Σάββατο 17 Απριλίου 2010

Το Clos του κοκκινολάιμη

Le Clos du Rouge Gorge (μέρος 2o)

Clos είναι ο πέτρινος φράχτης που συχνά περιβάλει τους αμπελώνες στην Γαλλία.
Rouge Gorge είναι ο κοκκινολαίμης. Πιθανότατα, το συμπαθητικό αυτό πουλάκι ήταν συχνός επισκέπτης του πέτρινου φράκτη που περιέβαλλε τα αμπέλια που αργότερα ήρθαν στα χέρια του Cyril Fhal και από εκεί δόθηκε και το όνομα στο αντίστοιχο αμπελοτεμάχιo αλλά και σε ολόκληρη την επιχείρηση.

To Domaine du Clos du Rouge Gorge ιδρύθηκε το 2002 όταν ο Cyril Fhal αγόρασε μερικά αμπελοτεμάχια γύρω από το Latour de France και ένα παλαιό σπίτι στο κέντρο του ίδιο χωριού. Σύντομα κατάφερε να αγοράσει και μία παλιά αποθήκη ακριβώς πίσω από το σπίτι και κάνοντας απλά μία τρύπα στον τοίχο και εγκαθιστώντας μερικά οινοποιητικά μηχανήματα που δανείστηκε ή αγόρασε σε συμβολικές τιμές από φίλους και γνωστούς έφτιαξε το οινοποιείο του. Οι αμπελώνες δεν άργησαν να φτάσουν τα 65 στρέμματα αφού η γη στο Roussillon κοστολογείται πάμφθηνα. Η ποικιλία που κυριαρχεί είναι το Grenache rouge αλλά υπάρχουν εξίσου σημαντικές ποσότητες Carignan και Macabeu. Την παλέτα των ποικιλιών του κτήματος συμπληρώνουν, το Cinsault, μερικά κλήματα Grenache gris και Grenache blanc σκόρπια μέσα στα κόκκινα και λίγο μικρόρογο μοσχάτο.

Από τα πέντε αμπελοτεμάχια ξεχωρίζει πρώτα απ'όλα το ομώνυμο "Clos du Rouge Gorge" που αποτελείται από πολλά μικρά κομμάτια που βρίσκονται δίπλα δίπλα. Εκεί έχει γίνει τιτάνια δουλειά για τον καθαρισμό από τις πέτρες που μαζεμένες περιμετρικά των αμπελιών διαμορφώνουν τον τοίχο του clos. Βλέποντας τες γεννούνται πολλές απορίες για το πως οι άνθρωποι αυτοί που έριξαν τόσο ιδρώτα γι'αυτήν την γη, απέτυχαν οικτρά και έφτασαν στο σημείο να την πουλήσουν όσο όσο. Αυτό φυσικά ωφέλησε τους νεαρούς αμπελοκαλλιεργητές όπως ο Cyril που εκτός από μεγάλη όρεξη για δουλειά είχαν και την απαραίτητη αντίληψη των δεδομένων της αγοράς και αυτό τους βοήθησε να αναδειχθούν.Το άλλο σπουδαίο αμπελοτεμάχιο είναι το "Coteaux*" και είναι και αυτό που απαιτεί την περισσότερη δουλειά λόγο του βραχώδες εδάφους και της μεγάλης κλίσης. Από εκεί βγαίνει και η ετικέτα "Ubac" που φτιάχνεται αποκλειστικά από Cinsault και αποτελεί το κορυφαίο κρασί του κτήματος.

Όλα τα αμπέλια καλλιεργούνται βιοδυναμικά και τα πάντα γίνονται χειρωνακτικά Σε ορισμένες μόνο περιπτώσεις χρησιμοποιείται άλογο ή ερπυστριοφόρo φρεζάκι ελαφρού τύπου. Στόχος είναι να ευνοηθεί όσο το δυνατόν περισσότερο το οικοσύστημα που περιβάλει τα φυτά και η επικράτηση της ζωής απέναντι στο θάνατο των χημικών και συνθετικών σκευασμάτων που χρησιμοποιούσαν οι προηγούμενοι ιδιοκτήτες. Όσο πιο ζωντανό το έδαφος τόσο πιο έντονο το αποτύπωμά του στο τελικό προϊόν. Όταν μάλιστα το έδαφος αποτελείται από κάτι τόσο μοναδικό όσο οι γνεύσιοι** τις κοιλάδας του Agly τότε η ανάδειξη του θεωρείται μονόδρομος για να φτάσει κανείς τα υψηλά στάνταρτς που έχει θέσει ο Cyril για τα κρασιά του.
Οι πάμπολλες ώρες εργασίας στο αμπέλι και η εμμονή του στις λεπτομέρειες έχουν δώσει στον Cyril το παρατσούκλι ¨ο αμπελοκηπουρός". Πριν λίγο καιρό μάλιστα, γαλλικό οινικό περιοδικό ανέφερε πως αν πληρώναμε την κάθε φιάλη με βάση τις εργατοώρες που δαπανήθηκαν στο αμπέλι για την παραγωγή του, μία φιάλη Clos du Rouge Gorge θα κόστιζε τουλάχιστον όσο ένα Petrus!

Κατά την περίοδο του τρύγου επισκεπτόμασταν καθημερινά δύο ή και τρεις φορές τα αμπέλια δοκιμάζοντας τα σταφύλια από διάφορα σημεία με σκοπό να προσδιορίσουμε την καταλληλότερη ημερομηνία τρύγου. Από κει και πέρα όταν γινόταν τρύγος σε ένα κομμάτι αμπέλι, αρκετά κλήματα που κρίνονταν παραπάνω παραγωγικά από το επιθυμητό και δεν είχαν ωριμάσει πλήρως, τρυγούνταν αργότερα ή και καθόλου. Τα σταφύλια μαζεύονταν σε πολύ ρηχά τελάρα έτσι ώστε να μην πιέζονται μέχρι να μεταφερθούν στο οινοποιείο. Στη συνέχεια, ανάλογα με την ποιότητα της ράγας***, είτε ρίχνονταν απευθείας στις δεξαμενές και πατιούνταν με τα πόδια είτε περνούσαν από το εκραγηστήριο. Πριν από αυτό βέβαια γινόταν αυστηρή διαλογή και έμπαιναν μέσα μόνο τα καλύτερα τσαμπιά. Στην περίπτωση του Ubac μάλιστα αφαιρέσαμε τις ρόγες μία μία με το χέρι ελέγχοντας τες εξονυχιστικά. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται άριστη υγιεινή της πρώτης ύλης που είναι το άλφα και το ωμέγα για την παραγωγή ποιοτικών κρασιών με ελάχιστη ή μηδενική προσθήκη θειώδη ανυδρίτη. Οι ζυμώσεις γίνονται με ενδογενείς ζύμες και σε κανένα στάδιο της παραγωγής δεν χρησιμοποιούνται οινοποιητικές ουσίες. Οι εκχυλίσεις είναι πολύ μικρής διάρκειας αφού η πρώτη ύλη είναι αρκετά γενναιόδωρη και λόγω της σωστής ωρίμανσης δίνει απλόχερα όλα τα επιθυμητά συστατικά μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα. Τέλος οι συχνές δοκιμές και η αδιάκοπη παρακολούθηση του μούστου έως το τέλος των ζυμώσεων διασφαλίζουν την υψηλή ποιότητα του τελικού προϊόντος.

Από κει και πέρα καμία μέθοδος δεν παραμένει σταθερή και ποτέ μία οινοποίηση δεν είναι όμοια με καμία άλλη. Οι αποφάσεις παίρνονται επί τόπου ανάλογα με το πως δοκιμάζεται ο μούστος ή το κρασί την κάθε στιγμή.
Συνολικά παράγονται τέσσερις ετικέτες:
  • Το "Jeunes Vignes", δηλαδή νεαρά κλήματα, από αμπέλια Grenache ηλικίας εικοσιπέντε χρονών.
  • Το κλασσικό "Clos du Rouge Gorge" από 80% Carignan και 20% Grenache και αμπελώνες 50 έως 80 χρονών.
  • Το "Ubac" από 100% Cinsault και αμπελώνες 105 χρονών που βγαίνει μόνο σε πολύ καλές χρονιές.
  • Το λευκό από Macabeu και λίγο Grenache Gris και Blanc.
    Επιπλέον, δεν σταματούν να γίνονται πολλές πειραματικές οινοποιήσεις. Κορυφαία όλων ένα αναβράζον χαμηλόβαθμο μοσχάτο με πολύ καθαρή και παιχνιδιάρικη μύτη που στέκεται όμως ως κρασί και όχι.. ως γλειφιτζούρι όπως τα περισσότερα κρασιά τέτοιου τύπου.
Κάθε τι που παράγεται έχει στόχο την ανάδειξη του εξαιρετικού δυναμικού της περιοχής και των ποικιλιών της. Η ποιότητα των κρασιών του κτήματος είναι αναγνωρισμένη τόσο από τους οπαδούς των εναλλακτικών προτάσεων που είναι συνήθως και πιο ψαγμένοι, όσο και από μία μεγάλη μερίδα απλών καταναλωτών αλλά και εντύπων που κινούνται στους πιο mainstream χώρους τους κρασιού. Ο ίδιος ο Cyril είναι μία από τις χαρακτηριστικές μορφές των νέων οινοπαραγωγών του Roussillon και ένας από αυτούς που βοήθησαν σε μεγάλο βαθμό ώστε η περιοχή νααποκτήσει την χαμένη της αίγλη.

Αν και εξαιρετικά σπάνιο, σε περίπτωση που πέσει στα χέρια σας μία φιάλη από το Clos du Rouge Gorge είμαι βέβαιος πως όποια και αν είναι τα γούστα σας πάνω στο κρασί η δοκιμή της θα είναι για εσάς μία σπάνια γευστική εμπειρία!



*Coteaux :Η πλαγιά
** Γνεύσιοι: Σχιστοειδές πέτρωμα παρόμοιο με γρανίτη που συνήθως φέρει κρυστάλλους χαλαζία
***Ράγα: Ο σκελετός του τσαμπιού. Όσο πιο ώριμος τόσο λιγότερες "πράσινες" και άρα ανεπιθύμητες τανίνες περιέχει.

φώτο3: Από αριστερά, Cyril Fhal, ο γράφων, ο..σεφ, Γιάννης Δαλαμάρας


Άλλα άρθρα σχετικά με το Roussillon:
- Charivari Mahala
- Η αναγέννηση ενός αμπελώνα
- Τρύγος 2009


σημ.: Το γεγονός ότι οι αναρτήσεις γράφονται σε internet cafe δε μου επιτρέπει να έχω πρόσβαση στο φωτογραφικό μου υλικό και γι'αυτό οι φώτο είναι περιορισμένες.

Τετάρτη 14 Απριλίου 2010

Από το Παρίσι στις πλαγιές των Πυρηναίων

Le Clos du Rouge Gorge (μέρος 1ο)

Περίπου ένα χρόνο πριν είχαμε βρεθεί με καλή παρέα σε ένα φιλικό σπίτι στο Παρίσι και δοκιμάζαμε νεαρές Σαντορίνες. Μαγεμένοι από τις ηφαιστειακές εκρήξεις φρεσκάδας που έσχιζαν το στόμα μας επιβεβαιώσαμε την άποψη πως το νησί διαθέτει ασυναγώνιστο τερουάρ και αποφασίσαμε να περάσουμε σε κάτι εξίσου δυνατό και στα κόκκινα.
Τιμώντας την χώρα που μας φιλοξενούσε και όσο ακόμη συνεχίζαμε τις δοκιμές της Σαντορίνης, βάλαμε σε καράφα ένα Pinot του 2005 από την Βουργουνδία και ένα Carignan - Grenache του 2003 από το Ρουσιγιόν. Το πρώτο, φέροντας το βαρύ όνομα ενός premier cru του Nuits saint Georges και προερχόμενο από έναν παραγωγού εξίσου αναγνωρισμένου κύρους, πληρούσε όλες τις προδιαγραφές ενός Pinot, με την κομψή του μύτη και τη χαρακτηριστική οξύτητα περίτεχνα εναρμονισμένη στο σύνολο. Η χρονιά του 2005 μάλιστα θεωρείται μία από τις καλύτερες των τελευταίων χρόνων για την περιοχή της Βουργουνδίας.
Έχοντας λοιπόν θέσει τον πήχη πολύ ψηλά, περάσαμε στο επόμενο κόκκινο που προερχόταν από μία άγνωστη μέχρι τότε για μένα περιοχή με το όνομα Latour de France και από μία χρονιά που έχει μείνει στο μυαλό όλων για την παρατεταμένη ζέστη και τους απανωτούς καύσωνες. Δημιουργός, ο Cyril Fhal ένας παραγωγός για τον οποίο γνώριζα ελάχιστα. Είχε τύχει να διαβάσω πρόσφατα ένα άρθρο για τους νέους οινοπαραγωγούς του Roussillon όπου και αφιέρωνε μερικές σειρές στον Cyril αλλά δεν είχα δώσει μεγάλη σημασία. Το έντονο σκούρο χρώμα του κρασιού στην καράφα μας είχε προϊδεάσει για κάτι αρκετά έντονο σε αλκοόλ, τανίνες και σώμα και η πρώτη σκέψη που κάναμε ήταν πως δεν είχε καμία ελπίδα στην σύγκριση με το Pinot. Σκεφτείτε έναν φημισμένο αθλητή ενόργανης να πραγματοποιεί ένα φανταστικό νούμερο που ενθουσιάζει την κριτική επιτροπή. Κανένας δεν δίνει ελπίδες στον άσημο αθλητή που ακολουθεί και απλά περιμένουν να περάσει η σειρά του και να πανηγυρίσουν την νίκη του φαβορί. Να όμως που από την καράφα ακόμη άρχισαν να μας γαργαλάν την μύτη όμορφα φρουτώδη αρώματα. Όταν μάλιστα το αδειάσαμε στα ποτήρια μας, τα αρώματα αυτά πλημμύρισαν το χώρο και δεν άργησαν να ακουστούν επιφωνήματα θαυμασμού από την πλευρά μας. Η μύτη ξεπερνούσε σε φινέτσα το Pinot και τα ρουθούνια μας είχαν γεμίσει με φρούτα ενώ μεταλικές-σπιρτόζικες νότες συμπλήρωναν το σύνολο κάνοντας το μοναδικά πολύπλοκο. Το στόμα ήταν πολύ πλούσιο χωρίς όμως να κουράζει καθόλου αφού η δροσερή του οξύτητα, του προσέδιδε το απαραίτητο νεύρο και οι εξαιρετικής ποιότητας τανίνες έκαναν την απόλαυση να διαρκεί μέχρι τέλους. Μέχρι να στραγγίσουμε και την τελευταία σταγόνα κανείς μας δεν επέστρεψε στο Pinot το οποίο είχαμε κρατήσει σε ένα ποτήρι δίπλα μας και το δοκιμάζαμε κάθε τόσο για την περίπτωση που μας κάνει να αλλάξουμε γνώμη. Το "αουτσάιντερ" όμως είχε κάνει τους κριτές να τρίβουν τα μάτια τους!
Το πιο εντυπωσιακό όμως είναι πως ο παραγωγός κατάφερε σε μία τόσο ζεστή χρονιά να παράγει ένα κρασί με τόσο έντονη αίσθηση φρεσκάδας. Έδαφος, υψόμετρο, κατάλληλες οινοποιητικές πρακτικές, είναι αυτά που μου ήρθαν στο μυαλό σε πρώτη φάση. Ταυτόχρονα, είχε φουντώσει για τα καλά μέσα μου η επιθυμία να συνεργαστώ με τον άνθρωπο που έφερε στον κόσμο αυτό το σπουδαίο δημιούργημα!
Χωρίς να χάνουμε χρόνο και κρατώντας ακόμη τα ποτήρια μας στο χέρι, ξεκινήσαμε τις προσπάθειες να βρούμε περισσότερες πληροφορίες για τον παραγωγό. Λίγες μέρες μετά είχα στη διάθεση μου το νούμερο του Cyril Fhal ώστε να έρθω σε επαφή μαζί του και να συζητήσουμε μία ενδεχόμενη συνεργασία. Τρεισήμισι μήνες αργότερα βρισκόμουν στο τραίνο από Παρίσι για Περπινιάν με σκοπό να συναντήσω τον κοντούλη θαυματοποιό της κοιλάδας του Agly και να δουλέψω μαζί του.Έμεινα εκεί κάτι λιγότερο από δύο μήνες αλλά στην κάθε μου στιγμή εκεί πέρα κέρδιζα σημαντικές γνώσεις και εμπειρίες.
Εκεί επιβεβαίωσα πως αν κάποιος έχει τις απαραίτητες βάσεις και την ικανότητα να αξιολογεί κατάλληλα τις πληροφορίες που του δίνονται, η πρακτική εξάσκηση είναι πολύ πιο ουσιαστική από οποιαδήποτε σχολή και πτυχίο.
Εκεί επίσης, επιβεβαίωσα πως δεν χρειάζεται κανείς φανταχτερό οινοποιείο και καινούρια γυαλιστερά μηχανήματα για να παράγει καλό κρασί αλλά μεράκι και αγάπη για αυτό που κάνει.
Εκεί, μεταξύ άλλων, πέρασα και μερικές από τις πιο ευχάριστες και γεμάτες μέρες της ζωής μου!

Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2010

Ουδέν κακόν αμιγές καλού!

Οι βόλτες στην Τοσκάνη τελείωσαν νωρίς τον Δεκέμβρη. Ακολούθησε, το διήμερο του χάρτη του γεύσεων όπου πολλά κρασιά ενθουσίασαν και άλλα απλά χάθηκαν στην μετριότητα. Λίγες μέρες μετά, την περίοδο των εορτών, οι οικογενειακές συνευρέσεις συνοδεύτηκαν από διάφορες φιάλες από τις "καλές" από αυτές δηλαδή που φιλάμε για τις μέρες αυτές.

Ενδιάμεσα, γινόταν συχνά πυκνά δοκιμές των κρασιών της οικογενειακής επιχείρησης. Αργότερα, μόλις συνήλθαμε από τις καταχρήσεις των γιορτών πραγματοποιήσαμε ένα οικογενειακό οινικό οδοιπορικό στην Ιταλία και την Γαλλία όπου δοκιμάσαμε πολλά και ήπιαμε άλλα τόσα ενώ ταυτόχρονα μαζέψαμε τις διάφορες φιάλες που είχα συλλέξει κατά καιρούς και είχα αφήσει σε διάφορα μέρη της Γαλλίας.

Η μεγάλη αυτή περίοδος οινικών περιπετειών έληξε με μία βόλτα από την Μαντινεία και επισκέψεις στα οινοποιεία Σπυρόπουλου, Γιαννοπούλου και Τσέλεπου.

Όπως είναι φυσικό, μετά το πέρας των δύο περίπου αυτών μηνών, ήμουν και πάλι φορτωμένος με πάμπολλες εμπειρίες και οι τσέπες μου ξεχείλιζαν από σημειώσεις! Υπό άλλες συνθήκες τώρα θα είχα απλώσει τα μπλοκάκια μου δεξιά και αριστερά και όλες αυτές οι εμπειρίες θα περνούσαν από το χαρτί στην οθόνη με σκοπό να τις μοιραστώ με όλους όσους διαβάζουν αυτό το μπλογκ. Όπως γίνεται άλλωστε τα τελευταία δύο χρόνια...

Να όμως που τα πράγματα έχουν αλλάξει και δεν είναι τόσο εύκολο να γίνει κάτι τέτοιο την συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Την στιγμή που γράφω τις σειρές αυτές βρίσκομαι για πρώτη φορά εξοδούχος από το στρατόπεδο εφοδιασμού μεταφορών της Σπάρτης. Η ώρα της μαμάς πατρίδας βλέπετε! Αυτό σημαίνει πως τα δεδομένα για το μπλογκ αυτό αλλάζουν και για τους επόμενους μήνες οι αμπελοοινικές περιπέτειες θα περιοριστούν σημαντικά.

Από την άλλη μεριά, με λίγη προσπάθεια, η στρατιωτική θητεία μπορεί να γίνει η αιτία για νέες εξορμήσεις σε μέρη τα οποία δεν είχα επισκεφτεί ποτέ πριν. Ήδη η αρχή έγινε με τις επισκέψεις στην Μαντινεία λίγες μέρες πριν την ημέρα της κατάταξης ενώ μία μετάθεση σε κάποια παραμεθόριο περιοχή όπως η Δράμα ή η Φλώρινα μπορεί άνετα να αποτελέσει το έναυσμα για νέες εξορμήσεις σε αμπελώνες και οινοποιεία!

Ουδέν κακόν αμιγές καλού δηλαδή! Απλά περιμένουμε να δούμε πως θα εξελιχθούν τα πράγματα και ευελπιστώ πως σύντομα θα μοιραζόμαστε εντυπώσεις από καινούριες γευστικές -και όχι μόνο- εμπειρίες!

Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2009

Η γη της φιλοξενίας

Την δευτέρα το βράδυ, αμέσως μετά την σύνταξη του μανιφέστου των "Vignerons d'Europe" αρχίζαν οι εκδηλώσεις "terra hospitale". Kάθε παραγωγός έφευγε από την Φλωρεντία για την περιοχή που θα φιλοξενούνταν από συναδέλφους του ή από τοπικούς φορείς της Τοσκάνης. Αρχικά με είχαν ειδοποιήσει να ετοιμαστώ για να φύγω μαζί με δύο Γάλλους και να πάρω το καράβι που θα μας πήγαινε στο νησάκι της Έλμπα. Το ιστορικό μέρος όπου φυλακίστηκε ο Ναπολέων. Λόγω κακοκαιρίας όμως, τα σχέδιά άλλαξαν και καταλήξαμε σε μία εξοχική κατοικία κοντά στο χωριό San Miniato. Και για να μην στεναχωρηθούμε σε περίπτωση που είχαμε ετοιμαστεί ψυχολογικά να βρεθούμε στα μέρη που πάτησε ο Ναπολέων, φιλοξενηθήκαμε σε μία οικία η οποία υπήρξε κάποτε το εξοχικό του ένδοξου γάλλου αυτοκράτορα-στρατηγού!
Επρόκειτο για ένα κτίριο που αποτελεί σήμερα την οικία και παράλληλα τον χώρο φιλοξενίας του οινοποιείου του Cossimo Maria Masini, γόνου οικογενείας βιομηχάνων που αποφάσισε να ξεφύγει από τις οικογενειακές επιχειρήσεις και να αφιερώσει την ζωή του στην βιοδυναμική αμπελοκαλλιεργεια και παραγωγή κρασιού. Φτάσαμε εκεί μετά από μία ενδιάμεση στάση στο οινοποιείο της Ivana Cupelli όπου βρεθήκαμε με συναδέλφους μας από την Τσεχία και την Ισπανία για να τσιμπήσουμε κάτι και να συζητήσουμε τις εντυπώσεις μας από τις εκδηλώσεις των προηγούμενων ημερών.
Την επόμενη μέρα ξεκινήσαμε με ξενάγηση και δοκιμή κρασιών στο οινοποιείο που μας φιλοξενούσε. Τα λευκά τους όπως και τα κόκκινα δεν με πολυενθουσίασαν και για τον λόγω αυτόν δεν κράτησα και σημειώσεις. Κρίνοντας όμως από την πολύ καλή δουλειά που γίνεται πιστεύω πως δοκιμάζοντας τα κάποια άλλη στιγμή στο μέλλον ίσως να έχω διαφορετική άποψη. Ακολούθησε γευσιγνωσία προϊόντων λευκής τρούφας ενώ ταυτόχρονα ενημερωθήκαμε για τον τρόπο συλλογής του πολύτιμου αυτού μανιταριού και την τέχνη της εναρμόνισης της έντονης γεύσης του με διάφορες γκουρμέ λιχουδιές! Από τα σκυλιά, που όταν δεν ψάχνουν για τρούφες κάνουν δημόσιες σχέσεις, μέχρι την ιδιοκτήτρια της επιχείρησης η υποδοχή ήταν άψογη και περάσαμε ένα φανταστικό πρωινό χαμένοι στον μαγικό κόσμο του λευκού αυτού θησαυρού!
Στην συνέχεια επισκεφτήκαμε το οινοποιείο που θα μας πρόσφερε και το μεσημεριανό μας γεύμα. Κάνοντας μία βόλτα στα αμπέλια με απογοήτευσε η εμμονή του ιδιοκτήτη να φυτεύει merlot σε όλες τις νέες καλλιέργειες "γιατί το θέλει η αγορά". Ρώτησε άραγε την αγορά αν το Merlot που θέλει είναι ένα merlot από μία άγνωστη γωνιά της Τοσκάνης από έναν παραγωγό που αγνοεί ακόμη και τις πιο βασικές αρχές του μάρκετινγκ; ...τους ευχαριστούμε πολύ για το γεύμα και συνεχίζουμε.
Ακολούθησε ξεκούραση και αμέσως μετά πάλι γεύμα με παραγωγούς της Τοσκάνης στο αρχοντικό που μας φιλοξενούσαν. Ουσιαστικά από τις δώδεκα το μεσημέρι μέχρι τις δώδεκα το βράδυ ήταν ένας μαραθώνιας οινοποσίας και φαγητού για σκληρούς παίκτες αφού ο χρόνος που μεσολάβησε μεταξύ των δύο γευμάτων ήταν ελάχιστος!
Η επόμενη μέρα μας βρήκε να γυρνάμε στα δρομάκια του γραφικού San Miniato όπου και ξεναγηθήκαμε στα τοπικά αξιοθέατα. Η εκκλησίες και τα ανάκτορα ματαιόδοξων ευγενών που έκαναν επίδειξη δύναμης και πλούτου σε καιρούς που κάποιοι πέθαιναν από την πείνα δεν συγκαταλέγονται στα θεάματα που με συγκινούν και ανυπομονούσα να περάσουμε στην συνέχεια του προγράμματος. Το δεύτερο μέρος περιελάμβανε επίσκεψη στο κρεοπωλείο-αλλαντοποιείο του Sergio Fallaschi με σκοπό να δοκιμάσουμε τις παραδοσιακές, προστατευμένες από την Slow Food, λιχουδιές του χωριού. Από το κλασικό σαλάμι και το prosciuto μέχρι τα λουκάνικα με τρούφα και το σαλάμι από στεγνωμένο αίμα και κάστανα τα πάντα ήταν υπέροχα και το ερυθρό Murleo 2005 που τα συνόδευε έδενε φανταστικά με τα περισσότερα εξ αυτών. Να σημειώσω πως οι οικογένεια Fallaschi δεν περιορίζει την προώθηση των προϊόντων της στην ποιότητά τους αλλά κάθε εποχή οργανώνει διάφορες εκδηλώσεις που κάνουν το συγκεκριμένο κατάστημα ένα από τα δημοφιλέστερα της περιοχής. Για τα φετινά Χριστούγεννα για παράδειγμα, υπήρχε ορχήστρα που έπαιζε τζαζ μέσα στο κρεοπωλείο! Το όλο εγχείρημα ηχογραφήθηκε και στην συνέχεια κυκλοφόρησε ο δίσκος Jazz in Macceleria που διανέμονταν δωρεάν στους πελάτες κατά την διάρκεια των Χριστουγέννων!
Είναι σημαντικό να αναφερθεί πως το San Miniato είναι χωριό χαρακτηρισμένο ως Slow village. Αυτό σημαίνει πως η Slow Food εγγυάται για την ποιότητα και την αυθεντικότητα όλων τον παραδοσιακών γαστρονομικών προϊόντων που παράγονται εκεί.
Τελευταίος σταθμός πριν αφήσω την περιοχή του San Miniato το οινοποιείο του Pietro Benoncini. Εκεί, μαζί με έναν Ισπανό οινοπαραγωγό δοκιμάσαμε τα κρασιά του κτήματος καθισμένοι γύρω από ένα τραπέζι και πίνοντας τα αργά αργά με την συνοδεία εξαιρετικής παρμεζάνας. Ξεκινούσαμε με τις δύο διαφορετικές εκδοχές Tempranillo (!) του κτήματος οι οποίες με άφησαν μάλλον αδιάφορο. Το πρώτο ήταν ευκολόπιοτο αλλά χωρίς να λέει τίποτα παραπάνω ενώ το δεύτερο παραήταν συμπυκνωμένο με πολύ ζεστό στόμα και έντονες τανίνες που αφήναν σχετικά πικρή αίσθηση. Το Sangiovese του 2005 ήταν σαφώς πιο κόμψο, με πολύ καλύτερη οξύτητα από τα δύο προηγούμενα και καλή ποιότητα τανινών. Το καλύτερο από όσα δοκιμάσαμε ήταν το Murleo του 2006 από ισόποσο χαρμάνι Sangiovese και Malvasia Nera. Πολύ εκφραστικό με πλούσιο-ζουμερό στόμα και τέλεια ισορροπία έκλεινε με μακρά επίγευση και κέρδιζε τον τίτλο του καλύτερου κρασιού που δοκίμασα το διάστημα που έκατσα στο San Miniato.
Στο τέλος της δοκιμής με έστειλαν πίσω στην Φλωρεντία όπου πήρα το τρένο για να κατέβω νότια προς την Σιένα για να συνεχίσω να απολαμβάνω την Τοσκανέζικη φιλοξενία παρέα αυτήν την φορά με Γερμανούς, Αυστριακούς και Τούρκους οινοπαραγωγούς.

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2009

Manifesto di "Vignerons d'Europe" 2009

Όπως ανέφερα και στο προηγούμενο άρθρο μου, μετά το πέρας των δύο πρώτων ημερών οι "Vignerons d'Europe" βρέθηκαν στο Palazzo vecchio της Φλωρεντίας για να συνοψίσουν όλα όσα συζητήθηκαν κατά την διάρκεια του διημέρου και να συντάξουν ένα μανιφέστο.
Ιδού λοιπόν τα έντεκα σημεία που χαρακτηρίζουν τον Ευρωπαίο αμπελουργό-οινοπαραγωγό (vigneron) και αποτελούν το μανιφέστο:

  • Ο vigneron αναλαμβάνει προσωπικά την φροντίδα του αμπελώνα του, το οινοποιείο του και τις πωλήσεις.
  • Το κρασί του vigneron είναι ζωντανό και δίνει ευχαρίστηση. Είναι προϊόν της γης και της σκέψης του vigneron και η αυθεντική έκφραση μίας κουλτούρας.
  • Ο vigneron θεωρεί τον καταναλωτή συμπαραγωγό.
  • Ο vigneron φροντίζει και διαμορφώνει το τοπίο με σεβασμό στην βιοποικιλότητα και στην κουλτούρα της περιοχής του την οποία προωθεί και εμπλουτίζει.
  • Ο vigneron ως αγρότης αναλαμβάνει την ευθύνη να διατηρήσει και να βελτιώσει την γονιμότητα του εδάφους και την ισορροπία των οικοσυστήματων.
  • Ο vigneron δεσμεύεται να απαρνηθεί την χρήση τεχνιτών ή συνθετικών οργανισμών ή μορίων με στόχο την προστασία των ζωντανών οργανισμών.
  • Ο vigneron γνωρίζει τα όρια για κάθε του ενέργεια και ψάχνει πάντα το ιδανικό και όχι το περισσότερο (το όπτιμουμ και όχι το μάξιμουμ).
  • Ο vigneron αναλαμβάνει την ευθύνη των ενεργειών του που έχουν αντίκτυπο στο περιβάλλον, στην υγεία του καταναλωτή και στο πεπρωμένο τις τοπικής κοινωνίας αλλά και παγκοσμίως.
  • Ο vigneron δεσμεύεται να δημιουργήσει και να διατηρήσει σχέσεις με άλλους παραγωγούς, αγρότες, παραγωγούς τροφίμων, μάγειρες, πανεπιστήμια και ινστιτούτα ερευνών, εκπαιδευτικούς, τους κατοίκους της τοπικής κοινότητας και ολόκληρου του κόσμου.
  • Ο vigneron εφαρμόζει διαφάνεια: λέει αυτό που κάνει και κάνει αυτό που λέει.
  • Οι “Vignerons d'Europe” που παρευρέθησαν στην Φλωρεντία καλούν τις εθνικές και Ευρωπαικές αρχές να μην εμποδίζουν την δραστηριότητά τους με ρυθμίσεις προσαρμοσμένες στην βιομηχανία και όχι στις δικές τους ανάγκες.

Προσωπικά συμφωνώ απόλυτα με το μανιφέστο έχοντας μία μόνο μικρή επιφύλαξη για το σημείο όπου αναφέρεται: "Ο vigneron δεσμεύεται να απαρνηθεί την χρήση τεχνιτών ή συνθετικών οργανισμών ή μορίων με στόχο την προστασία των ζωντανών οργανισμών". Στο σημείο εκείνο φωτογραφίζονται μόνο όσοι παραγωγοί καλλιεργούν εφαρμόζοντας κάποια μορφή βιολογικής καλλιέργειας. Είμαι υπέρ οποιασδήποτε μορφής εναλλακτικής καλλιέργειας με την διαφορά πως υπάρχουν οινοπαραγωγοί που για διάφορους λόγους -κυρίως κλιματικολογικούς- δυσκολέυονται να απαρνηθούν πλήρως την χρήση χημικών ή συνθετικών μορίων και οργανισμών. Ίσως στο συγκεκριμένο σημείο θα μπορούσαμε να είμαστε λιγότερο αυστηροί αλλάζοντας το "...δεσμέυεται να απαρνηθεί..." με το "...δεσμέυεται να κάνει όσο το δυνατόν μικρότερη χρήση συνθετικών ή τεχνιτών μορίων και μόνο όταν αυτό κρίνεται αναγκαίο".

Μετά το πέρας της σύνταξης του μανιφέστου ακολούθησε μία αγορά κρασιού όπου όσοι οινοπαραγωγοί ήθελαν, μπορούσαν να εκθέσουν και ν απουλήσουν το κρασί τους στο καταναλωτικό κοινό της Φλωρεντίας. Στο τέλος της ημέρας όσοι είχαν την δυνατότητα να παραμείνουν φιλοξενήθηκαν από οινοπαραγωγούς της Τοσκάνης και επί πέντε ακόμη μέρες οι εκδηλώσεις συνεχίστηκαν με ξεναγήσεις σε οινοποιεία, δοκιμές κρασιών και άλλων γαστρονομικών προϊόντων, επισκέψεις στα αξιοθέατα της περιοχής και μαραθώνια γεύματα όπως μόνο οι vignerons ξέρουν να απολαμβάνουν!


Φώτο: Sergio Garbari

Vignerons d'Europe 2009

Κλιματικές αλλαγές, ποικιλίες που χάνονται, κρασιά που χάνουν την ταυτότητά τους, παραδοσιακές αμπελοοινικές περιοχές που ξεριζώνουν εκατοντάδες στρέμματα, παραγωγή κρασιού με μηδενικό κόστος, φιάλες που κυκλοφορούν στα σούπερ μάρκετ με δώρο αναψυκτικά, μεγάλες πολυεθνικές εταιρίες που μπαίνουν στον κόσμο του κρασιού σβήνοντας δεκάδες μικρούς παραγωγούς.
Αυτοί είναι μόνο κάποιοι από τους σύγχρονους προβληματισμούς ενός οινοπαραγωγού και ιδίως ενός παραγωγού που βρίσκεται στην γηραιά ήπειρο. Στον παλαιό δηλαδή οινόκοσμο. Αυτούς τους προβληματισμούς εντόπισε και η παγκοσμίου φήμης οργάνωση για το ποιοτικό φαγητό, η Slow Food. H συγκεκριμένη οργάνωση έχει ώς στόχο την επιβίωση των κατά τόπους γαστρονομικών παραδόσεων μέσω της αργοφαγίας, της στήριξης στους μικρούς παραγωγούς, την διάσωση των τοπικών ποικιλιών και την αναβίωση παλαιών και ξεχασμένων μαγειρικών συνταγών που αναδεικνύουν την γαστρονομική κουλτούρα της κάθε περιοχής.
Για τον λόγο αυτό κάλεσε για δεύτερη φορά μέσα σε δύο χρόνια χίλιους μικρού μεγέθους οινοπαραγωγούς από όλη την Ευρώπη να συναντηθούν στο Μοντεκατίνι της Τοσκάνης το πρώτο σαββατοκύριακο του Δεκεμβρίου σε μία εκδήλωση με το όνομα "Vignerons d'Europe". Στο κάλεσμά της ανταποκρίθηκαν τελικώς οκτακόσιοι οινοπαραγωγοί που με την βοήθεια ακαδημαϊκών, ντόπιων φορέων, δημοσιογράφων οίνου και αντιπροσωπείες από συνδικάτα αμπελουργών από διάφορες χώρες συζήτησαν για το μέλλον του Ευρωπαϊκού αμπελώνα.
Σημαντικό ρόλο έπαιξε και η παρουσία του Jean Francois Hulot που αντιπροσώπευε την επιτροπή βιολογικών προϊόντων της Ευρωπαϊκής ένωσης. Έδωσε χρήσιμες πληροφορίες, ενημέρωσε τους παραγωγούς για την δυνατότητα παραγωγής βιολογικών κρασιών* από την νέα χρονιά και αντάλλαξε απόψεις με τους παρευρισκόμενους Επίσης μας κάλεσε να μπούμε στο σαίτ της Ευρωπαϊκής ένωσης και να ψηφίσουμε για το καινούριο λογότυπο των βιολογικών προϊόντων. Το έκανα λοιπόν και αμέσως μετά αντίκρισα να αναγράφεται σε όλες τις γλώσσες: "Το νέο λογότυπο θα εμφανίζεται σε κάθε βιολογικό προϊόν στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς σου..." O κύριος Hulot μίλησε μπροστά σε οκτακόσιους παραγωγούς με πολύ συγκεκριμένη άποψη πάνω στο κρασί. Έχοντας μιλήσει με πολλούς από αυτούς είμαι βέβαιος πως οι πλειοψηφία αυτών αρνείται να δει το κρασί της στα ράφια ενός σούπερ μάρκετ και πολλοί από αυτούς δεν αγοράζουν εκεί κανένα τρόφιμο, πόσο μάλλον βιολογικό. Δεν υπάρχει μόνο το σούπερ μάρκετ κύριοι. Υπάρχουν και τα μπακάλικα, υπάρχουν και οι λαϊκές αγορές, υπάρχουν και οι απευθείας αγορές από τον παραγωγό, υπάρχουν και οι ανταλλαγές προϊόντων και πολλοί ακόμη εναλλακτικοί τρόποι αγοράς τροφίμων. Μου φαίνεται αδιανόητο η Ευρωπαϊκή ένωση να στηρίζει τόσο ανοιχτά μία συγκεκριμένη μορφή αγοράς. Αν υπάρχει κάποιος με μεγάλο μερίδιο ευθύνης για την ισοπέδωση των γεύσεων, την εξαφάνιση των κατά τόπους ποικιλιών, τον αφανισμό πολλών μικρών παραγωγών και την ευρεία διάδοση των "πλαστικών" άγευστων, σκασμένων στα χημικά τροφίμων αυτά είναι τα σούπερ μάρκετ και το να αγοράζει κανείς εκεί βιολογικό προϊόν είναι ειρωνικό. Το βιολογικό δεν είναι ετικέτες είναι στάση ζωής.
Επιστρέφοντας στα της εκδήλωσης και παίρνοντας τα πράγματα από την αρχή, το διήμερο ξεκίνησε με μπουφέ και μουσική στον χώρο όπου βρίσκονται οι θέρμες του Montecatini. Οι οινοπαραγωγοί βρέθηκαν για πρώτη φορά γύρω από ένα ποτήρι κρασί και άρχισε έτσι η σύσφιξη σχέσεων που ήταν μία από τις επιδιώξεις της Slow Food. Αμέσως μετά ξεκίνησαν οι ομιλίες-χαιρετισμοί από διάφορες προσωπικότητες του χώρου και έκλεισαν με μία μεγάλη ομιλία του Carlo Petrini, ιδρυτή της SF, που έδειξε πάνω σε ποια κατεύθυνση θα κινηθούν οι ομιλίες και οι συζητήσεις των επόμενων δύο ημερών. Ακολούθησε ελεύθερη συζήτηση μεταξύ των παρευρισκομένων και σχολιασμός των όσων ειπώθηκαν από τους ομιλητές. Κατά τον ίδιο τρόπο κύλησε όλο το διήμερο. Ξεκινούσαμε με ομιλίες κατά την διάρκεια των οποίων υπήρχε δυνατότητα παρέμβασης από το κοινό και εναλλάσσονταν με συζητήσεις σε προσωπικό επίπεδο γύρω από ένα ποτήρι κρασί από αυτά που ο κάθε παραγωγός είχε φέρει. Έτσι, γινόταν μία πιο ελεύθερη ανταλλαγή απόψεων και οι παραγωγοί ένιωθαν πιο οικεία μεταξύ τους καθώς μοιραζόταν τις ιδέες τους αλλά και τους προβληματισμούς τους.


Οι ομιλίες είχαν χωριστεί σε τέσσερα μέρη:
- Ηθική ταυτότητα του παραγωγού
- Νερό, έδαφος και φυσικοί πόροι
- Οινοπαραγωγή: Ζύμωση, διορθώσεις, παλαίωση
- Το φυτό, η καλλιέργεια και παθολογία του αμπελιού
Τα τέσσερα αυτά θέματα αποτέλεσαν τον κορμό των συζητήσεων αλλά γύρω από αυτά εκφράστηκαν και διάφοροι άλλοι προβληματισμοί και ιδέες για την διατήρηση της αμπελο-οινικής μας κουλτούρας.

Την τρίτη μέρα όλοι οι συμμετέχοντες βρέθηκαν στο Palazzo Vecchio στην Φλωρεντία όπου έγινε μία σύνοψη των όσων συζητήθηκαν και συμφωνήθηκε ένα μανιφέστο.
Από την εκδήλωση αυτήν βγήκαν πολύ χρήσιμα συμπεράσματα και ακούστηκαν πολύ ενδιαφέρουσες απόψεις. Τα προβλήματα που θα πρέπει να αντιμετωπιστούν έγιναν πιο ξεκάθαρα όπως επίσης και οι κινήσεις που πρέπει να γίνουν στο μέλλον σε ατομικό αλλά και σε συλλογικό επίπεδο. Μένει μόνο να γίνει σωστή χρήση του μανιφέστο, τα λόγια να γίνουν πράξεις και οι Vignerons d'Europe να συνεχίσουν να συνευρίσκονται για να αποκτήσουν δυναμική και να καταφέρουν να πραγματοποιήσουν τον στόχο τους:
Την διασφάλιση της περιβαλλοντικής, οικονομικής και κοινωνικής επιβίωσης της Ευρωπαϊκής αμπελοοινικής κουλτούρας.


*Αυτήν την στιγμή κυκλοφορούν κρασιά με την ένδειξη "οίνος προερχόμενος από σταφύλια βιολογικής καλλιέργειας". Από το 2010 θα υπάρξουν για πρώτη φορά "βιολογικοί οίνοι".

Φώτο: Sergio Garbari

Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2009

Αμπελο-οινικές περιπέτειες στο μαγευτικό νησί του Κέφαλου!

Πολύ μικρός, όταν ακόμη ξεκινούσα να διαβάζω, η αγαπημένη μου ετικέτα στην κάβα της μητέρας μου ήταν αυτή που απεικόνιζε ένα κανονάκι σε πράσινο φόντο και ήταν τυπωμένη πάνω σε ένα τσουβαλάκι που αγκάλιαζε την φιάλη. Δεν ξέρω για πιο λόγο η εικόνα αυτή με τραβούσε τόσο πολύ αλλά χάρη σε αυτήν η Ρομπόλα του συνεταιρισμού της Κεφαλονιάς έγινε το αγαπημένου μου κρασί. Εμφανισιακά τουλάχιστον γιατί εκείνη την εποχή δεν είχα ιδέα από δοκιμές κρασιών. Προείχε να μάθω να διαβάζω και να γράφω προτού μάθω να πίνω (αν και σε μερικούς που ξέρουν καλά το πάθος μου για το κρασί δεν θα τους φαινόταν καθόλου παράξενο αν συνέβαινε το αντίθετο..). Σχεδόν είκοσι χρόνια μετά βρισκόμουν στην γη που παρήγαγε το κρασί αυτό και σίγουρα αυτήν την φορά δε θα κέρδιζαν τις εντυπώσεις μου κανονάκια και τσουβαλάκια...
Είχα ακούσει τόσα πολλά για το νησί αυτό και τους σκαρφαλωμένους σε πλαγιές αμπελώνες του με θέα την θάλασσα και είχα ενθουσιαστεί που θα είχα επιτέλους την ευκαιρία να το επισκεφτώ. Τα τοπία ήταν μαγικά. Ο συνδυασμός βουνού και θάλασσας μαζί με την πλούσια βλάστηση αλλά και οι εναλλαγές του καιρού δημιουργούσαν φανταστικές εικόνες και σχεδόν ξεχνούσα τον αρχικό μου σκοπό που ήταν να δω τα αμπέλια και τα οινοποιεία της περιοχής.
Φυσικά έγινε και αυτό, αρχής γενομένης με το κτήμα Gentillini. Ακριβώς κάτω από το Αργοστόλι σε μία αρκετά βραχώδη περιοχή βρίσκεται το μικρο οινοποιείο του κτήματος. Εκεί μας περίμενε η οινολόγος του Gentillini, Gabrielle Beamish που μας ξενάγησε και μας μίλησε λεπτομερώς για την παραγωγική διαδικασία. Για κακή μας τύχη η Ρομπόλα του 2008 είχε τελειώσει και σε αυτήν του 2009 είχε γίνει πρόσφατα επεξεργασία με μπεντονίτη. Έτσι ξεκινήσαμε την δοκιμή με το λευκό του 2008 και περάσαμε αμέσως μετά στο ροζέ. Χάρηκα όταν έμαθα πως το Chardonnay του κτήματος αντικαταστάθηκε με μαυροδάφνη και η τελευταία έχει όλο και μεγαλύτερο ποσοστό στα κόκκινα χαρμάνια. Το red ήταν μάλλον το κρασί που κέρδισε την προτίμηση μου αφού ήταν ευκολόπιοτο, εκφραστικότατο και άψογα ισορροπημένο. Η Syrah έδειχνε πως έχει μεγάλες δυνατότητες να γίνει ένα εξαιρετικό κρασί αλλά ήταν αρκετά νεαρή και σημαδεμένη ακόμη από το βαρέλι. Πάντως αρωματικά έδειχνε έναν πολύ διαφορετικό χαρακτήρα από τις υπόλοιπες ελληνικές Syrah και θα έχει ενδιαφέρον να ακολουθήσει κανείς την εξέλιξή της.
Ο πολύ άσχημος καιρός χάλασε τα σχέδια μας για επίσκεψη στο οινοποιείο του Σκλάβου. Έτσι βρεθήκαμε σε "ουδέτερο έδαφος" με τον Ευρυβιάδη, σε ένα μικρό καφέ στο Αργοστόλι και για πολύ λίγη ώρα σε σχέση με όλα αυτά που θέλαμε να συζητήσουμε. Είχαμε μία πολύ ουσιώδη ανταλλαγή απόψεων γύρω από το κρασί και τις εναλλακτικές μορφές καλλιέργειας αλλά σε καμία περίπτωση ό χρόνος που είχαμε δεν ήταν αρκετός για να καλύψουμε όλα τα θέματα που είχαμε κατά νου. Δεν μπορέσαμε να δοκιμάσουμε κάτι αλλά εφοδιάστηκα με μερικές φιάλες του κτήματος ώστε να τις δοκιμάσω μόνος μου όταν θα έχω τον χρόνο και την ηρεμία. Όχι πως δεν γνωρίζω την αξία του Οργίων ή τον δροσερό και ευχάριστο Μεταγειτνιών αλλά ποτέ δεν χάνουμε δοκιμάζοντας μία ακόμη φορά!
Από το Αργοστόλι ανηφορίσαμε προς τον βουνό για να κάνουμε μία γύρα σε κάποια αμπέλια που μας υπέδειξε ο Ευρυβιάδης και ανήκουν σε παραγωγούς του συνεταιρισμού. Εκτιμάται πως τα αμπέλια αυτά έχουν φυτευτεί στις αρχές του προηγούμενου αιώνα και τα περισσότερα από αυτά είναι σε φάση εγκατάλειψης. Για μένα όμως το θέαμα αυτό τον γερασμένων αμπελώνων πάνω στις πλαγιές του συννεφιασμένου Αίνου απέναντι από την φουρτουνιασμένη θάλασσα ήταν κάτι μαγικό. Φαντάστηκα τον εαυτό μου να έχει αναλάβει μερικά από αυτά τα κομμάτια γης και να προσπαθεί χρόνο με τον χρόνο, με προσεκτικές φροντίδες να διασώσει τους παροπλισμένους αυτούς γέροντες με αντάλλαγμα τους πολύτιμους χυμούς τους.
Ξυπνώντας από αυτό το σύντομο όνειρο διαπίστωσα πως είχε έρθει η ώρα να επιστρέψω στην ηπειρωτική Ελλάδα και να ανηφορίσω προς Νάουσα. Τα υπόλοιπα οινοποιεία του νησιού όπως αυτό του πολύ αξιόλογου συνεταιρισμού και αυτό του Γιαννηκώστα Μεταξά θα μπουν στο πρόγραμμα για κάποια άλλη φορά. Εξάλλου η Κεφαλονιά θα με περιμένει να επιστρέψω αρκετά σύντομα για να χαθώ ακόμη πιο βαθιά στα ονειρικά της τοπία και στις γεύσεις και τα αρώματα των κρασιών της...

...

Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2009

Πάτρα - Οινοποιείο Παρπαρούση

Αφήνοντας την Ιταλία πήρα το καράβι για Πάτρα προκειμένου να επιστρέψω σε ελληνικό έδαφος μετά από τρεις μήνες ταξιδιών. Προορισμός μου ήταν η Κεφαλλονιά αλλά αφού βρέθηκα στην Πάτρα δεν έχασα την ευκαιρία να επισκεφτώ το οινοποιείο Παρπαρούση στα προάστια της πόλης. Τα κρασιά του κτήματος τα ήξερα πολύ καλά αφού αρέσουν πολύ στους Γάλλους και κυκλοφορούν πολύ στο Παρίσι. Φυσικά δεν ήταν λίγες οι φορές που έτυχε να τα παρουσιάσω σε διάφορες εκδηλώσεις για το ελληνικό κρασί ή σε συνευρέσεις μεταξύ φίλων όταν και οργανώναμε δοκιμές κρασιών της χώρας μας. Ποτέ όμως μέχρι τώρα δεν είχα την ευκαιρία να δοκιμάσω τα κρασιά αυτά στον χώρο παραγωγής τους και να ξεναγηθώ σε αυτούς.
Έτσι μία πέμπτη πρωί βρέθηκα στο περιτριγυρισμένο από ένα πλούσιο οικοσύστημα οινοποιείο όπου δέντρα κάθε είδους, πάπιες, κότες, γάτες, σκύλοι και καμιά εικοσαριά παγόνια σε κάνουν να ξεχνάς πως είσαι ελάχιστα χιλιόμετρα έξω από την πόλη της Πάτρας και μόλις μερικά μέτρα από τον αυτοκινητόδρομο. Μετά από μία σύντομη γύρα στους χώρους οινοποίησης καθίσαμε με τον κ.Θανάση Παρπαρούση στο εσωτερικό ενός όμορφου πέτρινου κτιρίου και περάσαμε αρκετή ώρα συζητώντας διάφορα θέματα γύρω από το κρασί. Όλα αυτά συνοδεία μίας σοκολατίνας που ταίριαζε μοναδικά με την Μαυροδάφνη Reserve του κτήματος την οποία εδώ και τόσο καιρό αγνοούσα λόγω της μεγάλης μου αγάπης για το μοσχάτο. Ελάχιστα γλυκά κρασιά καταφέρνουν να μου τραβήξουν το ενδιαφέρον αλλά την συγκεκριμένη μαυροδάφνη με την ανάλαφρη μύτη που μου θύμιζε λίγο από γλυκό καρυδάκι και την πολύ μακριά επίγευση, την λιγουρεύομαι ακόμη και την στιγμή που γράφω αυτές τις σειρές!

Λίγη ώρα μετά είχε έρθει η στιγμή για την δοκιμή των κρασιών. Με μερικά τυράκια και λίγο ψωμί για συνοδεία ξεκινήσαμε με μία φιάλη σιδερίτη. Ο Σιδερίτης κυκλοφορούσε τα πρώτα δέκα χρόνια λειτουργίας του οινοποιείου, μέχρι το 1984 αλλά στην συνέχεια κρίθηκε πως ήταν ένα κρασί πολύ δύσκολο για την αγορά και η παραγωγή του σταμάτησε. Η μύτη με τα πολύ λεπτά αλλά πεντακάθαρα αρώματα σίγουρα θα κέρδιζε εύκολα φίλους αλλά η κοφτερή οξύτητα στο στόμα δύσκολα θα αγαπηθεί από άτομα που στερούνται ευελιξίας στις προτιμήσεις τους. Σήμερα, η οικογένεια Παρπαρούση έκρινε πως οι καταναλωτές έχουν βαθύτερες γαστρονομικές γνώσεις και ξέρουν πως να τοποθετήσουν ένα τέτοιο κρασί στο τραπέζι τους. Για τον λόγο αυτό από το 2008 και μετά ο Σιδερίτης επανέρχεται στην αγορά και απευθύνεται σε αυτούς που ξέρουν να τον εκτιμήσουν.
Συνεχίσαμε με
τα "δώρα του Διονύσου" που αν και πιο γεμάτα στο στόμα και με καλύτερη ισορροπία δεν κατάφεραν να με συγκινήσουν τόσο όσο ο Σιδερίτης αφού τα "Δώρα" τα γνώριζα ήδη πολύ καλά και οι ποιότητά τους δεν αποτέλεσε έκπληξη για εμένα.
Περνώντας στα κόκκινα, αδικήσαμε λίγο την Νεμέα γιατί κατά την διάρκεια της δοκιμής της δεν συγκεντρωθήκαμε πάνω σε αυτήν αλλά πάνω στην ετικέτα που θα ακολουθούσε και δεν ήταν άλλη από την ξηρή μαυροδάφνη του κτήματος.
Ο ΤΑΩΣ λοιπόν τιμήθηκε και με το παραπάνω αφού όχι μόνο τράβηξε την προσοχή μας από την Νεμέα αλλά μονοπώλησε την συζήτηση μας μέχρι το τέλος. Δοκιμάζοντας ταυτόχρονα την σοδειά του 2004 που είχε ήδη εμφιαλωθεί και αυτήν του 2005 που ήταν ακόμη στο βαρέλι συγκρίναμε τις δύο χρονιές. Η δεύτερη έχει μείνει για περισσότερο χρονικό διάστημα σε βαρέλι απ'όσο η πρώτη και αυτό ήταν μία ακόμη παράμετρος που έπρεπε να ληφθεί υπόψιν. Όσο και αν προσπάθησα πάντως δεν μπόρεσα να καταλήξω ποια είναι η καλύτερη. Το μόνο σίγουρο είναι πως η ξηρή μαυροδάφνη είναι ένα φοβερό ερυθρό που προσθέτει μία ακόμη επιλογή ποιοτικού κρασιού από αυτόχθονη ελληνική ποικιλία και ενθαρρύνει όλους όσους προσπαθούν να αναδείξουν το δυναμικό των ελληνικών ποικιλιών.
Έχοντας περάσει ένα καταπληκτικό πρωινό και εμπλουτίζοντας τις οινικές μου γνώσεις άφησα το οινοποιείο Παρπαρούση για να επιστρέψω στην Πάτρα και να πάρω το πλοίο για Κεφαλλονιά..