Δευτέρα 18 Απριλίου 2011

Ο Josko Gravner και οι δοκιμές μετά μουσικής στου Franko Terpin

Όταν ξεκινήσαμε για το επόμενο οινοποιείο είχε νυχτώσει για τα καλά. Στην Βουργουνδία δεν θα μας είχαν καν δεχτεί την ώρα που φτάσαμε στον Radikon. Στην Σλοβενία -στους Σλοβένους της Ιταλίας δηλαδή- είχαμε δύο ακόμη οινοποιεία να μας περιμένουν!

Προορισμός μας ήταν ο Josko Gravner. Ένας οινοποιός που μπορεί να χαρακτηριστεί πρωτοπόρος για την περιοχή αφού ήταν ο πρώτος που οινοποιήσε χωρίς θειώδη, ο πρώτος που οινοποίησε σε αμφορείς, ο πρώτος που έκανε μακρές εκχυλίσεις στα λευκά και πολλά ακόμη τα οποία ακολούθησαν στην συνέχεια και άλλοι σπουδαίοι οινοποιοί του Collio.
Ήμουν πολύ τυχερός που κατάφερα να κλείσω ραντεβού στο οινοποιείο του γιατί σύμφωνα με όσα μου λέγανε οι άλλοι οινοποιοί, είναι άνθρωπος κλειστός και δύσκολος που σπάνια δέχεται επισκέπτες.
Εμείς μάλλον τον πετύχαμε σε καλή μέρα γιατί ήταν ευδιάθετος και ομιλητικός παρόλο που ενώ γνώριζε αρνούνταν να μιλήσει οτιδήποτε άλλο από Σλοβένικα .


Οι αμφορείς του Gravner
Ξεκινήσαμε βλέποντας το εντυπωσιακό υπόγειο με τους θαμμένους στο χώμα δίτοννους αμφορείς. Εκεί μεταφέρονται τα σταφύλια μετά τον τρύγο και τοποθετούνται άσπαστα μέσα στα δοχεία. Η ζύμωση ξεκινάει χωρίς να γίνει καμία επέμβαση και ολοκληρώνεται την άνοιξη όταν ο καιρός αρχίσει να ζεσταίνει. Τότε γίνεται και ο διαχωρισμός με τα στέμφυλα και το κρασί μεταφέρεται σε μεγάλα δοχεία έξι τόννων για να μείνει εκεί άλλα πέντε χρόνια μέχρι να εμφιαλώθεί και να βγει στην αγορά. Από του χρόνου μάλιστα θα παραμένουν εκεί για έναν ακόμη χρόνο για να συμπληρώνουν συνολικά επτά χρόνια από την παραγωγή έως την πώληση.
Ο Josko Gravner υποστηρίζει πως το επτά είναι ένας πολύ σημαντικός αριθμός στην βιοδυναμική φιλοσοφία και τα στάδια ζωής ενός οργανισμού μεταβάλλονται σημαντικά κάθε επτά χρόνια ...ή τουλάχιστον έτσι κατάλαβα από την μετάφραση που μου έκανε ο Μαρίνκο με τα σπαστά αγγλικά του.

Όλα τα κτίρια είναι φτιαγμένα από υλικά που συμβαδίζουν με την βιοδυναμική φιλοσοφία και αρχιτεκτονική. Παρόλα αυτά και παρα την εφαρμογή βιοδυναμικων πρακτικών σε όλη την διαδικασία παραγωγής, πουθενά δε γίνεται λόγος για αυτήν αφού για τον παραγωγό αποτελεί τρόπο ζωής και όχι αντικείμενο μάρκετιγκ.
 
Το κελλάρι του Gravner
Από τους αμφορείς δοκιμάσαμε μόνο ένα Chardonnay το οποίο ήταν πάρα πολύ δυνατό γευστικά και πίκριζε σε μεγάλο βαθμό. Σίγουρα όμως στα επτά χρόνια που έχει ακόμη μπροστά του θα έχει όλο το χρόνο να δαμάσει της ακραίες αυτές γεύσεις και θα έχει αλλάξει τελείως.
Από τις ξύλινες δεξαμενές δοκιμάσαμε μία Ribolla του '09 που θύμιζε αρκετά το πρώτο κρασί αλλά ο ένας επιπλέον χρόνος είχε αμβλύνει την έντονη γεύση του.

Η δοκιμές που κάναμε δεν είχαν κάποια συνοχή και έτσι το πρώτο κρασί που δοκιμάσαμε και ήταν σχετικά έτοιμο ήταν τo Breg του '06 που φτιάχνεται από Chardonnay, Sauvignon Blanc και Riesling. Η μύτη ήταν λίγο μονόπλευρη καθώς κυριαρχούσε ένα πολύ χαρακτηριστικό άρωμα μελιού ακακίας αλλά το στόμα ήταν καταπληκτικό. Ο χρόνος είχε ενσωματώσει αρμονικά τις έντονες οξύτητες και την πικράδα που συναντήσαμε στα πρώτα δύο και δημιουργούσε ένα άρτιο σύνολο με φοβερή δύναμη και διάρκεια.


Λιτά και απέρριτα
Στο τέλος ανεβήκαμε στο σπίτι του ιδιοκτήτη όπου μας άνοιξε μία Ribolla του 2005 που κυκλοφορεί τώρα στην αγορά.
Με χρυσό χρώμα και διακριτικό, πολύ μεταλλικό άρωμα και φοβερά καθαρή γεύση μου θύμισε παλαιωμένα Hermitage. Μου θύμισε επίσης πόσο παράξενα μου φαίνονταν τέτοιου είδους λευκά όταν τα πρωτοδοκίμαζα και πόσο πολύ ενθουσιάζομαι τώρα όταν ένα τόσο ιδιαίτερο κρασί γεμίζει το ποτήρι μου.

Να σημειώσω εδώ πως ο Gravner παρήγαγε για ένα μεγάλο διάστημα κρασιά χωρίς προσθήκη θειώδη ανυδρίτη αλλά τα τελευταία χρόνια χρησιμοποιεί πολύ μικρές ποσότητες.

Όταν φύγαμε, με προορισμό το οινοποιείο του Franko Terpin, ήταν περασμένες δέκα και ό μόνος λόγος που μας περίμενε μέχρι τόσο αργά το βράδυ ήταν γιατί είχε στήσει μία γαστρονομική βραδιά με τους φίλους του. Διασχίσαμε όλο το οινοποιείο και κατευθυνθήκαμε προς τον χώρο όπου ακούγονταν οι φωνές και τα τραγούδια.
Γαστριμαργικό μακελειό!
Τους βρήκαμε σε ένα δωματιάκι να είναι καμιά δεκαριά άτομα μαζεμένα γύρω από ένα τραπέζι με ανοιγμένες φιάλες, τυριά από τις γειτονικές Άλπεις και ντόπια σαλάμια. Καθίσαμε μαζί τους και τα κρασιά έρχονταν το ένα μετά το άλλο. Κάποιοι από τους παρευρισκόμενους ήταν επίσης οινοπαραγωγοί μικρής εμβέλειας και είχαν φέρει και δικά τους κρασιά.
Η κούραση από όλη μέρα, η φασαρία και η ταχύτητα που με σερβίριζαν δε μου άφηνε περιθώρια να αντιληφθώ τι δοκιμάζω και να κρατήσω σημειώσεις και γι'αυτό παράτησα το μπλοκάκι μου στην άκρη και απλά απόλαυσα την βραδιά.

Αφού δοκιμάσαμε ότι υπήρχε στο τραπέζι, κάπου μες το χάος δοκιμάσαμε κι έναν Παλιοκαλιά του '07 και μετά από λίγο κατεβήκαμε στο οινοποιείο για δοκιμές από τα βαρέλια. Ήταν ήδη περασμένα μεσάνυχτα και ο αντίλαλος της αίθουσας που βρισκόταν τα βαρέλια ήταν ότι έπρεπε για τους Σλοβένους που το είδαν ως ευκαιρία για να ξαναρχίσουν τα τραγούδια!
Ο Φράνκο Τερπίν σερβίρει χορεύοντας!

Ξεχώρισα ένα Pinot Grigio για την καθαρότητά του και το χυμώδες στόμα του. Από εκεί και πέρα όλα τα κρασιά είχαν ένα ζωικό άγγιγμα που φαίνεται πως ήταν και η πινελιά του οινοποιείου. Ταυτόχρονα το κάθε βαρέλι φανέρωνε τον χαρακτήρα της κάθε ποικιλίας και αυτό είναι και το μεγάλο στοίχημα για έναν παραγωγό. Να δίνει το στίγμα του χωρίς να επιβάλλεται πάνω στην ιδιαιτερότητα που του δίνει το terroir του. Στην συγκεκριμένη περίπτωση μάλιστα τα χαρακτηριστικά της ποικιλίας ήταν τόσο καθαρά που κατάφερνα να τα διακρίνω ακόμη και υπό τους μεθυσμένους ψαλμούς των φίλων του Franko και την μεγάλη μου κούραση.

Σίγουρα η βραδιά αυτή ήταν απ΄τις καλύτερες στο ταξίδι αυτό γιατί παραβρέθηκα σε μία αυθεντική Σλοβένικη κρασοκατάνυξη και όχι σε μία στημένη γευσιγνωσία. Δοκίμασα τα κρασιά αυτά με τον ίδιο τρόπο που τα απολαμβάνουν οι ίδιοι άνθρωποι που τα παράγουν και όχι με τον τρόπο που θα έπρεπε να τα δοκιμάσω ώστε να μου αφήσουν τις καλύτερες εντυπώσεις.

Επιστρέψαμε σπίτι αργά το βράδυ. Αν η μέρα που θα ακολουθούσε ήταν τόσο γεμάτη όσο αυτή που μόλις είχε περάσει τότε σίγουρα είχαμε ανάγκη από λίγη ξεκούραση!

Παρασκευή 8 Απριλίου 2011

Ο ασυμβίβαστα φυσικός Stanko Radikon

Ήταν τρίτη απόγευμα και είχα φτάσει στο σταθμό της πόλης Gorizia λίγο προτού αρχίσει να νυχτώνει. Εκεί, με περίμενε ο αεικίνητος Μαρίνκο. Ένας εξηντάρης Σλοβένος με τρομερή ενέργεια και μεγάλο πάθος για το κρασί που γνώριζε κάθε γωνιά της αμπελουργικής ζώνης και σχεδόν όλους τους παραγωγούς.
Βγήκαμε από την πόλη και ανηφορίσαμε προς την Oslavia, μία Ιταλική περιοχή που κατοικείται από Σλοβένους όπως και το μεγαλύτερο τμήμα του Collio και είναι ακριβώς απέναντι από την Σλοβένικη Goriska Brda*.

Το πρόγραμμα περιλάμβανε αποκλειστικά, οινοποιεία που παράγουν με εναλλακτικές μεθόδους. Έτσι, βρεθήκαμε στον "Uncompromisingly natural" -όπως αυτοπροσδιορίζεται- Stanko Radikon. Στην αρχή θεώρησα πως το όνομα αυτό πρόκειται για παρατσούκλι (radikal=ριζοσπάστης) αλλά μετά έμαθα πως δεν είναι παρά ένα πολύ ταιριαστό επίθετό.
Καμία χρήση χημικών ή συνθετικών λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων, ελάχιστα ραντίσματα, τέσσερα με πέντε τσαμπιά ανά κλήμα και καμία χρήση οινολογικών προϊόντων συμπεριλαμβανομένου και του θειώδους ανυδρίτη, δικαιολογούν το σλόγκαν και τους ισχυρισμούς του παραγωγού ότι παράγει ένα προϊόν που είναι εκατό τοις εκατό κρασί και όχι σκευάσματα και πρόσθετα.


Μόλις φτάσαμε πήραμε ένα ποτήρι στο χέρι και κατεβήκαμε στο υπόγειο για δοκιμές από τις ξύλινες δεξαμενές. Ήταν το δεύτερο οινοποιείο στην σειρά όπου το υπόγειο διατηρούσε την υγρασία και την χαμηλή θερμοκρασία χάρη στο βράχο που υπήρχε αντί για τοίχο στην βόρεια πλευρά και διαρρέονταν από νερό στο μεγαλύτερο μέρος του.
Ξεκινήσαμε με την Ribolla** του '09 η οποία ήταν κάπως κλειστή και αρκετά τανική αφού πρακτική του ιδιοκτήτη είναι να αφήνει τις φλούδες σε επαφή με το μούστο για αρκετές μέρες κατά την διάρκεια της ζύμωσης. Ίσως να ήταν και το τανικότερο λευκό που έχω δοκιμάσει μέχρι τώρα.
Η Ribolla του '08 όμως, αν και λίγο αναγωγική αρχικά, άνοιξε μόλις ήρθε σε επαφή με τον αέρα και έβγαλε ένα υπέροχα δροσερό φρούτο ενώ στο στόμα έδινε μία μοναδική χυμώδη αίσθηση.

Από εκείνο το σημείο και έπειτα αντιλήφθηκα πως μιλάμε για μεγάλα κρασιά που μπορούν να παίξουν στα ίσια όλα τα μεγάλα λευκά του κόσμου και κάθε κρασί που ακολουθούσε έμπαινε αναπόφευκτα στη διαδικασία σύγκρισης. Σίγουρα το να δοκιμάζεις συγκρίνοντας και μη όντας αφοσιωμένος σε αυτό που έχεις μπροστά σου είναι μία όχι και τόσο σωστή προσέγγιση αλλά ενώ το ήθελα, δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά!

Πόσο μάλλον όταν το επόμενο ήταν το Jakot, δηλαδή το Tokay***, του '09 με υπέροχο πεντακάθαρο φρούτο στη μύτη και στόμα με οξύτητα τόσο μεταλλική που την ένιωθα σαν μαχαίρι πάνω στη γλώσσα. Και όταν λέω μαχαίρι δεν εννοώ φυσικά με την κόψη αλλά με την φαρδιά πλευρά, την αίσθηση δηλαδή μίας παγωμένης σιδερένιας λεπίδας που αγγίζει την γλώσσα και μένει εκεί για ώρα ακόμη και όταν το κρασί έχει φύγει από την στοματική κοιλότητα. Μεταλλικότητα που μόνο στα μεγάλα Cru του Leflaive είχα συναντήσει μέχρι τώρα.

Πιθανότατα το καλύτερο κρασί της δοκιμής αφού το '06 και '07 από βαρέλι υστερούσαν λίγο σε ζωντάνια μάλλον επειδή οι δύο αυτές χρονιές ήταν από τις θερμότερες για την περιοχή και μείωσαν αισθητά τις οξύτητες. Ακούγεται λίγο παράξενο να δοκιμάζει κανείς '06 από βαρέλι αλλά πολιτική του κτήματος είναι να αφήνει τα λευκά να παλαιώνουν προτού βγουν στο εμπόριο για τουλάχιστον τέσσερα χρόνια.


Η παραγωγή του υιού Radikon δεν με ενθουσίασε. Πιο εμπορική, με μικρότερες εκχυλίσεις, αλλά σίγουρα λιγότερο ιδιαίτερη.


Επιστρέφοντας στους γονείς, το Merlot ήταν αρκετά ιδιαίτερο αλλά σίγουρα θέλει πολύ περισσότερη προσπάθεια από αυτό για να με συγκινήσει ένα κρασί αυτής της ποικιλίας.

Δυστυχώς δεν υπήρχε η δυνατότητα να δοκιμάσουμε το μικρό τανικό τερατάκι της ποικιλίας Pignolo γιατί η παραγωγή του είναι πολύ περιορισμένη.

Έτσι, γυρίσαμε πάλι στα λευκά αλλά αυτή τη φορά από φιάλη. Οι φιάλες που χρησιμοποιούν είναι μισού και ενός λίτρου με πολύ στενό λαιμό που τους επιτρέπει να κάνουν χρήση φελλού με πολύ μικρή διάμετρο για καλύτερη -σύμφωνα με τους ίδιους- συντήρηση του προϊόντος.

Δοκιμάσαμε την Oslavia του '05 και '04 συνοδεία σπιτικών αλλαντικών και τυριών σε έναν πολύ ζεστό χώρο όπως συνηθίζεται σε κάθε οινοποιείο της περιοχής.
Όταν η γυναίκα του ιδιοκτήτη έφερε τις φιάλες προς δοκιμή μας είπε πως ήταν πολύ κρύες και θα έπρεπε να περιμένουμε. Γνώμη τους είναι πως τα κρασιά τους αν και λευκά θα πρέπει πάντα να ανοίγονται πολύ νωρίτερα -κάποιοι οπαδοί του κτήματος μιλούν για 1-2 μέρες πριν!- και να σερβίρονται γύρω στους 15 με 18 βαθμούς. Στην μπροσούρα τους μάλιστα αναγράφεται με έντονα γράμματα "μην βάζετε τα κρασιά στο ψυγείο"!
Δεν αμφιβάλλω γιατί απόλαυσα πολύ περισσότερο τα κρασιά από το βαρέλι παρά από τη φιάλη.
Και τα δύο διατηρούσαν την χαρακτηριστική μεταλλικότητα του οινοποιείου αλλά τους έλειπε το φρούτο και ήταν λίγο μονόπλευρα και τραχιά.

Το μόνο που ξεχώριζε ήταν η Ribolla του '04 που ήταν σαφώς πιο εκφραστική και ισορροπημένη. Δυστυχώς ήταν ήδη οκτώ το βράδυ, μας περίμεναν άλλα δύο οινοποιεία και δεν υπήρχε ο απαιτούμενος χρόνος για να απολαύσουμε τα χαλκόχρωμα αυτά κρασιά όπως τους αρμόζει.


Πήραμε δώρο μία φιάλη -όπως θα γίνονταν και σε κάθε σλοβένικο οινοποιείο από δω και στο εξής- και φύγαμε για τον εσωστρεφή αλλά ιδιοφυή και πάντα καινοτόμο Josko Grauner...





*Goriska και Collio σημαίνουν λόφος/βουναλάκι σε Σλάβικα και Ιταλικά αντίστοιχα και άρα η περιοχή αλλάζει όνομα μόνο επειδή μεσολαβούν σύνορα. Εδαφολογικά και κλιματικά παραμένει ίδια.

**Ribolla Gialla: Ποικιλία που καλλιεργείται στην περιοχή του Φριούλι. Είναι η δική μας Ρομπόλα της Κεφαλλονιάς και η Rebula για τους Σλοβένους.


***Jakot: Αναγραμματισμός της λέξης Tokay (Tokaj στα Σλάβικα). Οι Ούγγροι έχουν αποκλειστικό δικαίωμα στη χρήση της λέξης Tokay και έτσι όσοι την καλλιεργούν αναγκάζονται να την αναφέρουν με άλλο όνομα. Σηνύθως οι Ιταλοί το ονομάζουν Tokai Friuliano, οι Σλοβένοι Sauvignonasse και οι Γάλλοι Tokay-Pinot Gris.

Τρίτη 5 Απριλίου 2011

Η azienda Zidarich και η εκπληκτική Vitovska

Δευτέρα πρωί και είμαι στο αστικό που θα με πάει από την Τεργέστη προς την Azienda Zidarich. Μαθητές με τσάντες στην πλάτη και γιαγιάδες με σακούλες ψώνια είναι οι συνεπιβάτες μου. Γελάω γιατί σκέφτομαι πως όταν κάποιος φέρνει στο μυαλό του οινικές εξερευνήσεις σίγουρα σκέφτεται κάτι πιο περιπετειώδες. Έχει όμως κι αυτό την χάρη του.
Azienda Zidarich
Μετά από μερικές αλλαγές και πολλές ερωτήσεις φτάνω στο Prepotto και αρχίζω να αναζητώ το οινοποιείο. Το εντοπίζω αλλά έχω πολύ χρόνο μέχρι το ραντεβού μου και αποφασίζω να κάνω μία βόλτα στα αμπέλια. Ο καιρός είναι ομιχλώδης. Γνωρίζω πως υπό ηλιόλουστες συνθήκες θα έβλεπα την θάλασσα να απλώνεται κάτω από τους λόφους που είναι σκαρφαλωμένος ο οικισμός. Παρόλα αυτά και η ομίχλη δίνει άλλη αγριάδα στο τοπίο. Ξαφνικά αντιλαμβάνομαι πως ένα ελάφι κάθεται και μασουλάει νωχελικά την τροφή του, μόλις δύο σειρές παραδίπλα μου!

Λίγη ώρα μετά μπαίνω στο χώρο του οινοποιείου και νιώθω να επικρατεί μία αναστάτωση. Κουστουμαρισμένοι άντρες περιφέρονται στο χώρο. Έχουν ξεχάσει το ραντεβού μου και έχουν γεύμα για τα στελέχη μίας τράπεζας από το Udine. Τακτοποιούν τους καλεσμένους τους και έρχονται προς το μέρος μου. Παίρνουμε ένα ποτήρι κρασί και οδηγούμαστε προς το κελάρι.
To κελάρι του Zidarich
Κατεβαίνουμε αρκετά χαμηλά, σχεδόν δύο ορόφους κάτω από τη γη ώσπου κάποια στιγμή έρχομαι αντιμέτωπος με ένα τεράστιο ενιαίο κομμάτι βράχου. Είναι τουλάχιστον δέκα μέτρα ψηλό και φτάνει μέχρι τον χώρο παλαίωσης που βρίσκεται είκοσι μέτρα χαμηλότερα από τον χώρο που βρισκόμασταν αρχικά! Είναι σίγουρα το εντυπωσιακότερο κελάρι που έχω δει μέχρι τώρα και μου επισημαίνουν πως όταν ανεβάσω τις φωτογραφίες μου πρέπει να γράψω ξεκάθαρα για ποιο οινοποιείο πρόκειται.
Ο βράχος που περιβάλει όλο το χώρο παλαίωσης, δημιουργεί τις απαραίτητες συνθήκες δροσιάς και υγρασίας και τις διατηρεί αμετάβλητες για όλο το χρόνο.
Τα δοχεία παλαίωσης είναι 1-2 τόννων ξύλινες δεξαμενές για τα λευκά και 300-500 λίτρα για τα κόκκινα. Η παλαίωση διαρκεί δύο χρόνια για όλους τους τύπους και πιθανόν σύντομα να αυξηθεί σε διάρκεια κατά ένα χρόνο.
Δοκιμάσαμε τη σοδειά του '09 από τα βαρέλια και στην συνέχεια επιστρέψαμε επάνω για δοκιμές από φιάλες. Όλα τα κρασιά είχαν κοινό χαρακτηριστικό την πολύ ευχάριστη ορυκτότητα, την φινέτσα και την αρωματική ένταση.

Προσωπικά ξεχώρισα το Ρεφόσκο του 2008 και την Vitovska.
Το πρώτο είχε μοναδική καθαρότητα γεύσεων και αρωμάτων με τα υπέροχα φρούτα του -μούρα, μύρτιλλα, αγριοφράουλες- να είναι με μαεστρία δεμένα στην εκπληκτική οξύτητα που έδινε νεύρο στο στόμα από την αρχή μέχρι το τέλος. Καταπληκτικός συνδυασμός με το σπιτικό prosciutto που μου πρόσφεραν! 


Για την Vitovska πάλι, ήταν η πρώτη μου επαφή με την ποικιλία και έμεινα κατενθουσιασμένος. Με χρώμα χρυσαφί και σχετικά θολό, οπτικά δεν δείχνει να είναι και το πιο εμπορικό κρασί. Η μύτη όμως είναι μεγαλειώδης! Ορυκτά και εσπεριδοειδή δημιουργούν ένα μοναδικό μπουκέτο που παρά την ένταση παραμένει κομψό και καθαρό και προκαλεί συγκίνηση στους λάτρεις των κρασιών terroir γιατί μεταδίδει πιστά την ένταση του άγριου υπεδάφους. Και αν η μύτη μου θύμισε λίγο κάποια μεγάλα Μοσχάτα της χώρας μας όπως του Παρπαρούση ή του Σκλάβου, το στόμα ήταν μία πρωτόγνωρη εμπειρία. Απίστευτη μεταλλικότητα, ενέργεια και φινέτσα έκαναν κάθε γουλιά να μου φέρνει στο μυαλό τον επιβλητικό βράχο που δεσπόζει στην νότια πλευρά του υπογείου και επεκτείνεται ακριβώς κάτω από τον αμπελώνα.

Πολύ καλά και τα διάφορα χαρμάνια με Sauvignon και Malvazia αλλά σίγουρα κατώτερα και λιγότερο ξεχωριστά από τα δύο προαναφερθέντα.
Το εντυπωσιακό κελάρι της Azienda Zidarich
Ενθουσιασμένος για την γνωριμία με την εκπληκτική αυτήν ποικιλία, επέστρεψα στην Τεργέστη και από εκεί πήρα το τραίνο για το Collio και την Gorizia, στα σύνορα Ιταλίας-Σλοβενίας όπου είχα κανονίσει επισκέψεις στα σημαντικότερα ονόματα της περιοχής...

Τρίτη 29 Μαρτίου 2011

Στο δρόμο για νέες περιπέτειες...

Τον περασμένο Δεκέμβρη στην συνάντηση οινοπαραγωγών στην Τοσκάνη τα κρασιά που μου είχαν κεντρίσει το ενδιαφέρον ήταν αυτά από το Φριούλι και την Σλοβενία. Ιδιαίτερα λευκά με πολύ χαρακτήρα που αντικατροπτίζανε πολύ καθαρά αυτό που αντιπροσωπεύανε. Έκτοτε είχα πάντα στο μυαλό μου να επισκεφτώ κάποια στιγμή τις δύο αυτές περιοχές και να κάνω μία γύρα στα οινοποιεία και τους αμπελώνες τους, μαθαίνοντας περισσότερα για τους τρόπους καλλιέργειας και οινοποίησης που εφαρμόζουν.

Φέτος, λίγο πριν τα Χριστούγεννα ήξερα οριστικά πλέον πως δεν πρόκειται να πάω Αργεντινή για δουλειά και ο Μάρτιος έμενε κενός. Λίγο μετά ένας Σλοβένος οινόφιλος με ρωτούσε αν έχω επισκεφτεί ποτέ την χώρα του και τι γνώμη έχω για τα κρασιά της. Του είπα πως η εμπειρία μου ήταν πολύ μικρή και θα ήθελα πολύ να μάθω περισσότερα. Μερικές μέρες αργότερα ένας φίλος του πρώτου, μου έλεγε πως είναι διατεθειμένος να με φιλοξενήσει και να με ξεναγήσει στην περιοχή της Goriska Brda -την Σλοβενική δηλαδή πλευρά του Collio- και να δοκιμάσω μαζί του τα κρασιά της περιοχής.

Αρχές Μαρτίου, λίγο μετά την αποκριατική τρέλα της Νάουσας, ετοίμαζα βαλίτσες για βόρεια...
Αφού καταληστεύτηκα από τα ΚΤΕΛ Ιωαννίνων, έφτασα στην Ηγουμενίτσα, πήρα το καράβι για Βενετία και την επόμενη μέρα πατούσα το πόδι μου στην Ιταλία.
Έκανα την αρχή δοκιμάζοντας κάποια λευκά από το Veneto σε κάβες της πόλης χωρίς να βρω κάτι να με κερδίσει. Τα Soave και η Lugana (trebbiano) που δοκίμασα ήταν αδιάφορα αφού δεν είχαν κάτι να τα κάνει να ξεχωρίζουν από ένα μέτριο λευκό που θα μπορούσε να παραχθεί σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου. Τα πάμπολλα μπαράκια και εστιατόρια που βρίσκονταν διασκορπισμένα σε όλη την πόλη είχαν καλές λίστες κρασιών αλλά οι υψηλές τιμές τους έκαναν απαγορευτικές τις δοκιμές κατ αυτόν τον τρόπο και έτσι το επόμενο βράδυ αρκέστηκα στο τοπικό κοκτέιλ που λέγεται σπριτς.
Η επόμενη μέρα με βρήκε στην Τεργέστη να ψάχνω λεωφορείο να με πάει μέχρι το μικρό χωριουδακι με το όνομα Prepotto για να επισκεφτώ την οινοποιία Zidarich και να δοκιμάσω την εξαιρετικής ορυκτότητας Vitovska...
Αυτό θα ήταν η αρχή από δύο γεμάτες εβδομάδες όπου θα δοκίμαζα πάνω από 250 κρασιά, θα ανακάλυπτα τις εξαιρετικές πλαγιές του Collio, θα συναντούσα μοναδικά φιλόξενους ανθρώπους και τρομερά παθιασμένους οινοπαραγωγούς, θα έτρωγα σπιτικά σλοβένικα αλλαντικά και τυριά εξαιρετικής ποιότητας και θα έθετα υπό αμφισβήτηση την κυριαρχία της Βουργουνδίας στα μεγάλα ξηρά λευκά!
Με άλλα λόγια θα ξεκινούσε ένας ακόμη κύκλος αμπελοοινικών περιπετειών γεμάτος ευχάριστες εκπλήξεις και φυσικά πολύτιμες εμπειρείες!

Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011

Γαλλία Δεκέμβρης 2010: Οι γαστρονομικοί μας σταθμοί στην Βουργουνδία

Μετά από μερικές ενδιαφέρουσες γαστρονομικές εμπειρίες στο Παρίσι είχε έρθει η ώρα της Βουργουνδίας να μας αποδείξει πως η κουζίνα της μπορεί να στηρίξει αξιόλογα την οινική της κουλτούρα και να προσφέρει έτσι στον επισκέπτη μία ολοκληρωμένη οινο-γαστρονομική εμπειρία.

Πρώτος σταθμός η "Hostelerie de Levernois" σε ένα χωριουδάκι ακριβώς δίπλα από την Beaune. Εστιατόριο βραβευμένο με ένα αστέρι Michelin* και φημισμένο για την πλούσια κάβα του, δεν μπορούσε παρά να μας γεμίσει με μεγάλες προσδοκίες για αυτά που θα προσέφερε.
Το ορεκτικό στην Hostellerie
Ξεκινήσαμε πίνοντας ένα "Rully 1er Cru Les Pucelles" του 2008 από τον Paul Jacquesson. Το Chardonnay αυτό ήταν μία πολύ καλή επιλογή που συνόδεψε εξαιρετικά το ραβιόλι με μανιτάρια και ζωμό από θαλασσινά και το φουά γκρά με φυστίκια αιγίνης και χειμωνιάτικα φρούτα του κήπου του εστιατορίου.

..το κυρίως..
Για τα υπόλοιπα πιάτα επιλέξαμε ένα Chambolle Musigny 2005 του Roumier αφού οι γεύσεις ήταν τόσο φίνες που θα ταιριάζανε με τα ντελικάτα αρώματα του Chambolle.
Η αλήθεια όμως είναι πως για κάποιο λόγο το κρασί δεν δοκιμάζονταν πολύ καλά και δίχασε τις γνώμες στο τραπέζι. Εγώ προσωπικά το βρήκα κλειστό στη μύτη και με τραχύ τελείωμα που δεν θύμιζε Pinot Noir. Για το τελευταίο ίσως να φταίει και το καραμελωμένο αρνάκι που έτρωγα και έκανε το κρασί να πικρίζει ελαφρά στο τέλος. Όπως και να 'χει πάντως το πόσο μεγάλος είναι ο Roumier το επιβεβαιώσαμε στη επίσκεψη που κάναμε την μεθεπόμενη στο οινοποιείο του και αυτό ήταν απλά μία κακή παρένθεση.
..τα τυριά.

Στο επόμενο κόκκινο δυστυχώς δεν είχαμε καλύτερη τύχη. Ήταν ένα 1er Cru "Le Clos de Corvées" 1999 του Prieure Roch συνιδιοκτήτη του Domaine de la Romanée Conti και μεγάλου οπαδού της λεγόμενης "φυσικής" οινοποίησης. Προφανώς ο χρόνος δεν είχε βοηθήσει και τόσο το συγκεκριμένο κρασί και παρά την αρχικά καλή εντύπωση στη μύτη, αποδείχθηκε γερασμένο. Κρίμα γιατί είχαμε μεγάλες προσδοκίες από ένα τέτοιο κρασί και τελικά μείναμε με την όρεξη.

...και το γλυκό
Έτσι η εκπληκτική συλλογή τυριών που ακολουθούσε το γεύμα μας έμεινε ασυνόδευτη.
Κλείσαμε με μία φανταστική Creme Brulée από λεμόνι και λευκή σοκολάτα με γρανίτα πράσινο μήλο.



Το μεσημεράκι της Τετάρτης φάγαμε στο πολύ συμπαθητικό Comptoir des Tontons με κουζίνα της αγοράς. Αυτό σημαίνει πως όλα τα πιάτα είναι ημέρας και γίνονται με αυτά που διατίθενται στην αγορά της Beaune κάθε μέρα. Και όταν λέμε αγορά δεν εννοούμε φυσικά το Super Market αλλά αυτά που έχουν να προσφέρουν οι παραγωγοί της περιοχής την εκάστοτε περίοδο. Ήπιαμε ένα Pouilly Fuissé 2006 οξειδωτικού χαρακτήρα από το Domaine Valette με πολύ ιδιαίτερα αρώματα που δίχασαν τις γνώμες για μία ακόμη φορά.

Το βράδυ της ίδιας ημέρας, φάγαμε στο Caveau Madeleine που ήταν στην ίδια φιλοσοφία με το μεσημεριανό μας εστιατόριο αλλά σε πολύ πιο ζεστά διακοσμημένο περιβάλλον και περιτριγυρισμένο από ράφια γεμάτα φιάλες κρασιού. Εκεί είχαμε και ραντεβού με το διάσημο ζευγάρι εδαφολόγων, τον Claude και την Lydia Bourguignon που μας είχαν επισκεφτεί πριν μερικά χρόνια στην Νάουσα και την Σαντορίνη προκειμένου να γνωρίσουν τα μεγάλα ελληνικά τερουάρ.
Μόλις πριν, είχαμε 
επισκεφτεί το Domaine Leflaive και ο Αντουάν μας είχε δώσει να πάρουμε μαζί μας δύο μεγάλα λευκά που είχαμε ανοίξει για δοκιμή. Αφού τα ήπιαμε ως απεριτίφ -και τι απεριτίφ!- περάσαμε σε ένα κόκκινο 1er Cru Clos de la Marechal 2007 του Frederique Mugnier. Ήταν αρκετά καλό με φίνα μύτη με ζωικές νύξεις, υγρές τανίνες και μακρύ τελείωμα στο στόμα.
Το κρασί της βραδιάς όμως ήρθε αμέσως μετά από τον παραγωγό Thierry Martot. Το Blagny σίγουρα δε φημίζεται για τα μεγάλο του κόκκινα αλλά το συγκεκριμένο, από το αμπελοτοπωνύμιο "La piece sous le Bois" είχε πολύ καθαρή μύτη από τοματάκι,μούρα, βατόμουρα, ήταν πολύ χυμώδες στο στόμα και είχε πολύ νόστιμη-μεγάλη επίγευση.
Το Chambolle Musigny 2007 από το "La maison Romane" που ακολούθησε ήταν ευχάριστο αλλά δε μας άφησε κάτι παραπάνω.
Αντιθέτως, το Cider αχλαδιού "Poire Granit" του Eric Borbelet από την Νορμανδία και αχλαδιές τετρακοσίων ετών με ύψος τεσσάρων μέτρων ήταν απίστευτα δροσιστικό και χωνευτικό! Οι αχλαδιές αυτές παράγουν αχλάδια αποκλειστικά για Cider** που είναι σκληρά σαν πέτρες και ακατάλληλα για βρώση. Ο Γρανίτης και το Νορμανδικό κλίμα δίνουν την δροσιά στο ξεχωριστό αυτό ποτό και το κάνουν μοναδικό.

Για την επόμενη δεν είχαμε κλείσει κάτι εκ των προτέρων και έτσι επιλέξαμε κάτι από τις προτάσεις της οικοδέσποινάς μας Anne Gros. Το γεγονός πως στο εστιατόριο βρίσκονταν και ο Aubert de Vilaine μας φάνηκε καλός οιωνός αλλά τα τηγανιτά κρέατα με τις λιπαρές κρέμες γάλακτος που κυριαρχούσαν στις συνταγές απέδειξαν το αντίθετο.

Από τα καλύτερα Cremant
Την κακή παρένθεση ήρθε να ισορροπήσει το βραδινό γεύμα στο σπίτι του Αντουάν Lepetit από το Domaine Leflaive που μας περιποιήθηκε δεόντως στο πανέμορφο σπίτι του στο χωριό Saint Romain. Βοήθησαν βέβαια και οι μείον επτά βαθμοί θερμοκρασία που μας έκαναν να απολαύσουμε τα ορεκτικά δίπλα στο τζάκι ακόμη περισσότερο και να πίνουμε το κρασί μας ακόμη πιο ευχάριστα!
Εντύπωση μας έκανε το Cremant του Αλσατού βιοδυναμιστή Leon Boesch που είχε ιδιαίτερα μεστό στόμα για κρασί της κατηγορίας του και πήγαινε θαυμάσια με τα καναπεδάκια από σολωμό και από φουά γκρα. Λίγο η νοστιμιά της Βουργουνδέζικης τρούφας, λίγο τα υψηλής ποιότητας Αλσατικά κρασιά -τόπος καταγωγής του οικοδεσπότη- λίγο οι υπόλοιπες λιχουδιές, έκαναν αυτό το γεύμα ένα από τα καλύτερά μας στην Γαλλία ασχέτως αν δεν προέρχονταν από επαγγελματίες μάγειρες.

Την τελευταία μέρα είπαμε να φάμε κάτι απλό και έτσι αρκεστήκαμε σε μία πίτσα συνοδεία μπύρας. Ίσως όχι το ιδανικό τελείωμα μίας επίσκεψης σε έναν τόπο τόσο δεμένο με την γαστρονομία αλλά σίγουρα είχαμε ήδη τιμήσει την τοπική κουζίνα σε σημείο που ένα παραστράτημα θεωρήθηκε αμελητέο.

Αυτά λοιπόν τα οινο-γαστρονομικά από την Γαλλία. Όμορφες εμπειρίες και γεμάτες στιγμές που αποτελούν κίνητρο για νέες εξορμήσεις στο μέλλον...



*Τα αστέρια Michelin για τα εστιατόρια δεν έχουν καμία σχέση με τα αστέρια των ξενοδοχείων και ένα αστέρι είναι πραγματικά μεγάλη διάκριση.
**Το Cider είναι ανθρακούχο ποτό από μήλα ή αχλάδια με προέλευση την Νορμανδία και αλκόολ στα επίπεδα μίας κλασσική Lager μπύρας.

Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2011

Γαλλία Δεκέμβρης 2010 : Οι γαστρονομικοί μας σταθμοί στο Παρίσι


Ένα ταξίδι στην Γαλλία με συναδέλφους από τον χώρο του κρασιού δεν θα μπορούσε παρά να εξελιχθεί σε οινο-γαστρονομικό μαραθώνιο. Από την μέρα που πατήσαμε το πόδι μας στο Παρίσι μέχρι και λίγες ώρες πριν φύγουμε, κάναμε τεστ αντοχής στα στομάχια μας αφού επί δέκα μέρες σηκωνόμασταν από το τραπέζι μόνο για να πάμε να δοκιμάσουμε κρασιά και το αντίστροφο!

To καλωσόρισμα!
Η εκκίνηση δόθηκε το απογευματάκι της μέρας που φτάσαμε στο Παρίσι. Στο σπίτι ενός φίλου ανοίχτηκαν τρεις Σαντορίνες και κάποια δείγματα από νεαρό Ξινόμαυρο που με την συνοδεία των κατάλληλων τυριών και αλλαντικών άνοιξαν τον χορό των γαστριμαργικών απολαύσεων! Αξιοσημείωτο ήταν πως όλοι οι μεζέδες προέρχονταν από Βιοδυναμικές φάρμες και ήταν εξαιρετικής ποιότητας. Από τα κρασιά αυτό που εκτίμησα περισσότερο από όλα ήταν ο "Μύλος" 2006 του Χατζηδάκη που δοκιμάζονταν καταπληκτικά και ταίριαζε πολύ με τα Γαλλικά τυριά.

Το ίδιο βράδυ, λίγες ώρες μετά, είχαμε κλείσει τραπέζι σε ένα Bistrot με το όνομα "Fines Gueules" που είναι γνωστό για τις ψαγμένες επιλογές κρασιών που διαθέτει. Το γεγονός όμως πως το τραπέζι που μας είχαν κρατήσει ήταν σε ένα μέρος όπου τα κουφώματα έμπαζαν από παντού με παγωμένο αέρα δεν μας άφησε να αφοσιωθούμε στο τι υπήρχε στο τραπέζι μας. Τρώγοντας με το μπουφάν και έχοντας ως μοναδική έγνοια το πως θα ζεσταθείς λιγάκι δεν δίνεις και πολύ σημασία στα υπόλοιπα. Ευτυχώς κατά την διάρκεια της αναμονής για το "υπέροχο" τραπέζι μας καθίσαμε στο μπαρ όπου ο ιδιοκτήτης μας πρόσφερε ένα ποτήρι λευκό από Rousette de Savoie του 2008. Ανάλαφρο κρασάκι με διακριτική μύτη και τραγανή οξύτητα, ήταν το μόνο που κρατήσαμε από το πέρασμα μας εκεί μιας και πρόκειται για μία ποικιλία που σπάνια έχει την τύχη να δοκιμάσει κανείς.

Την επόμενη μέρα, γύρω στις έντεκα το πρωί, φάγαμε ένα βασιλικό πρωινό με προϊόντα από τις ίδιες βιοδυναμικές φάρμες που προέρχονταν και τα τυριά τις προηγούμενης ημέρας. Αυτό ήταν αρκετό για να μας κρατήσει όλη μέρα χωρίς φαγητό και έτσι αφιερώσαμε όλο το μεσημεριανό μας χρόνο σε βόλτες στις κάβες της Γαλλικής πρωτεύουσας.
Μπορντολέζικα σκαμπανεβάσματα
τιμών (LaVinia)
Κάποια στιγμή ο δρόμος μας έφερε και στην LaVinia. Μία από τις σημαντικότερες αλυσίδες καβών με καταστήματα από Κίεβο μέχρι Βαρκελώνη. Κρασιά από όλο τον κόσμο, ατέλειωτα αξεσουάρ κρασιού, σπάνια αποστάγματα και εκλεκτές σοδειές μεγάλων κρασιών μας κράτησαν εκεί για πάνω από τρεις ώρες. Στο ενδιάμεσο προμηθευτήκαμε την ειδική κάρτα της κάβας με την οποία μπορεί κανείς να δοκιμάζει σε ποτήρι κρασιά τα οποία βρίσκονται σε προσφορά. Μεταξύ άλλων δοκιμάσαμε ένα Sauvignon Blanc από την Ινδία του 2007 που έφερνε περισσότερο σε Chardonnay όντας αρκετά βουτυράτο αλλά και δροσερό ταυτόχρονα. Από κει και πέρα, με εξαίρεση ένα πολύ καλό Pouilly Fumé του 2009 από το Domaine Michel Bailly με όμορφη μύτη εσπεριδοειδών και φρεσκάδα στο στόμα, τα περισσότερα κρασιά που δοκιμάσαμε ήταν αρκετά μέτρια και δεν είχαν να πουν κάτι ιδιαίτερο.


Ευοί Ευάν
Το βράδυ είχαμε συνάντηση στο εστιατόριο Ευοί ευάν της Μαρίας Νικολάου, αδερφής της γνωστής τηλεοπτικής μαγείρισσας και συγγραφέως Ντίνας Νικολάου η οποία είναι και σύμβουλος σεφ του εστιατορίου. Ζεστός χώρος, καλόγουστα διακοσμημένος, πολύ καλή κουζίνα με ελληνικές συνταγές προσαρμοσμένες στο στυλ της γαλλικής γαστρονομίας και κάβα με τα αντιπροσωπευτικότερα ελληνικά Ο.Π.Α.Π. Εμείς βέβαια δοκιμάσαμε δείγματα δικών μας κρασιών από Σαντορίνη και Νάουσα που είχαμε φέρει μαζί μας. Δοκιμάσαμε λοιπόν από την τρέχουσα εσοδεία του Χατζηδάκη, ένα εκφραστικότατο Αηδάνι, ένα εξαιρετικό Νυχτέρι με τρομερή οξύτητα και έναν Μύλο που ήταν κλειστός και δοκιμάζονταν δύσκολα. Στα κόκκινα το "Γη και ουρανός" 2008 και το Vignes Franches του 2009 έδειξαν τις τρομερές δυνατότητες του Ξινόμαυρου. Το πρώτο με το εξαιρετικά πολύπλοκο αρωματικό του μπουκέτο που έβγαζε μέχρι και τρούφα και το δεύτερο με τις δαντελωτές του τανίνες και την φανταστική του επίγευση που άφηνε στο στόμα κάθε λογής φρουτάκια.

Η Δευτέρα ήταν η μέρα της ημερίδας για το ελληνικό κρασί και τσιμπήσαμε κάτι στον μπουφέ που είχε στηθεί από το Catering των αδερφών Μαυρομμάτη που ήταν και χορηγοί της εκδήλωσης. Είχαμε σκεφτεί, επειδή ήμασταν στην Γαλλία να είμαστε λίγο πιο συμμαζεμένοι και τσιμπούσαμε πολύ διακριτικά χωρίς να υπολογίσουμε πως και οι υπόλοιποι ήταν ως επί το πλείστον Έλληνες και έκαναν τον μπουφέ φύλλο και φτερό!
Έτσι, μετά τον μπουφέ πήγαμε κάπου για φαγητό. Για να μην πάμε μακριά και επειδή την επόμενη θα είχαμε γεύμα σε μονοάστερο εστιατόριο της Beaune είπαμε να αρκεστούμε σε κάτι απλό. Κάτσαμε κάπου κοντά στην Place Madeleine, σε ένα εστιατόριο που τα πιάτα που σερβίριζε ήταν τουλάχιστον άθλια. Κακές απομιμήσεις αυθεντικών γαλλικών συνταγών σε τιμές πολύ πιο πάνω από αυτό που άξιζαν.
Κάτι αντίστοιχο δηλαδή με τους ξένους που επισκέπτονται τουριστικές ελληνικές περιοχές και τρώνε ακριβοπληρωμένη σαβούρα με ταμπέλα παραδοσιακού πιάτου. Τότε κατάλαβα γιατί πολλοί Έλληνες που επισκέπτονται την Γαλλία λεν ότι δεν τους άρεσε καθόλου η Γαλλική κουζίνα!

Το τελευταίο βράδυ πριν την αναχώρηση μας για Ελλάδα, φάγαμε στο "L'Olivier". Ένα ακόμη πολύ καλό εστιατόριο με μεσογειακή κουζίνα που παντρεύει έξυπνα ελληνικές και άλλες μεσογειακές γεύσεις με την γαλλική φιλοσοφία. Το αξιοσημείωτο της βραδιάς ήταν πως για ξεκίνημα δοκιμάσαμε το ροζέ του Domaine de la Romanée Conti. Ένα κρασί που φτιάχνεται από τα σταφύλια δεύτερης διαλογής του οινοποιείου και παράγεται μόνο για κατανάλωση από τους εργάτες του κτήματος. Κρίνοντας το ως ροζέ δεν έλεγε και πολλά πράγματα αλλά στέκονταν πολύ καλά ως λευκό αφού θύμιζε καλοφτιαγμένο Chardonnay της Cote de Beaune!

Στο ενδιάμεσο όμως, πριν από αυτό το τελευταίο βράδυ, μεσολάβησε το τετραήμερο στην Βουργουνδία όπου φάγαμε και ήπιαμε με την ψυχή μας και αναγνωρίσαμε όλο τα μεγαλείο της γαλλικής γαστρονομίας...

Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2011

Back in Burgundy: Η χρυσή πλαγιά (ημέρα δεύτερη)

Η τρίτη μέρα των επισκέψεων έμελλε να είναι η πιο κρύα απ' όλες τις μέρες που μείναμε στην Βουργουνδία και χιόνιζε ασταμάτητα από το πρωί. Η πλαγιά των μεγάλων cru είχε ντυθεί στα λευκά και το θέαμα ήταν υπέροχο.

Ένα από τα παγωμένα κελάρια..
Η πρώτη επίσκεψη της ημέρας ήταν στο Vosne Romanée στο οινοποιείο του Jean-Yves Bizot. Δοκιμάσαμε την σοδειά του 2009 από το βαρέλι και μία φιάλη του 2008. Το υπόγειο κελάρι ήταν πολύ παγωμένο και σίγουρα οι συνθήκες δεν ήταν οι καλύτερες για να δοκιμάσει κανείς κόκκινα. Έτσι ο οινοποιός αδίκησε τα ίδια του τα κρασιά που ήταν πολύ κλειστά λόγω κρύου και το βαρέλι σκέπαζε το φρούτο εξ ολοκλήρου.
Το μόνο κέρδος από την επίσκεψη αυτήν ήταν πως ο ιδιοκτήτης πέρα από οινοποιός που είναι, έχει σπουδάσει και γεωλογία και κάναμε μία συζήτηση σχετικά με τα εδάφη της Cote d'or και τον τρόπο που διαμορφώθηκαν σήμερα μετά από εκατομμύρια χρόνια αλλαγών στην μορφολογία τους.

Δοκιμάζοντας στον Τραπέ
Χωρίς να χάνουμε χρόνο φύγαμε για το Gevrey-Chambertin και το οινοποιείο του Jean Louis Trapet. Ένα Domaine το οποίο έχω σε μεγάλη εκτίμηση αφού πέρα από ένα από τα κορυφαία ονόματα της Βουργουνδίας σε βιοδυναμική καλλιέργεια, είναι και το μέρος όπου έμαθα πολλά μυστικά από τον κόσμο του κρασιού. Παρόλα αυτά όμως συναντήσαμε και εκεί ένα πρόβλημα που συναντήσαμε και σε άλλα domaine της περιοχής. Η κάβα ήταν υπερβολικά κρύα και οι ούτως ή άλλως δύσκολες χρονιές 2007 και 2008 δοκιμάζονταν πολύ άσχημα.
Δυστυχώς η Βουργούνδιοι επαναπαύονται στις δάφνες τους και στον τομέα της φιλοξενίας και την οργάνωση χώρων γευστικών δοκιμών είναι ακόμη πολύ πίσω.
Γι'αυτό, κανένα κρασί δε σηκώνει κριτική αφού οι ήδη τονισμένες οξύτητες μας φαινόταν αιχμηρότατες, οι τανίνες άγριες και τα αρώματα παγωμένα και κρυμμένα στο ποτήρι. Είναι μεγάλη ειρωνεία να παράγεις ένα κρασί λαμβάνοντας υπόψιν κάθε λεπτομέρεια που μπορεί να επηρεάσει την εξέλιξή του και όταν έρθει η ώρα των δοκιμών να το σερβίρεις παγωμένο και αυτό στην Βουργουνδία συμβαίνει κατά κόρον.

Ευτυχώς η αμέσως επόμενη επίσκεψη μας έκανε να αναθεωρήσουμε και να δούμε πως ακόμη και στην Βουργουνδία υπάρχουν οινοποιεία που δίνουν μεγάλη σημασία στις συνθήκες που πρόκειται να δοκιμαστεί το κρασί τους. Η επίσκεψη στον Bruno Clavelier ήταν κάτι που όπως μας είχαν πει διάφοροι φίλοι που εμπλέκονται στον αμπελοοινικό χώρο, θα ήταν κάτι πολύ ξεχωριστό γιατί πέρα από έναν εξαιρετικό οινοπαραγωγό θα γνωρίζαμε και έναν θαυμάσιο άνθρωπο. Δεν είχαν και άδικο αφού ο Bruno μας έκανε μία πλήρης ξενάγηση στους χώρους που παράγει το κρασί του και αμέσως μετά μας οδήγησε στην αίθουσα δοκιμών.
Εκεί, πέρα από τις φιάλες και τα δείγματα που είχε τραβήξει νωρίτερα από τα βαρέλια προκειμένου να έχουν την επιθυμητή θερμοκρασία, είχε ετοιμάσει εδαφολογικούς χάρτες των cru της Cote d'Or, είχε φέρει δείγματα εδάφους από τους αμπελώνες του και είχε δημιουργήσει τις καταλληλότερες συνθήκες γευσιγνωσίας.

Ο Μπρουνό είναι η τρίτη γενιά μιας παραδοσιακής οικογένειας οινοποιών κάτι που στην Βουργουνδία δεν θεωρείται παλιά οικογένεια αλλά πολύ πρόσφατη στον χώρο αυτόν. Σε βιολογική καλλιέργεια εδώ και πολλά χρόνια, την τελευταία πενταετία πέρασε σε Βιοδυναμική αφού πιστεύει πως αυτό τον βοηθάει να παράγει οίνους που αποτύπωναν απόλυτα αυτό το οποίο πρεσβεύουν. Ο ίδιος έχει τελειώσει οινολογία στην Dijon και παίρνει μόνος του αποφάσεις για κάθε ενέργεια που γίνεται.

O Bruno Clavelier στήνει το ..σκηνικό
Ξεκινήσαμε τις δοκιμές με ένα εκπληκτικό Aligoté. Η ποικιλία αυτή είναι αρκετά υποτιμημένη και χρησιμοποιείται για πολύ απλά κρασιά που σπάνια βρίσκει κανείς εκτός Γαλλίας αφού εμπορεύονται ελάχιστα. Το συγκεκριμένο κρασί όμως είχε μία μελένια μύτη με μεταλλικές νύξεις και ένα ήπιο αλλά γεμάτο στόμα που το καθιστούσαν πολύ καλύτερο από τα περισσότερα λευκά που βρίσκουμε στην Ελληνική αγορά.
Περνώντας στα κόκκινα, δοκιμάσαμε ένα πολύ καλό Bourgogne Passetoutgrain από 90%Pinot Noir 10% Gamay (επιτρέπεται μέχρι 33%) που είχε πολύ καθαρή φραουλένια μύτη με όμορφα δεμένες νότες τσουκνίδας και πολύ λεπτές τανίνες.
Από εκεί και πέρα ακολούθησε ένα σερί εξαιρετικών κρασιών. Τα μολύβια πήραν φωτιά και τα επιφωνήματα ενθουσιασμού ακούγονταν το ένα μετά το άλλο! Οι σημειώσεις μου είναι πάνω από τρεις σελίδες αφού αναλύαμε προσεκτικά το γεωλογικό ιστορικό του κάθε αμπελοτεμαχίου, αγγίζαμε (!) το αντίστοιχο πέτρωμα και εξετάζαμε το πως μεταφράζονταν τα χαρακτηριστικά του εδάφους στα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά του κρασιού.

Τα πετρώματα του Clavelier
H "La Combe Brulée" για παράδειγμα διαθέτει ένα υπέδαφος από πέτρες που είναι απολιθωμένα θαλασσινά σφουγγάρια και περιέχουν γύρω στο 85% πυρίτιο. Αυτό δίνει ένα σπιρτόζικο ερυθρό με έντονες οσμές τασακμακόπετρας και μπαρουτιού που κάνουν το φρούτο του εκρηκτικό!
Η "Combe d'orveaux" από λευκό Ωόλιθο πάλι, έδινε ένα πικάντικο αλλά με ανθώδεις νότες κρασί και ήταν απίστευτα ευκολόπιοτο για ένα τόσο νεαρό premier cru.
Επίσης εξαιρετικό το "Nuit Saint Georges Aux Cras" (δεν έχει σχέση με το "Les Cras") που είχε πολύ ιδιαίτερα αρώματα γλυκόριζας και cassis ενώ παράλληλα η πολύ καλή τανική δομή του, του έδινε αρκετά χρόνια παλαίωσης.

Αυτά ήταν κάποια από τα δείγματα του 2009 που δοκιμάσαμε τραβηγμένα από το βαρέλι ενώ δοκιμάσαμε και αρκετές φιάλες του 2008 ήδη εμφιαλωμένες. Το 2008 όπως έχω ήδη γράψει αρκετές φορές ήταν μία πολύ δύσκολη χρονιά αλλά ο Clavelier απέδειξε πως είναι σίγουρα ένας εξαιρετικός οινοπαραγωγός που τα καταφέρνει κάθε χρονιά. Το γεγονός αυτό μας το εξήγησε μάλιστα με τον εξής τρόπο:
Το 2009 λέει είναι μία χρονιά ορχήστρα. Τα πάντα πήγαν καλά και ένα μικρό φάλτσο χάνεται μέσα στην βοή των υπολοίπων. Το 2008 είναι χρονιά που θα την παρομοιάζαμε με σολίστα. Το παραμικρό λάθος φαίνεται πάρα πολύ έντονα γιατί δεν υπάρχει κάτι για να το καλύψει. Έτσι, την πρώτη χρονιά θα βρει κανείς καλά κρασιά από τους περισσότερους παραγωγούς της Βουργουνδίας ενώ το 2008 αξίζουν μόνο τα κρασιά που έχουν παραχθεί από επιδέξιους σολίστες! Όπως για παράδειγμα το premier cru "Les Cras" που πέρα από το απίθανο αρωματικό του μπουκέτο έβγαζε τρομερή ενέργεια στο στόμα όντας ταυτόχρονα πολύ καλά δομημένο και ισορροπημένο.

Όσα και να γράψω γι'αυτήν την τελευταία επίσκεψη δεν θα είναι ποτέ αρκετά αφού κάναμε πάρα πολλές συζητήσεις με τον Bruno Clavelier γύρω από πάρα πολλά θέματα και δεν είναι τόσο εύκολο όλα αυτά να καταγραφούν γραπτά. Σίγουρα όμως τέτοιες επισκέψεις αξίζουν και με το παραπάνω ένα ταξίδι, ακόμη και αν αυτό είναι μέσα στον παγωμένο Γαλλικό χειμώνα.

Κλείσαμε έτσι με τον καλύτερο τρόπο το τετραήμερο αυτό στην Βουργουνδία και επιστρέψαμε εν μέσω βαρυχειμωνιάς στο Παρίσι για μερικές ακόμη γαστρονομικές αποδράσεις...

Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2010

Back in Burgundy: Η χρυσή πλαγιά (ημέρα πρώτη)

Πέμπτη 2 Δεκέμβρη και το πρόγραμμα για το πρωί έγραφε επίσκεψη στα Grande Crus του Vosne Romanèe με τα πόδια και δοκιμές κρασιών στο οινοποιείο της Anne Gros στην οποία και νοικιάζαμε το σπιτάκι που μέναμε.
Το ιστορικό Cru του Romanèe Conti
Η θερμοκρασία ήταν γύρω στους μείον δύο αλλά ο ήλιος μαλάκωνε κάπως την κατάσταση και έτσι ξεκινήσαμε να διασχίσουμε το γραφικό χωριουδάκι όπου διαμέναμε και να περπατήσουμε στα μεγάλα crus που το περιέβαλαν. Ξεκινήσαμε από την "La Tache" και φτάσαμε μέχρι τα όρια του Romanée Conti με το Richebourg συνοδευόμενοι πάντα από την υπεύθυνη καλλιέργειας του κτήματος της Anne Gros που μας εξηγούσε παράλληλα τις εδαφικές ιδιαιτερότητες και τους τρόπους καλλιέργειας των ξακουστών αυτών αμπελοτεμαχίων.
Δοκιμάζοντας παγωμένα σταφύλια από μεγάλα Crus
Επιστρέψαμε στο Domaine Anne Gros όπου είχαμε μία σύντομη συζήτηση με την υπεύθυνο και μία ακόμη πιο σύντομη επεξήγηση των μεθόδων παραγωγής. Τα κρασιά δοκιμάζονταν αρκετά δύσκολα, ίσως λόγω του υπερβολικού κρύου στον χώρο που τα δοκιμάζαμε και το μόνο που έβγαινε έντονα ήταν το ξύλο του βαρελιού. Παρόλα αυτά καταφέραμε να ξεχωρίσουμε το Chambolle Musigny Villages για το πολύ καλό φρούτο του και την ωραία δομή του ενώ από τα Grand Crus μόνο το Richebourg κατάφερε να μας κερδίσει κάπως και να κρατήσει ψηλά την σημαία των μεγάλων αμπελοτεμαχίων. Και εδώ βέβαια το βαρέλι ήταν παρόν αλλά σίγουρα ήταν πολύ καλύτερα εναρμονισμένο στο σύνολο ενώ το στόμα είχε πολύ καλή δομή, φινέτσα και ευχάριστο τελείωμα με διάρκεια.
Όπως και να χει όμως από ένα Domaine που θεωρείται από τα πολύ καλά της Βουργουνδίας περιμέναμε κάτι πολύ περισσότερο και μάλλον μας άφησε απογοητευμένους.

Το απόγευμα ανεβήκαμε την ζώνη λίγο ψηλότερα προς την Dijon με κατεύθυνση το Gevrey Chambertin όπου και συναντήσαμε τον Pierre Boillot. O Pierre, οινοπαραγωγός παλαιάς οικογένειας, υποστηρίζει πως το Pinot Noir είναι μία πολυ΄ντελικάτη ποικιλία και θέλει κατά την οινοποίησή του όσο το δυνατόν λιγότερες επεμβάσεις γίνεται. Εμείς συμφωνούμε μαζί του -και μέσα μας ψιθυρίζουμε: και το Ξινόμαυρο as well- και επιβεβαιώσαμε την άποψη αυτήν δοκιμάζοντας τα πολύ κομψά και ολοκληρωμένα πινό του. Από το Gevrey Chambertin μέχρι και το Pommard όπου ο Pierre καλλιεργεί αμπέλια, κάθε μία cuvée του ήταν εξαιρετικής ποιότητας και παρόλο το κρύο της κάβας είχαμε μία πολύ ευχάριστη οινογευστική εμπειρία. Για το κλείσιμο δοκιμάσαμε ένα λευκό από Pinot Gris που είχε φυτεύσει ο παππούς του Pierre πριν πολλά χρόνια για να μαλακώνει την σκληράδα των κόκκινων του Volnay. Πλέον εμφιαλώνεται χωριστά μόνο για εσωτερική κατανάλωση και είναι ένα πολύ απλό μαλακό κρασί για καθημερινή χρήση χωρίς τίποτα το ιδιαίτερο.

Το highlight της ημέρας ακολούθησε αμέσως μετά, στο χωριό Chambolle-Musigny, στο Domaine Georges Roumier που είναι ένα από τα πλεόν ξακουστά ονόματα της Cote d'Or. Ο Christophe Roumier που έχει πάρει σήμερα τα ηνία του κτήματος παράγει κάποια από τα πιο φημισμένα κρασιά της
O C.Roumier συνομιλεί με τον Γ.Ιωαννίδη
περιοχής, τα οποία πωλούνται σε αρκετά υψηλές τιμές και είναι πολύ σπάνια αφού η παραγωγή εξαφανίζεται μόλις κυκλοφορήσει. Λίγοι τουρίστες έχουν την δυνατότητα να επισκεφτούν και να δοκιμάσουν στο οινοποιείο του αλλά ως ομάδα παραγωγών καταφέραμε να γίνουμε δεκτοί χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία.

Αφού είχαμε μία ενδιαφέρουσα συζήτηση πάνω στο ιστορικό του κτήματος και τις μεθόδους οινοποίησης περάσαμε στο υπόγειο κελάρι του για να δοκιμάσουμε τα 2009 από το βαρέλι και να βυθιστούμε στον κόσμο των αισθήσεων.

Η αρχή έγινε με το Chambolle Musigny Village που ήταν εξαιρετικά δροσερό στο στόμα και είχε νύξεις ορυκτών αρωμάτων που θύμιζαν θειάφι και έφερναν στο νου κρασί από ηφαιστειογενή εδάφη.
Από εκεί και πέρα περάσαμε κατευθείαν στα 1er Crus και στο σημειωματάριο μου έχω γράψει λέξεις και φράσεις όπως: ουάου, πω πω!, κάτσε καλά, αμά νέκταρ και άλλα τέτοια πολύ διαφορετικά από αυτά που γράφω συνήθως. Κάποιοι από την παρέα μάλιστα ήταν έτοιμοι να βάλουν τα κλάματα από την συγκινησιακή φόρτιση!

Γιατί να πρωτογράψω; Για το απίθανο Clos de la Bussiere; το εκπληκτικό Les Combottes; το τόσο φινετσάτο Les Cras; το ορυκτό και συνάμα πιπεράτο Ruchottes Chambertin, το μοναδικής προσωπικότητας Les amoureuses ή το τεράστιο Bonnes Mares Grand Cru με την απίστευτη τανική του δομή που έμενε να τσιμπάει απαλά το στόμα;
Από μπουκάλι δοκιμάσαμε κάποια Crus του 2008 που δοκιμάζονταν λίγο δυσκολότερα απ'ότι τα
Το Musigny του Roumier: Θρύλος!
βαρέλια και απ'όσο μας είπε και ο ίδιος ο Christophe το 2008 είναι μία χρονιά που δεν θα πάει και πολύ μακριά σε παλαίωση. Δοκιμάσαμε επίσης ένα Les Cras 1er Cru του 2007 το οποίο ήταν και αυτό λιγάκι κλειστό αλλά σίγουρα είχε πολύ όμορφο φρούτο στη μύτη και πολύ φίνες τανίνες. Αυτό όμως που ερωτευτήκαμε ήταν οι Amoureuses* του 2000 που είχαν μία μοναδικής πολυπλοκότητας μύτη που άρχιζε από μπαχαρικά και τρούφα και τελείωνε σε δέρμα και ευγενικά αρώματα μανιταριών.
Και εκεί που νομίζαμε πως ότι σοκ ήταν να πάθουμε το είχαμε πάθει ήδη, ο Christophe ήρθε να μας αποτελειώσει με ένα Corton Charlemagne Grand Cru του 2009 και να μας δείξει πως είναι άπαιχτος και στα μεγάλα λευκά. Ένα λαχταριστό Chardonnay με έντονα αρώματα λεμονανθού, τραγανότατο και με μία πολύ μακριά ατελείωτη επίγευση που θύμιζε παστέλι και κυδωνόπαστο. Ένα πραγματικά πολύ μεγάλο λευκό!

Στην συζήτηση που ακολούθησε μετά το τέλος των δοκιμών ο Christophe Roumier υποστήριξε και αυτός την γνώμη του Pierre Boillot περί ντελικάτου Pinot Noir και είπε πως η βασική του αρχή είναι να μην κάνει πολύ τεχνικές οινοποιήσεις ώστε το terroir να βγαίνει πάντα μπροστά από την οινοποίηση και όχι η οινοποίηση μπροστά από το terroir.

Με την επίσκεψη αυτή έκλεισε και η δεύτερη μέρα των επισκέψεων κατά την οποία τα κρασιά του Roumier κέρδισαν τις εντυπώσεις και τις καρδιές μας και η Cote d'Or (χρυσή πλαγιά) απέδειξε πως το όνομά της σίγουρα δεν είναι τυχαίο!



*amoureuses: για τους μη γαλλομαθείς amoureuses σημαίνει "οι ερωτευμένες"