έχει terroir για Roussane που μπορεί να μεγαλουργήσει!

Τρίτο και καλύτερο το μπαρ "terroir" στην περιοχή Tribeca. Το τέρουαρ είναι ένα μεγάλο "σχολείο" του κρασιού σε μία πολύ όμορφη περιοχή του Μανχάταν. Ο κατάλογος του είναι 66 σελίδες και ανανεώνεται κάθε μήνα. Το φετινό καλοκαίρι είναι Summer of Riesling και μπορεί κανείς να μάθει τα πάντα για την ποικιλία αυτήν ενώ απολαμβάνει το κρασάκι του στο μπαρ, να συμμετάσχει σε μίνι κρουαζιέρες και άλλες εκδηλώσεις με συνοδεία κρασιών της Γερμανικής ποικιλίας και να παρακολουθήσει σεμινάρια σχετικά με την ιστορία της, τις περιοχές καλλιέργειάς της, τους μάστερς του Riesling και πολλά άλλα θέματα.

Επίσης, κατά το διάστημα αυτό οι ετικέτες από Riesling καταλαμβάνουν πάνω από τον μισό κατάλογο ενώ υπάρχουν σπάνιες σοδειές και παραγωγοί τους οποίους βρίσκει κανείς κατά αποκλειστικότητα. Ενδιάμεσα, στον κατάλογο βρίσκει κανείς πάρα πολλές πληροφορίες για την ποικιλία ενώ ο Χάρυ Πότερ και οι υπόλοιποι ήρωες της ταινίας για την οποία γίνεται πανζουρλισμός αυτή την στιγμή στις Η.Π.Α., φιγουράρουν που και που με μπλουζάκια "summer of riesling" και από κάτω εξηγούνται οι λόγοι για τους οποίους ο κάθε ένας από τους ήρωες χρειάζεται να πιει riesling φέτος το καλοκαίρι.

Κορυφάιο είναι το σχόλιο στον κακό της ταινίας "Lord Voldemort" ο οποίος χρειάζεται να πιει λίγο Riesling για να ξεπεράσει τον καημό που δεν θα καταφέρει να κερδίσει την αθανασία και συνεχίζει:
"...Και όμως υπάρχουν χειρότερο πράγματα από τον θάνατο
-Να πίνεις Chardonnay (μάλλον εννοεί εκτός Βουργουνδίας!)
-Να ζεις στο Μιλγουόκι
-Να είσαι υπουργός οικονομικών της Ελλάδος..."


Εγώ όμως δεν υπέκυψα στην προπαγάνδα του μικρού μάγου και πήρα κόκκινο. Ένα ανάλαφρο αλλά με πικάντικη αίσθηση Nebbiolo από την Valtellina, ένα Grolleau από τον λίγηρα με πολύ χαρακτηριστικό άρωμα μάυρης ελιάς και ένα Pinot Noir από το γειτονικό Finger Lakes. Το τελευταίο μάλιστα με ενθουσίασε αφού είχα ακούσει αρκετά για την περιοχή αυτήν έξω από την Νέα Υόρκη αλλά δεν περίμενα πως θα έπινα ένα τόσο αέρινο και φρουτώδες Πινό από περιοχή εκτός Βορυργουνδίας. Σε συνδυασμό με την Roussane που είχα πιει την προηγούμενη ημέρα άλλαξε τελείως την άποψη μου για τα αμερικάνικα κρασιά και γι'αυτό προτού φύγω από την πόλη εφοδιάστηκα με μερικές φιάλες "ντόπιο" προϊόν.

Terroir's wine list
Όλα τα παραπάνω συνοδεύτηκαν από ένα κρεμώδες αγελαδινό τυρί παραγόμενο σε μία φάρμα στην περιοχή της Νέας Υόρκης. Δυνατούτσικο αρωματικά και όσο παχύ χρειάζονταν, ήταν ότι έπρεπε για να δένει με την καλή οξύτητα όλων των παραπάνω και να αντισταθμίζει τις τανίνες τους.

Όλες αυτές οι επιλογές ήταν προτάσεις του μπαρμαν στον οποίο εξήγησα με λίγα λόγια τις διαθέσεις μου και τα κρασιά που προτιμώ και έκανε ο ίδιος της επιλογές για μένα αφού βεβαίως δοκίμαζα προτού με σερβίρει. Πέραν τούτου και παρά το γεγονός πως είχε αρκετό κόσμο, μου έδινε όσες πιο πολλές πληροφορίες μπορούσε πάνω σε αυτά που δοκιμάζαμε. Συζητήσαμε επίσης αρκετά θέματα περί κρασιού και το εντυπωσιακό είναι πως δεν σταματούσε ποτέ να κινείται αφού έκανε το ίδιο και με όλους τους υπόλοιπους που κάθονταν γύρω από το μπαρ. Η φοβερή του οινική παιδεία και το πάθος για αυτό που κάνει αντανακλά την όλη φιλοσοφία του μαγαζιού και το πόσο ζεστά έχουν πάρει αυτό που κάνουν.

Κλείνοντας, να αναφέρω πως στην λίστα κρασιών τους υπάρχουν πέντε ελληνικά κρασιά εκ των οποίων τα τέσσερα είναι Ξινόμαυρα! Για την συγκεκριμένη ποικιλία γίνεται εκτενής αναφορά, πάντα με το χιούμορ που χαρακτηρίζει το μαγαζί και μάλιστα δύο εξ αυτών, η Ράμνιστα και ο Παλιοκαλιάς του 2007 σερβίρονται και σε ποτήρι!

Στην χώρα μας, την στιγμή που γράφω αυτές τις γραμμές, τα καθαρά wine-bars είναι μετρημένα στα δάχτυλα. Σε πείσμα όμως των δύσκολων καιρών όλο και περισσότεροι παθιασμένοι οινολάτρες -και όχι στυγνοί επαγγελματίες που απλά κανουν copy-paste την λίστα που τους πλασάρει ο διανομέας- δημιουργούν ή έχουν κάνει προχωρημένα σχέδια να δημιουργήσουν έναν δικό τους χώρο που θα ικανοποιεί τα γούστα και του πιο απαιτητικού οινόφιλου και θα μας κάνει να σβήνουμε γρήγορα την νοσταλγία μας για τα εκπληκτικά wine-bars της Νέας Υόρκης. Τα περιμένουμε με ανυπομονησία...

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2011

Το Ξινόμαυρο της Ναόυσας στην Νέα Υόρκη

Εκδήλωση για το ξινόμαυρο πραγματοποίησε η Naoussawines στην Νέα Υόρκη την τελευταία ημέρα του Ιουνίου. Συμμετείχαν συνολικά δώδεκα οινοποιεία και μεταξύ αυτών τα πέντε έστειλαν αντιπροσώπους οι οποίοι παρευρέθησαν στην διοργάνωση.

Το στήσιμο του όλου εγχειρήματος έγινε από τις εταιρίες "Novacert" και "Oικονομοτεχνική" που τρέχουν το πρόγραμμα εξαγωγών σε τρίτες χώρες για τα κρασιά της Νάουσας. Σημαντικότατη επίσης και η βοήθεια του Marcus Stolz o οποίος στηρίζει αδιάκοπα και με όλες του τις δυνάμεις το ελληνικό κρασί στο εξωτερικό.

Συμμετείχαν επίσης εισαγωγείς, διανομείς και δημοσιογράφοι οίνου οι οποίοι έμειναν ενθουσιασμένοι από την ποιότητα των κρασιών και τις μεγάλες δυνατότητες της ποικιλίας.
Για το Ξινόμαυρο μίλησε ο πρόεδρος του αμπελουργικού συνεταιρισμού Βαένι Κος Φουντούλης, ο Marcus Stolz και ο αντιπρόσωπος της Novacert Γιάννης Στεργίου.

 Η ομιλία που ξεχώρισε όμως ήταν αυτή του Michael Madrigale, του διακεκριμένου sommelier του Bar Boulud ο οποίος τόνισε την σημασία του να στηρίξουμε την ποικιλία και να την φτάσουμε εκεί που της αξίζει. Ανέφερε επίσης πως τέτοια κρασιά έχουν πίσω τους πάνω από χίλια χρόνια ιστορία και αυτή είναι και η διαφορά τους με αυτά του νέου κόσμου. Δεν υπήρξαν απλά και μόνο επειδή βρήκαμε ένα ακαλλιέργητο μέρος, βάλαμε δυο τρεις κλώνους και προσλάβαμε έναν οινολόγο να μας φτιάξει αυτό που ζητάει η αγορά. Είναι κρασιά παράδοσης με μεγάλη ιστορία και για αυτό νιώθει έντονα πως είναι κρασιά ξεχωριστά που μπορούν να πρωταγωνιστήσουν. Απόδειξη αυτού είναι πως στο Bar Boulud υπάρχουν πάνω από πέντε ετικέτες ξινόμαυρο από την Νάουσα και σκοπέυει να τις αυξήσει αν βρει κάτι ενδιαφέρον σε παλαιότερες εσοδείες.
Στο γεύμα που ακολούθησε την παρουσίαση και τις ομιλίες οι παρευρισκόμενοι είχαν την ευκαιρία να δοκιμάσουν τα ξινόμαυρα συνοδεία φαγητού και να συνομιλήσουν με τους οινοπαραγωγούς που βρέθηκαν στην εκδήλωση.

Άρθρα με αναφορά στο γεγονός αυτό γράφτηκαν από τον Marcus Stolz με τίτλο "Xinomavro Wines of tradition and soul" και την Αμερικανίδα δημοσιογράφου οίνου Viviane Bauquet Farre με τίτλο "Xinomavro, the noble black grape of Greece: A tasting at Bar Boulud".

Η επόμενη εκδήλωση για το Ξινόμαυρο αναμένεται να γίνει στην Ρωσία το φθινόπωρο ενώ στην Αμερική θα επιστρέψει την Άνοιξη με προορισμό αυτήν την φορά το Σικάγο ή το Σαν Φρανσίσκο...



Η τελευταία φωτογραφία είναι από το άρθρο της Viviane Bauquet Farre στο Food & Style

Σάββατο 25 Ιουνίου 2011

Φτάνοντας στο τέλος...

Σκασμένοι από το μεσημεριανό φαγητό και κουρασμένοι από τις διαδρομές με το αυτοκίνητο φτάσαμε σε έναν ανηφορικό δασικό δρόμο που μας οδήγησε στον επόμενο προορισμό μας.
Πάνω σε έναν μεγάλο λόφο εκεί που τελείωνε το δάσος άρχιζαν οι αμπελώνες του επόμενου κτήματος. Στον ίδιο χώρο ήταν κτισμένο και το οινοποιείο με τρόπο διακριτικό και εναρμονισμένο με το περιβάλλον γύρω του. Το μεγαλύτερο μέρος του ήταν θαμμένο στην γη και μόλις ένα μικρό κομμάτι ξεπρόβαλε στην επιφάνεια. Εσωτερικά τα πάντα ήταν καινούρια και τεράστιοι πίνακες απεικόνιζαν σκηνές από θεατρικό έργο με αναφορές στο κρασί.

Ξεκινήσαμε τις δοκιμές με ένα αφρώδες που ήταν ότι έπρεπε για να ξεκουράσει λίγο το στόμα μας με τις ήπιες φυσαλίδες του και να μας δροσίσει με την οξύτητά του. Η συνέχεια όμως ήταν απογοητευτική. Κρασιά άκρως τεχνολογικά, υπερβολικά έντονα, κουραστικά, χωρίς ταυτότητα, με αρώματα που θυμίζουν καινούριο αυτοκίνητο και σου φέρνουν ζαλάδα. Χρησιμοποιούσα την κούραση ως δικαιολογία για το ότι δεν έλεγα τίποτα και προσπαθούσα να αποφύγω να μου ερωτηθεί η γνώμη μου για να μην αναγκαστώ να πω ψέματα.

Αναρωτιέμαι γιατί υπάρχουν ακόμη μικρά οινοποιεία που συνεχίζουν να φτιάχνουν τέτοια κρασιά. Είναι σαν να προσπαθεί κάποιος να ανταγωνιστεί την κόκα κόλα με ένα προϊόν σχεδόν όμοιο και χωρίς μάλιστα να μπορεί να το προσφέρει φθηνότερα. Πόσο μακριά μπορεί να φτάσει;

Η ξενάγηση στο οινοποιείο που έγινε μετά τις δοκιμές επιβεβαίωσε αυτό που περίμενα και αυτό για το οποίο έχω γράψει ουκ ολίγες φορές. Τα πάντα ήταν τελευταίας τεχνολογίας και τα περισσότερα μηχανήματα ήταν προορισμένα στην διασφάλιση της προστασίας του προϊόντος από οξειδώσεις και άλλες αλλοιώσεις. Υπήρχαν ακόμη και μηχανήματα τα οποία μέχρι τώρα αγνοούσα την ύπαρξη τους. Μόνο παστεριωτές και αποστειρωτές δεν είδα.

Παρόλα αυτά, η οικογένεια που διατηρεί το κτήμα είναι η τρίτη γενιά οινοπαραγωγών και παράγουν σταθερά 65.000 φιάλες από 90 στρέμματα. Διατηρούν έναν πολύ όμορφο χώρο, περιτριγυρισμένο από ένα ακόμη ομορφότερο φυσικό τοπίο και είναι εξαιρετικά φιλόξενοι. Η μεγάλη μου διαφωνία μαζί τους είναι ο τρόπος που έχουν επιλέξει να κάνουν τα κρασιά τους...

Επόμενος σταθμός ήταν το οινοποιείο Joannes. Ένα μικρό οινοποιείο που από το 1992 παράγει λευκά κρασιά με κύρια ποικιλία το Riesling και η συνολική παραγωγή δεν ξεπερνάει τις 40.000 φιάλες.

Μας υποδέχθηκε ο πατέρας του ιδιοκτήτη ο οποίος είχε μεγάλη όρεξη για κουβέντα και ήταν πολύ ανοιχτός απέναντί μας. Περάσαμε απευθείας στις δοκιμές και είπαμε πολύ λίγα για τους τρόπους καλλιέργειας και οινοποιήσης. Κάθε κρασί που δοκιμάζαμε είχε τον δικό του ξεχωριστό χαρακτήρα και με εξαίρεση ένα πολύ όξινο Sauvignon όλα ήταν εξαιρετικά. Μεγάλη εντύπωση μου έκανε το Sylvaner τους και η κάθετη δοκιμή στα Riesling στα οποία απ'ότι φαίνεται έχουν εξειδίκευση.
Παρόλα αυτά όμως την παράσταση έκλεψε ο μεζές! Ένα σπιτικό σαλάμι αέρος από αρνίσιο κρέας που ήταν από μόνο του μία φοβερή γευστική εμπειρία.

Με τις καλύτερες των εντυπώσεων από το οινοποιείο Joannes φύγαμε για να δούμε τo Zlati Gric. Ένα συγκρότημα που πέρα από οινοποιείο και αμπελώνες διαθέτει ξενοδοχεία, γήπεδα γκολφ και εστιατόρια.

Το οινοποιείο είναι πάρα πολύ μοντέρνο και το κτίριο θυμίζει περισσότερο Καλιφόρνια παρά Ευρώπη. Το εξωτερικό μέρος οδηγεί σε ένα πολύ μεγαλύτερο τμήμα κάτω από την γη στο οποίο βρίσκονται τεραστίων διαστάσεων εγκαταστάσεις. Παρομοίως κάθε μηχάνημα είναι γιγαντιαίων διαστάσεων με προδιαγραφές να δεχτεί εκατοντάδες τόννους σταφύλια.

Ο Νικ, ο Νεοζηλανδός που με φιλοξενούσε εργάζονταν εκεί και μου είπε πως όλα αυτά είναι υπερβολικά για τις ανάγκες τις επιχείρησης. Απλά λόγω επιδοτήσεων από την Ε.Ε. οι διευθύνοντες βρήκαν ευκαιρία να αγοράσουν ότι μεγαλύτερο υπήρχε στην αγορά χωρίς όμως να υπάρχει πραγματική ανάγκη για κάτι τέτοιο. Να λοιπόν που τέτοιου είδους φαινόμενα δε συμβαίνουν μόνο στην χώρα μας...

Η ημέρα τελείωσε με δοκιμές στο κελάρι του νεοζηλανδού οικοδεσπότη μου. Έχει κάνει μερικές πολύ καλές οινοποιήσεις σε λευκά και ροζέ από Πινό και Sauvignon αλλά σίγουρα έχει ακόμη αρκετό δρόμο μπροστά του. Η περιοχή προσφέρεται για πολλά και σε συνδυασμό με τις γνώσεις του και τις εμπειρίες που έχει από την πατρίδα του αλλά και από την Γαλλία μπορεί να πετύχει πολλά.

Σε γενικές γραμμές πάντως η Podravje και η Posavje, οι δύο κύριες αμπελουργικές περιοχές της ανατολικής Σλοβενίας, έχουν να δείξουν πολύ λιγότερα πράγματα όσον αφορά το κρασί σε σχέση με την Primorska που είναι η περιοχή στα σύνορα με την Ιταλία. Με εξαίρεση τον Joannes τίποτα άλλο δε μου έκανε τρομερή εντύπωση. Παρομοίως, οργανώνοντας το ταξίδι μου έβρισκα πολύ περισσότερα άρθρα και ενδιαφέρουσες οινικές προτάσεις για την περιοχή γύρω από το Dobrovo Brda παρά για οποιοδήποτε άλλη περιοχή της χώρας. Σε αυτό βέβαια έπαιξε τον ρόλο του και ο αεικίνητος Marinko που με βοήθησε να οργανώσω το ταξίδι μου καλύτερα και δεν θα πάψω ποτέ να τον ευχαριστώ γι'αυτό!

Το ταξίδι έκλεισε με μερικές βόλτες στο Celje και την Λιουμπλιάνα, ένα πέρασμα από την Padova και μερικά δροσιστικά Σπριτς στην Βενετία από όπου και πήρα το καράβι για την επιστροφή στην Ελλάδα.
Για μία ακόμη φορά ένα πανέμορφο ταξίδι έφτανε στο τέλος του και εγώ γυρνούσα φορτωμένος με φανταστικές εμπειρίες και φυσικά εξαιρετικά κρασιά και λαχταριστά σαλάμια!!!

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2011

Ανατολικά της Λιουμπλιάνας

Αφήνοντας το Dobrovo Brda άφηνα πίσω μου και τον Μαρίνκο. Τον τρελαμένο μερακλή πενηντάρη που με βοήθησε στις επιλογές των οινοποιείων, στις επαφές μου μαζί τους και στην επικοινωνία όποτε υπήρχαν δυσκολίες. Επίσης μοιράστηκε μαζί μου κάποια από τα εξαιρετικά σαλάμια και τυριά που παλαιώνει στο υπόγειό του για ιδία χρήση. Είναι φοβερό το πόσο συνέπιπταν τα οινο-γαστρονομικά μας γούστα παρά την μεγάλη διαφορά ηλικίας και παρά τα πολύ διαφορετικά δεδομένα που μας έκαναν αυτό που είμαστε και οι δύο σήμερα.

Η συνέχεια των οινικών μου διαδρομών στην Σλοβενία θα γινόταν παρέα με ένα ΝεοΖηλανδό οινολόγο εν ονόματι Νίκολας, εγκατεστημένου στην περιοχή εδώ και λίγα χρόνια. Ο Νικ, παντρεμένος με μία κροάτισσα είχε εγκατασταθεί σε ένα μικρό ξύλινο σπιτάκι στο βουνό όπου και με φιλοξένησε. Από εκεί γυρίσαμε το μεγαλύτερο μέρος της ανατολικής Σλοβενίας -που άλλωστε δεν είναι και τόσο μεγάλο- και επισκεφτήκαμε οινοποιεία και αμπελώνες.

Ο πρώτος μας σταθμός ήταν στα σύνορα με την Κροατία, στον μικρό συνεταιρισμό Verus. O Verus διοικείται από μία τριανδρία οινολόγου - γεωπόνου- λογιστή που αποχώρησαν από τον τοπικό συνεταιρισμό και στις παλιές αποθήκες ενός εργαστηρίου ζαχαροπλαστικής δημιούργησαν ένα σύγχρονο οινοποιείο. Εκεί παράγουν, σε σύνολο 50.000 φιαλών, μόνο μονοποικιλιακά κρασιά και εξού και το όνομα Verus που στα λατινικά σημαίνει αλήθεια. Θέλουν να τονίσουν την ανάδειξη των "αληθινών" χαρακτηριστικών της κάθε ποικιλίας χωρίς να μπερδεύουν τους καταναλωτές με περίπλοκα χαρμάνια.

Το θέμα όμως είναι πως όταν θέλεις να αναδείξεις την μοναδικότητα ενός προϊόντος πρεπει να κάνεις όσο το δυνατόν λιγότερες επεμβάσεις έτσι ώστε ο πραγματικός του χαρακτήρας να αλλοιωθεί όσο το δυνατόν λιγότερο. Χαρακτηριστικότατο παράδειγμα το Domaine Lefalaive που όχι μόνο αναδεικνύει το Chardonnay αλλά αναδεικνύει και κάθε χωριστό αμπελοτεμάχιο που καλλιεργεί παράγοντας πολλές διαφορετικές εκφράσεις από την ίδια ποικιλία.

Στην συγκεκριμένη περίπτωση όμως τα κρασιά που παράγονται γίνονται με μεγάλη φροντίδα που στο τέλος καταντάει υπερβολική. Όπως μία υπέρ-προστατευτική μητέρα κάνει ένα παιδί μαμμόθρεφτο έτσι και ένα κρασί που με χίλιες δυο επεμβάσεις και προσθήκες προσπαθούμε να το θωρακίσουμε από οξειδώσεις και άλλους κακούς δαίμονες καταντάει μονοδιάστατο και απογυμνωμένο από ότι το χαρακτηρίζει.
Γράφω και ξαναγράφω για το θέμα αυτό γιατί πλέον εννέα στα δέκα κρασιά που κυκλοφορούν είναι "μαμμόθρεφτα"!

Για να μην παρεξηγηθώ όμως θα πρέπει να διευκρινίσω πως η μόνη μου ένσταση σχετικά με το Verus είναι πως τελικά δεν είναι και τόσο Verus αφού δοκιμάζοντας τα κρασιά, σε κάποια φάση ένιωσα πως δεν είχε νόημα να συνεχίσω να δοκιμάζω αφού ήξερα τι να περιμένω. Γιατί αυτό που θέλουν να κάνουν - εύκολα αρωματικά κρασιά- το καταφέρνουν πολύ καλά και μάλιστα το Sauvignon τους ήταν το καλύτερο μονοποικιλιακό Sauvignon που δοκίμασα στην χώρα. Πρόσφατα μάλιστα η Jancis Robinson χαρακτήρισε το τοκάι τους τοκάι της χρονιάς ή κάτι τέτοιο. Οι άνθρωποι θέλουν να κάνουν αυτό που λέμε "τεχνολογικά κρασιά" και σε αυτό είναι άψογοι.

Πολύ καλά ήταν επίσης και τα Riesling τους με οξύτητες που δεν είχαν να ζηλέψουν τίποτα από τα αντίστοιχα γερμανικά. Τα δοκιμάσαμε μάλιστα και κάθετα από το '10 έως το '07 και έδειχναν να μην καταλαβαίνουν τίποτα από το πέρασμα του χρόνου. Ο οινολόγος τους μάλιστα τους δίνει δέκα με δεκαπέντε χρόνια ζωής!

Όταν φύγαμε από εκεί κινηθήκαμε βόρεια για να γευματίσουμε σε ένα εστιατόριο στα σύνορα με την Αυστρία. Η Σλοβενία βλέπετε είναι τόσο μικρή που ότι και να κάνεις σχεδόν πάντα βρίσκεσαι σε κάποια σύνορα! Ο ιδιοκτήτης του ο Gregory έχει σπουδάσει μαγειρική και τρελαίνεται να... τρελαίνει τον κόσμο με τις γαστρονομικές του δημιουργίες. Έλα όμως που το οικογενειακό εστιατόριο παραδοσιακά είχε ως πελάτες αυστριακούς που κατέβαιναν στην Σλοβενία στις Κυριακάτικες εκδρομές τους για να φάνε φτηνά. Έτσι ο ταλαντούχος σεφ περιόρισε την δημιουργικότητά του σε πιάτα του τύπου μπριζόλα με πατάτες τηγανητές και μπιφτέκι γεμιστό.

Ο Νίκολας όμως, ο Νεοζηλανδός οικοδεσπότης μου, την πρώτη φορά που έφαγε εκεί βρήκε το φαγητό υπερβολικά απλουστευμένο. Ζήτησε να δει τον μάγειρα ο οποίος του εξήγησε πως δεν είχαν παρά να το ζητήσουν και θα ήταν μεγάλη του χαρά να τους περιποιηθεί με ξεχωριστό τρόπο από την υπόλοιπη πελατεία. Έτσι το εστιατόριο Denk είναι κατά περίσταση και gourmet!

Από όσα φάγαμε μου άρεσε πολύ το πρώτο πιάτο που ήταν ένα παιχνίδι οπτικής απάτης. Τα ορεκτικά στο πιάτο ήταν φτιαγμένα με τέτοιο τρόπο που να θυμίζουν γλυκίσματα ενώ στην πραγματικότητα ήταν αλμυρά. Το παιχνίδι που πήγε να κάνει με την αλλαγή γεύσεων βάζοντας ένα πιάτο με γλυκές γεύσεις και συνοδεία Μοσχάτου μεταξύ δύο αλμυρών δεν έπιασε και τόσο αφού το μόνο που κατάφερε ήταν να μας βαρύνει και να μειώσει την όρεξη μας για αυτά που ακολούθησαν. Τα μακαρόνια με τριμμένη μαύρη τρούφα και ένα χορταρικό που δεν γνώριζα τι ήταν ξαναέφερναν όμως μία ισορροπία.

Η άγνοια για το τι τρώγαμε ήταν το μεγάλο μειονέκτημα. Οι σερβιτόροι δεν είχαν καμία εμπειρία σε γκουρμέ σερβίρισμα και απλά μας πετούσαν τα πιάτα στο τραπέζι χωρίς να μπορούν να μας δώσουν καμία εξήγηση για το τι τρώμε. Και φυσικά δεν έχει και πολύ νόημα να μαθαίνεις εκ των υστέρων τι έφαγες αφού προσπαθείς πάντα να συνδυάσεις αυτό που γεύεσαι με αυτό που γνωρίζεις πως είναι.

Η επιλογή των κρασιών ήταν επίσης ένα μειονέκτημα αφού κανένα από αυτά που συνόδευαν το γεύμα δεν κατάφερε να μας συγκινήσει παρόλο που κατόπιν δοκιμής ζητήσαμε, ουκ ολίγες φορές, από τον σερβιτόρο να μας φέρει κάτι διαφορετικό από αυτό που αρχικά είχε επιλέξει. Συζητώντας με τον Γκρέγκορι στο τέλος του γεύματος, μας είπε πως έπρεπε να του πούμε πως γουστάρουμε κρασιά πέρα από τα κλασσικά και ενθουσιαζόμαστε ακόμη και όταν πίνουμε κάτι τελείως extreme.
Προς εξιλέωση μας άνοιξε μία φιάλη Radikon λέγοντας μας πως ήταν πολύ χαρούμενος που γνώρισε άτομα που ψάχνονται με το κρασί πέρα από τα συνηθισμένα και στεναχωρημένος που δεν το αντιλήφθηκε νωρίτερα.

Δυστυχώς όμως μία φιάλη Radikon θέλει πάντα πολύ χρόνο για να αναδείξει το μεγαλείο της και εμείς είχαμε ήδη καθυστερήσει το επόμενο ραντεβού μας. Έτσι ήπιαμε μία-δυό γουλιές για να τιμήσουμε τον ενθουσιώδη σεφ μας και φύγαμε για τον επόμενο προορισμό...

Τρίτη 14 Ιουνίου 2011

Αφήνoντας το Dobrovo Brda

Τελευταία μέρα στο Dobrovo Brda και δεν είχα ιδέα ποια οινοποιεία μου έμεναν να επισκεφτώ. Κανονικά θα είχα φύγει από νωρίς το πρωί για τον επόμενο προορισμό μου αφού το πρόγραμμα άλλαξε όταν κάποιος προσφέρθηκε να με πάει στο Celje με αυτοκίνητο αργά το απόγευμα. Ο Μαρίνκο κανόνισε στα γρήγορα μερικά ακόμη οινοποιεία και έτσι συμπληρώθηκε μία ακόμη μέρα επισκέψεων.

Αρχικά ανηφορίσαμε σε ένα δάσος για να βρούμε τον Stefan έναν παραγωγό έβδομης γενεάς ο οποίος καλλιεργεί μόλις δέκα στρέμματα γης και διαθέτει εστιατόριο και ενοικιαζόμενα δωμάτια στον ίδιο χώρο όπου βρίσκεται το οινοποιείο. Ο λόγος για την μικρή έκταση της επιχείρησης οφείλεται σε έναν θείο του Στέφαν ο οποίος αγαπούσε υπερβολικά τον τζόγο και έπαιξε στο καζίνο τα υπόλοιπα στρέμματα που κατείχε η οικογένεια. Ευτυχώς γι' αυτούς ένα μικρό κομμάτι είχε μείνει στα χέρια της αδελφής του και είναι το ίδιο κομμάτι που σώζεται μέχρι σήμερα. Στόχος του ιδιοκτήτη είναι να ξανα-αγοράσει τα εδάφη που χάθηκαν και να επαναφέρει την οικογενειακή γη στην αρχική της έκταση.

Σε μία περιοχή όπου οι βροχοπτώσεις φτάνουν μέχρι και τα 1500mm* ετησίως το οινοποιείο Stanfel παράγει μόνο αφρώδη κρασιά με συνολική παραγωγή γύρω στις 5.000 φιάλες. Μιλάμε δηλαδή για έναν μικροπαραγωγό που προσπαθεί σιγά σιγά να αυξήσει την παραγωγή φτάνοντας σε ένα πιο υπολογίσιμο αλλά και βιώσιμο μέγεθος επιχείρησης.

Οι ετικέτες που παράγονται είναι δύο. Η πρώτη, λευκή με κλασσική μέθοδος και η δεύτερη μία ροζέ από Merlot. Δοκιμάσαμε ένα λευκό του 2002 με εντυπωσιακά κρεμώδη υφή και πολύπλοκη μύτη. Ο αφρός ήταν αρχικά πολύ πλούσιος στο στόμα αλλά η φυσαλίδες του ήταν πολύ μαλακές. Γρήγορα όμως χάθηκε τελείως σαν αναψυκτικό που έχει μείνει ανοιχτό για μέρες. Σίγουρα ένα τεράστιο μειονέκτημα αφού αν συμβαίνει κάτι τέτοιο κατά την διάρκεια μιας δοκιμής τι θα συμβεί αν κάποιος ανοίξει να πιει αυτό το αφρώδες κρασί και θέλει να το απολαύσει αργά αργά;
Το ροζέ του 2003 ήταν πολύ πιο καλοδουλεμένο και διαρκές και παράλληλα πολύ ευχάριστο αρωματικά και γευστικά.

Ακολούθησε μία βόλτα σε ένα κοντινό χωριουδάκι του οποίου το όνομα δεν συγκράτησα. Εκεί επισκεφτήκαμε το wine bar του ξενοδοχείου που ανήκει στην οινοποιία Belica. Κτησμένο στο εσωτερικό μέρος αυτού που κάποτε αποτελούσε το τείχος προστασίας της πόλης έχει ένα παράξενο μακρόστενο σχήμα αλλά σίγουρα δεν στερείται γούστου και ομορφιάς. Το Tokay του '09 που μας προσέφεραν πάντως ήταν ευχάριστο σε πρώτη φάση αλλά η μικρή οξύτητα του το έκανε γρήγορα βαρύ και κουραστικό.

Επόμενος σταθμός ήταν ένας παραδοσιακός κρεοπώλης-αλλαντοποιός στον οποίο κάναμε δοκιμή των προϊόντων του. Το ωραίο είναι πως ενώ είναι συνηθισμένο στα οινοποιεία μαζί με το κρασί να σου προσφέρουν και αλλαντικά για μεζέ, εδώ, όπως μου 'χει συμβεί και στην Τοσκάνη παλαιότερα, μας προσέφεραν κρασί για να δοκιμάσουμε μαζί με τα αλλαντικά!
Όταν τελειώσαμε με τις δοκιμές, εφοδιάστηκα με τα απαραίτητα σαλάμια που αντέχουν το ταξίδι και πλέον είναι παράδοση να επιστρέφω με μερικά από αυτά μετά από κάθε ταξίδι σε γαστρονομικό προορισμό. Κάπου τότε είδα και τον τιμοκατάλογο όπου πουλούσαν Costi για 1,50€ το κιλό. Απογοητεύτηκα λίγο βλέποντας πόσο λίγο αξίζει ένας Κωστής στην Σλοβενία -πόσο μάλλον όταν μου είπαν πως είναι αυτά που βγάζουν για τα σκυλιά!- αλλά δεν πτοήθηκα και συνέχισα την διαδρομή μου!

Όταν αρχίσαμε να κατεβαίνουμε το βραχώδες μονοπάτι κατάλαβα πως δεν υπήρχε περίπτωση να πηγαίνουμε σε οινοποιείο και επαληθεύτηκα όταν σταματήσαμε μπροστά από έναν μικρό καταρράκτη που σχημάτιζε λίμνη στο σημείο όπου έπεφτε. Ήτανε ένας αποθηκευτικός χώρος φιαλών που όσο και αν προσπάθησα δεν κατάφερα να δω αφού ήταν οχτώ μέτρα μέσα στο νερό!
Πριν μερικά χρόνια οι ντόπιοι παραγωγοί αφρωδών οίνων έκαναν ένα πείραμα αφήνοντας μία δωδεκάδα φιάλες να παλαιώσουν μέσα στο νερό για τέσσερα χρόνια. Στην συνέχεια έγινε τυφλή γευστική δοκιμή με τις παλαιωμένες φιάλες μέσα στο νερό να δοκιμάζονται πολύ καλύτερα απ' ότι αυτές που είχαν παλαιώσει συμβατικά. Έκτοτε ένας πολύ σημαντικότερος αριθμός αφρωδών οίνων από διάφορους παραγωγούς της περιοχής παλαιώνει στο συγκεκριμένο σημείο σε ειδικά σιδερένια κουτιά ασφαλείας και οι φιάλες αυτές πωλούνται ως συλλεκτικές.

Τελευταίο οινοποιείο της ημέρας αλλά και το τελευταίο που θα έβλεπα στην περιοχή του Dobrovo Brda ήταν η οινοποιία Carga με σήμα το αγγελάκι. Με 120 στρέμματα αμπέλι και άλλα τόσα δάσος διατηρούν τις εκτάσεις αυτές από το 1767 όταν ιδρύθηκε και η επιχείρηση. Το οινοποιείο βρίσκεται σε ένα σημείο με εκπληκτική θέα, χαμένο μέσα στην φύση. Ωστόσο είναι κρίμα που γίνεται ολοκληρωμένη καλλιέργεια και όχι κάποιας μορφής βιολογική αφού οι εξωτερικές επιμολύνσεις από χημικά θα ήταν μηδενικές.

Ξεκινήσαμε δοκιμάζοντας ένα πολύ καλό αφρώδες από 70% Rebulla και 30% Chardonnay με πολύ καθαρά ποικιλιακά αρώματα, εξαιρετική ποιότητα φυσαλίδων και ένα ελαφρύ πίκρισμα που του έδινε διάρκεια. Ακολούθησε ένα ακόμη καλύτερο Tokay του '09, πολύ εκφραστικό και όσο όξινο χρειάζονταν ώστε να αφήνει μία αίσθηση δροσιάς. Μέτριο το Pinot Noir τους που ήταν ασταθές και περίεργο στην μύτη ενώ αδιάφορο το γλυκό κρασί από τέσσερις ποικιλίες μεταξύ των οποίων και η τοπική Zelenka.

Μετά από όλα αυτά τελείωσε η επίσκεψη μας στο οινοποιείο Carga και μαζί με αυτήν τελείωσαν και οι περιπέτειες μου στο Dobrovo Brda και τα πήγαινε-έλα μεταξύ των συνόρων Σλοβενίας Ιταλίας.
Η συνέχεια θα λάμβανε χώρα στο εσωτερικό της Σλοβενίας, ανατολικά της Λιουμπλιάνας, εκεί όπου η αυστριακή επιρροή είναι πιο έντονη...
   


*Ενδεικτικά, ο μ.ο. στην Νάουσα είναι περίπου 650mm, την Βουργουνδία 750mm και το Μονπελιέ 600mm.

Σάββατο 11 Ιουνίου 2011

Ο γρύλος και ο σκύλος που παίζει σαξόφωνο


Μαζί με τον Uros Jakoncic κατευθυνθήκαμε στον επόμενο σταθμό της ημέρας που ήταν το οινοποιείο της οικογένειας Scurek. 
Scurek στα σλοβένικα σημαίνει γρύλος και για τον λόγο αυτό το έμβλημα του οινοποιείου είναι ένας γρύλος με ένα βιολί. Το βιολί, πέρα από την αναφορά στον χαρακτηριστικό ήχο που κάνει ο γρύλος, δείχνει επίσης την καλλιτεχνική προσέγγιση που έχουν κάνει στο κρασί τους και την προώθηση αυτού στην οικογένεια Scurek.

Την ξενάγηση μας ανέλαβε ένας από τους νεαρούς γιους της οικογένειας ο οποίος ηλικιακά ήταν πολύ κοντά σε εμένα και τον Uros. Έτσι η δοκιμή από απλή γευσιγνωσία μετατράπηκε σε μία ανταλλαγή απόψεων γύρω από το κρασί και την οινοποίηση μεταξύ τριών επίδοξων οινοποιών και απέκτησε πολύ μεγαλύτερο βάθος και διάρκεια απ' ότι είχαμε προβλέψει αρχικά.

Το οινοποιείο ήταν σχετικά καινούριο και εφοδιασμένο με ανοξείδωτες δεξαμενές τελευταίας τεχνολογίας. Ο χώρος ωρίμανσης ήταν πολύ όμορφα διακοσμημένος και αρκετά μεγάλος για τις αναλογίες του κτήματος.
Η οικογένεια Scurek καλεί κάθε χρόνο έναν γνωστό Σλοβένο καλλιτέχνη (ζωγράφο, ξυλογλύπτη κλπ.) ο οποίος δημιουργεί στο μπροστινό μέρος ενός βαρελιού. Το βαρέλι αυτό στην συνέχεια παραμένει στο οινοποιείο ως μέρος της διακόσμησης αλλά συνεχίζει να χρησιμοποιείται και για την παραγωγή κρασιού. Το κρασί που παράγεται από το συγκεκριμένο βαρέλι είναι επιλογή των καλύτερων σταφυλιών του κτήματος και κυκλοφορεί στην συνέχεια με ετικέτα που φέρει επάνω της το έργο που φιλοτεχνεί το εκάστοτε βαρέλι.

Στις δοκιμές ξεχώρισαν κάποιες οινοποιήσεις σε ξύλο ακακίας όπως για παράδειγμα το πολύ κομψό Tokay του '08 και η τοπική ποικιλία Picolit σε χαρμάνι με Rebulla και ζυμωμένη σε αυστριακό βαρέλι.
Καλύτερο όλων ήταν το χαρμάνι Rebulla - Chardonnay ζυμωμένο άσπαστο σε βαρέλι. Πολύ πιο ισορροπημένο από όλα τα υπόλοιπα και χωρίς την χαρακτηριστική γλυκύτητα που άφηναν όσα είχαμε πιει μέχρι τώρα. Το βαρέλι του μάλιστα έχει και διάφανο κάλυμμα έτσι ώστε να φαίνεται το κρασί κατά την διάρκεια της ζύμωσης και τις ωρίμανσης. Το συγκεκριμένο βέβαια δεν είναι παρά ένα επικοινωνιακό τρικ αλλά τυχαίνει εκεί μέσα να βρίσκεται το καλύτερο κρασί της δοκιμής.
Δεν παραλείψαμε φυσικά να δοκιμάσουμε και τα κόκκινα του κτήματος όπου γίνεται πολύ καλή δουλειά στο Pinot Noir ενώ λιγότερο πετυχημένα ήταν το έντονα βαρελάτο Refosco και το βαρύ Cabernet Sauvignon.

Αφού συζητήσαμε πάρα πολλά ακόμη θέματα γύρω από το κρασί και ανταλλάξαμε γνώσεις και απόψεις πάνω στην οινοποίηση και την αμπελοκαλλιέργεια φύγαμε με τον Uros για τον Alex Simcic με τις φανταστικές του ετικέτες.

Γνώριζα το οινοποιείο αυτό από τα χαρακτηριστικά σχέδια που διακοσμούν τις ετικέτες του πολύ πριν μάθω πως το οινοποιείο αυτό βρισκόταν στην Σλοβενία. Το μάρκετινγκ δηλαδή είναι τόσο πετυχημένο που τρέχει πιο μπροστά από το ίδιο το προϊόν που πρεσβεύει!
Τα σχέδια για το logo του οινοποιείου και για το σύνολο των ετικετών τα έχει εμπνευστεί γνωστός Σλοβένος σκιτσογράφος ο οποίος διατηρεί φιλικές σχέσεις με τον ιδιοκτήτη.

Η συνολική παραγωγή είναι 35000 φιάλες και παράγεται από 120 στρέμματα. Το μικρό αυτό νούμερο οφείλεται στην πολύ περιορισμένη παραγωγή ανά στρέμμα. Ο παραγωγός επιλέγει μόνο τα μικρά τσαμπιά και απορρίπτει όσα ξεπερνάνε ένα συγκεκριμένο μέγεθος. Αγνοώ αν πετάει ή πουλάει όσα δεν χρησιμοποιεί. Σε κάθε περίπτωση όμως είναι μία πολύ θαρραλέα απόφαση και αναρωτιέμαι μήπως είναι λιγάκι παρατραβηγμένο.

Εξάλλου τα κρασιά ήταν σε πολύ καλό επίπεδο με την Rebulla του '10 να με εκπλήσσει με την αρωματική της ένταση και την καθαρότητα του φρούτου της. Από εκεί και πέρα όμως όλα πάνω κάτω κυμαίνονταν στο ίδιο στυλ το οποίο από ένα σημείο και μετά καταντούσε μονότονο. Θα έλεγα μάλιστα πως βρίσκω ανούσιο να παράγονται τόσο πολλές ετικέτες για τόσο μικρή παραγωγή και αναρωτιέμαι μήπως αυτό γίνεται γιατί το μάρκετινγκ βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις ετικέτες του ταλαντούχου σκιτσογράφου. Ο κάθε παραγωγός βέβαια κάνει τις επιλογές του και ο ίδιος ξέρει καλύτερα να επιλέγει αυτό που είναι καλύτερο για την επιχείρησή του.
Παρεπιπτόντως, ένα από τα λίγα πράγματα που μου έκαναν αρνητική εντύπωση στην Σλοβενία είναι η επιμονή τους στο Chardonnay. Έχοντας εκπληκτικές ποικιλίες όπως το Tokai, την Rebulla/Ribolla, την Malvazia Friuliana και το Picolit, επιμένουν να παράγουν κρασιά από Chardonnay τα οποία στις περισσότερες περιπτώσεις είναι βαριά και αφήνουν μία αίσθηση γλυκύτητας που λιγώνει. Υπαρχουν φυσικά και οι εξαιρέσεις σε καμία περίπτωση δεν νομίζω πως τους είναι πια τόσο απαραίτητο ώστε ησυγκεκριμένη ποικιλία να υπάρχει σε κάθε σχεδόν οινοποιέιο.

Και στην Ελλάδα με τις εκατοντάδες γηγενείς ποικιλίες το ίδιο δε γίνεται όμως; Συζητούσαμε πρόσφατα με γνωστό Master of Wine που επισκέφθηκε την χώρα μας πως ο νέος κόσμος* επένδυσε στις "διεθνείς" ποικιλίες γιατί δεν είχε τίποτα άλλο να αναδείξει. Ο παλαιός κόσμος ή μάλλον χώρες του παλαιού κόσμου που προσπαθούν αποτυχημένα να γίνουν νέος κόσμος όπως η Ελλάδα, επένδυσαν σε αυτές προκειμένου να πατήσουν πάνω στην άγνοια των Ελλήνων καταναλωτών, τον ενθουσιασμό τους για ξενικά ονόματα και το ψευτοπρεστίζ. Τώρα που τα πράγματα δυσκόλεψαν στην χώρα μας και οι εξαγωγές γίνανε μονόδρομος φάνηκε πόσο αποτυχημένη επιλογή ήταν τα Chardonnay, τα Sauvignon και τα Cabernet-Merlot και πόσο μεγάλη αξία έχει να επενδύεις σε κάτι δικό σου που είναι ταυτόχρονα και κάτι μοναδικό...



*Νέος κόσμος είναι όλες οι χώρες που ανακαλύφθηκαν εδώ και μερικούς αιώνες, Η.Π.Α., Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία κλπ. και παλαιός είναι παραδοσιακές οινοπαραγωγικές ευρωπαικές χώρες Γαλλία, Ιταλία κλπ.

Παρασκευή 3 Ιουνίου 2011

Το Borgo del Tiglio και το εγχείρημα Iaquin

Αφού κάναμε ένα μικρό διάλειμμα για τους ιδιαίτερους αλλά πολύ συμπαθείς Ιάπωνες, ήρθε η ώρα να επιστρέψουμε στα πήγαινε-έλα μεταξύ των σλοβενοιταλικών συνόρων και τους εκεί αμπελώνες.

Αμπελώνες στο Dobrovo
Αυτήν τη φορά είχαμε κατέβει λίγο πιο χαμηλά στην πεδιάδα αφήνοντας τους λόφους και μπαίνοντας και πάλι στην Ιταλική πλευρά των συνόρων.
Εκεί είχαμε ραντεβού με τον Mauro από το Borgo San Daniele. Ένα οινοποιείο που ιδρύθηκε το 1990, καλλιεργεί βιολογικά από το 1994 και στελεχώνεται από τον Mauro και την αδερφή του.
Τα δύο αδέρφια δουλεύουν οι ίδιοι σε αμπέλι, οινοποιείο και γραφείο όχι μόνο για την μείωση του κόστους παραγωγής αλλά κυρίως επειδή πιστεύουν πως αν δεν είναι αυτοπροσώπως σε κάθε στάδιο της παραγωγής χάνουν την επαφή με το προϊόν που παράγουν.

Από τα 190 στρέμματα που καλλιεργούν παράγουν γύρω στις 50 με 60.000 φιάλες ετησίως και αυτό αποδεικνύει πως κρατούν χαμηλά τις στρεμματικές αποδόσεις.
Γελάω πολύ με ελληνικά οινοποιεία που αραδιάζουν θεωρίες σχετικά με την χαμηλή στρεμματική απόδοση και το πόσο την πιστεύουν για να καταλήξουν να μου πουν πως από τα 50 για παράδειγμα στρέμματά τους παράγουν 60.000 φιάλες το χρόνο. Ευτυχώς η οινική παιδεία στην χώρα μας βελτιώνεται συνεχώς και σύντομα οι παραμυθάδες θα αρχίσουν να γίνονται πιο επιφυλακτικοί.

Επιστρέφοντας στο θέμα μας, κατά την οινοποίηση αποφεύγεται η χρήση οινολογικών προϊόντων, πέραν του θειώδους ανυδρίτη, και γίνεται όσο το δυνατών μικρότερη χρήση πρακτικών που μπορούν να ταλαιπωρήσουν το κρασί και να αλλοιώσουν τον χαρακτήρα του. Επίσης μεγάλη βαρύτητα δίνεται στην αποφυγή οξειδώσεων και για τον λόγω αυτόν αποφεύγεται η επαφή με τις φλούδες κατά την διάρκεια της ζύμωσης. Ο γρήγορος αυτός αποχωρισμός του μούστου από τα στέμφυλα διαφοροποιεί έτσι σε πολύ μεγάλο βαθμό το Borgo San Daniele από τα περισσότερα οινοποιεία που είχα επισκεφτεί μέχρι τώρα με εξαίρεση το Borgo del Tiglio.
Τα λευκά του κτήματος είναι δύο μονοποικιλιακά και δύο χαρμάνια ενώ παράγονται επίσης ένα κόκκινο από Pignolo και Καμπερνέ και ένα κόκκινο με το όνομα Gortmarin που βγαίνει μόνο σε πολύ επιλεγμένες χρονιές.
Δοκιμάσαμε και τα έξι, με την έντονη αίσθηση αλκοόλ να είναι το κοινό χαρακτηριστικό όλων. Το μόνο που ξεχώριζε ήταν το Pinot Grigio του 2008. Σαφώς πιο αέρινο και πιο εκφραστικό από αυτό του 2009, ήταν η απόδειξη πως σε όλα τα καλά λευκά ο χρόνος έχει θετική επίδραση και είναι απαραίτητος έτσι ώστε να τα βοηθήσει να αποκαλύψουν τον πραγματικό τους χαρακτήρα.

Όλα τα υπόλοιπα που δοκιμάσαμε μου φάνηκαν κάπως κουραστικά και γι'αυτό πολύ πιθανόν να ευθύνεται η επιστροφή μας σε χαμηλό υψόμετρο και βαρύτερα εδάφη. Πέραν τούτου, είναι πλέον διαπιστωμένο ότι όποιος είναι "μαλωμένος" με την οξείδωση δεν καταφέρνει να με συγκινήσει με τα κρασιά του. Όχι πως είμαι κανένας φαν της οξείδωσης. Απλά πιστεύω πως όσοι την δαιμονοποιούν καταφέρνουν να φτάσουν τελικά στο άλλο άκρο και να παράγουν κρασιά αποστειρωμένα, χωρίς ζωντάνια και υπερβολικά "καθώς πρέπει". Αντιθέτως, δεν είναι λίγες οι φορές που ένα κρασί με ένα απαλό άγγιγμα οξείδωσης αποκτά πολυπλοκότητα και καταφέρνει να γίνει ξεχωριστό.

Η όλη εικόνα πάντως που αποκομίσαμε από το Borgo San Daniele είναι κάτι παραπάνω από θετική. Μην ξεχνάμε πως ο Mauro είχε την καλοσύνη να παρατήσει την δουλειά του στο αμπέλι για να έρθει να μας υποδεχτεί. Τα κρασιά ίσως αυτήν την φορά να μην έπεισαν αλλά σίγουρα θα τους δοθεί και μία δεύτερη ευκαιρία στο μέλλον αφού όταν βλέπεις κάποιον να δουλεύει τόσο σκληρά πάνω σε αυτό με το οποίο καταπιάνεται ξέρεις πως δεν είναι τόσο απλό να τον κρίνεις με την πρώτη.

Για το υπόλοιπο της ημέρα επιστρέψαμε στην Σλοβενία. Επόμενος σταθμός ήταν το οινοποιείο Iaquin ιδιοκτησίας ενός νεαρού Σλοβένου, του Uros Jakoncic που εγκαταστάθηκε πολύ πρόσφατα και παράγει συνολικά μόλις 6.000 φιάλες. Το υπόλοιπο που παράγεται από τα 130 στρέμματα που κατέχει, πωλείται σε άλλους παραγωγούς της περιοχής έως ότου να καταφέρει να στήσει ένα πελατολόγιο που θα μπορεί να σηκώσει μεγαλύτερη παραγωγή.

Συναντηθήκαμε σε ένα ολοκαίνουριο κτίριο όπου το υπόγειο είναι οινοποιείο, το ισόγειο wine bar και οι επόμενοι τρεις όροφοι τουριστικά καταλύματα με θέα τους αμπελώνες. Φιλοδοξία του Uros είναι να μπορεί να προσφέρει μία ολοκληρωμένη και μοντέρνα οινοτουριστική πρόταση εκμεταλλευόμενος έτσι τον μεγάλο αριθμό οινoφίλων που επισκέπτονται την περιοχή.

Ξεκινώντας τις δοκιμές ενθουσιάστηκα από το Τοκάι του 2007 το οποίο αν και αρχικά ήταν λίγο κλειστό στην συνέχεια έβγαλε πολύ όμορφα αρώματα. Το πολυποικιλιακό χαρμάνι του δεν με κέρδισε ενώ το Chardonnay του ήταν σε πολύ καλό επίπεδο. Δοκιμάσαμε μάλιστα αυτό του 2006 από δύο διαφορετικές φιάλες επειδή η πρώτη που ανοίξαμε δε του άρεσε. Εγώ πάλι προτιμούσα καθαρά την πρώτη από την δεύτερη που ήταν λίγο αναγωγική και αυτό αποδεικνύει πόσο υποκειμενική είναι η προτίμηση για ένα κρασί.

Τα κόκκινα από Μερλό και Καμπερνέ δεν έφταναν στο ποιοτικό επίπεδο των λευκών αν και οι δοκιμές που κάναμε ήταν αποκλειστικά από βαρέλι και όχι από μπουκάλι. Αυτό που μου έκανε εντύπωση είναι πως κάνοντας μία κάθετη δοκιμή από το 2010 έως το 2007 κάθε χρονιά ήταν και πιο τανική. Για αυτό οφείλονται τα βαρέλια από αμερικάνικη δρυ που πέρα από πολύ έντονο άρωμα βανίλιας προσθέτουν και πολύ έντονες ξυλοτανίνες στο κρασί. Μία μάλλον αποτυχημένη επιλογή αν και ο παραγωγός με διαβεβαίωσε πως όταν το κρασί μπει στην φιάλη τα αποτελέσματα θα είναι τελείως διαφορετικά.

Μόλις τελειώσαμε της δοκιμές ο Uros προσφέρθηκε να με οδηγήσει σε δύο ακόμη οινοποιεία της περιοχής που γνώριζε πολύ καλά και πίστευε πως άξιζε τον κόπο να επισκεφτώ. Χαρακτηριστικό δείγμα του πόσο καλές σχέσεις έχουν μεταξύ τους οι Σλοβένοι οινοπαραγωγοί που έχουν καταλάβει πως στο κρασί είναι τέτοια η φύση του προϊόντος που ο ανταγωνισμός, ειδικά σε τοπικό επίπεδο, ουσιαστικά δεν μπορεί να υφίσταται...



Σάββατο 28 Μαΐου 2011

Τι μάθαμε από τους Γιαπωνέζους

Να λοιπόν που οι αμπελο-οινικές περιπέτειες στην Σλοβενία καλά κρατούν και θα αναγκαστώ να τις διακόψω για μία ακόμη φορά με μία παρέμβαση που γίνεται εξ ανατολής.

Στα τέλη Απρίλη επισκέφτηκαν την χώρα μας δύο Ιάπωνες εισαγωγείς κρασιού οι οποίοι γύρισαν στις κυριότερες αμπελοοινικές περιοχές. Κρήτη, Σαντορίνη, Νάουσα, Κεφαλλονιά και Πελοπόννησο σε οινοποιούς που η κυρια Coda και ο κύριος Tsukahara θεωρούν πως τα κρασιά που παράγουν είναι ότι πιο κοντινό σε αυτό που λέμε "φυσικά κρασιά".

Η προσήλωση αυτή των γιαπωνέζων στα λεγόμενα "φυσικά κρασιά" δεν είναι τυχαία. Παρά τους έντονους ρυθμούς ζωής και την τεράστια τεχνολογική πρόοδο προσπαθούν όσο γίνεται να διατηρούν στενούς δεσμούς με την φύση και να καταναλώνουν όσο το δυνατόν φυσικότερα προϊόντα.
Το σημαντικότερο όλων όμως έχει να κάνει με τον μεταβολισμό του θειώδους ανυδρίτη από τον οργανισμό τους. Οι Ιάπωνες στερούνται ενός ενζύμου που παίζει σπουδαίο ρόλο στον μεταβολισμό του και για τον λόγο αυτό, το συκώτι τους και κατά συνέπεια ο οργανισμός τους κουράζεται πολύ πιο γρήγορα από την κατανάλωση αλκοόλ απ'ότι ο δικός μας.

Όσοι βέβαια έχουν πιει αθείωτα κρασιά γνωρίζουν πόσο πιο ανάλαφρη είναι η αίσθηση που δίνουν και αντιλαμβάνονται εύκολα την κούραση που φέρνει ο θειώδης ανυδρίτης στον οργανισμό οποιουδήποτε ανθρώπου όταν χρησιμοποιείται σε μεγάλες ποσότητες. Απ'ότι φαίνεται, το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τους Ιάπωνες αλλά σε μεγαλύτερο βαθμό.

Έχοντας υποδεχτεί αρκετούς ξένους επαγγελματίες από το χώρο του κρασιού έχω γνωρίσει διάφορους χαρακτήρες, διάφορα γούστα και συνήθειες. Ομολογώ όμως πως οι δύο εκπρόσωποι της εταιρίας Racines CO ήταν κάτι τελείως διαφορετικό απ'ότι έχω γνωρίσει μέχρι τώρα.

Δύο μικροκαμωμένα ανθρωπάκια με τεράστιες γνώσεις και μεγάλη περιέργεια γύρω από το κρασί.
Περπατώντας στα αμπέλια μου προκαλούσαν έκπληξη οι εκ βαθέων ερωτήσεις που μας έκαναν. Ερωτήσεις πολύ πέρα από αυτές που δεχόμαστε συνήθως και ερωτήσεις για κάποια πράγματα που ούτε εμείς οι ίδιοι δεν κάτσαμε ποτέ να αναρωτηθούμε για τα ίδια μας τα αμπέλια. Ο κύριος Τσουκαχάρα μάλιστα δεν άφηνε γωνιά του αμπελιού που να μην μετράει με τον μετρητή ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων του.

Δεχθήκαμε φιλικές παρατηρήσεις όχι μόνο για τις κολώνες τις ΔΕΗ που περνούσαν λίγο έξω από κάποια αμπέλια αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο τα σύρματα στο τέλος της σειράς σχημάτιζαν γωνίες! Στην δοκιμή που κάναμε μάλιστα μέσα στους αμπελώνες του κτήματος Θυμιόπουλου, ο κύριος Τσουκαχάρα απαίτησε να ανέβουμε σε ένα χωράφι με στάρι, λίγο πιο πάνω από τον αμπελώνα, για να είμαστε μακριά από τα σύρματα και τους σιδερένιους πασσάλους. Επίσης έπρεπε όλοι να κοιτάζουμε προς την ανατολή.
Σίγουρα από εκεί θα είχαμε καλύτερη θέα...

Όλως παραδόξως όμως τα κρασιά δοκιμάζονταν πολύ καλύτερα! Ως δύσπιστοι προσπαθήσαμε να βρούμε διαφορετικούς τρόπους να δικαιολογήσουμε την αλλαγή αυτήν αλλά το σίγουρο ήταν πως οι αλλαγή θέσης άλλαζε τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά!


Λιγότερο πετυχημένη και λιγότερο βολική η έμπνευση του Ιάπωνα φίλου μας στο οινοποιείο Δαλαμάρα όπου γυρίσαμε όλοι προς τα δυτικά βλέποντας ο ένας την πλάτη του άλλου σαν να καθόμασταν σε λεωφορείο. Εκεί δεν μπόρεσα να αντιληφθώ κάποια διαφορά και ο μαέστρος των δοκιμών μας με ενημέρωσε πως είναι επειδή "δεν το 'χω".

Πέρα όμως από τα προβλήματα προσανατολισμού στις δοκιμές μας, είχαμε και προβλήματα με τις φιάλες μας. Το πλαστικό καψύλλιο αφαιρούνταν προτού αφαιρεθεί ο φελλός ενώ ορισμένες ετικέτες που δεν πληρούσαν τις -άγνωστες σε εμάς- προϋποθέσεις αφαιρούνταν και αυτές από τον ανατολίτη επισκέπτη μας με ειδικό μαχαιράκι. Όταν οι φιάλες "ξεβρακώνονταν" από την συσκευασία τους σερβίρονταν αποκλειστικά και μόνο από τον ίδιο με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο.

Ο κύριος Τσουκαχάρα συγκέντρωνε τα "τσι" του στο εσωτερικό μέρος της παλάμης του και πιάνοντας με το σημείο εκείνο τον πάτο της φιάλης σερβίριζε γέρνοντας πάντα την φιάλη με τέτοιο τρόπο ώστε να σχηματίζει ορθή γωνία με τον κάθετο άξονα του ποτηριού. Αν εμείς οι ίδιοι σερβίραμε με τον ίδιο τρόπο δεν θα είχε κανένα απολύτως νόημα γιατί ως γνωστών εμείς "δεν το έχουμε"!

Κατά την διάρκεια των δοκιμών, οι Ιάπωνες ήταν τελείως ανέκφραστοι και πέρα από της παρατηρήσεις τους στο σερβίρισμα δεν έκαναν κανένα άλλο σχόλιο.
Αντιθέτως έκαναν σχόλια για όλα τα ζώα του οινοποιείου αφού ο κύριος Τσουκαχάρα μελέτησε προσεκτικά όλες τις γάτες, το σκυλί και τα άλογα κάνοντας ένα σχόλιο για το καθένα!
Και αν όλα αυτά μας φαίνονται περίεργα, οι δύο επισκέπτες μας όχι απλά είναι φοβεροί γευσιγνώστες αλλά η εταιρία την οποία διευθύνουν είναι στις τρεις σημαντικότερες εταιρίες εισαγωγής κρασιών της χώρας τους.
Σίγουρα λοιπόν δεν είναι τσαρλατάνοι αλλά απλά έχουν τον δικό τους ξεχωριστό τρόπο να προσεγγίζουν τα πράγματα.

Μην ξεχνάμε πως για εμάς δεν είναι εύκολο να καταλάβουμε γιατί εμείς απλά "δεν το έχουμε"...