Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011

Γαλλία Δεκέμβρης 2010: Οι γαστρονομικοί μας σταθμοί στην Βουργουνδία

Μετά από μερικές ενδιαφέρουσες γαστρονομικές εμπειρίες στο Παρίσι είχε έρθει η ώρα της Βουργουνδίας να μας αποδείξει πως η κουζίνα της μπορεί να στηρίξει αξιόλογα την οινική της κουλτούρα και να προσφέρει έτσι στον επισκέπτη μία ολοκληρωμένη οινο-γαστρονομική εμπειρία.

Πρώτος σταθμός η "Hostelerie de Levernois" σε ένα χωριουδάκι ακριβώς δίπλα από την Beaune. Εστιατόριο βραβευμένο με ένα αστέρι Michelin* και φημισμένο για την πλούσια κάβα του, δεν μπορούσε παρά να μας γεμίσει με μεγάλες προσδοκίες για αυτά που θα προσέφερε.
Το ορεκτικό στην Hostellerie
Ξεκινήσαμε πίνοντας ένα "Rully 1er Cru Les Pucelles" του 2008 από τον Paul Jacquesson. Το Chardonnay αυτό ήταν μία πολύ καλή επιλογή που συνόδεψε εξαιρετικά το ραβιόλι με μανιτάρια και ζωμό από θαλασσινά και το φουά γκρά με φυστίκια αιγίνης και χειμωνιάτικα φρούτα του κήπου του εστιατορίου.

..το κυρίως..
Για τα υπόλοιπα πιάτα επιλέξαμε ένα Chambolle Musigny 2005 του Roumier αφού οι γεύσεις ήταν τόσο φίνες που θα ταιριάζανε με τα ντελικάτα αρώματα του Chambolle.
Η αλήθεια όμως είναι πως για κάποιο λόγο το κρασί δεν δοκιμάζονταν πολύ καλά και δίχασε τις γνώμες στο τραπέζι. Εγώ προσωπικά το βρήκα κλειστό στη μύτη και με τραχύ τελείωμα που δεν θύμιζε Pinot Noir. Για το τελευταίο ίσως να φταίει και το καραμελωμένο αρνάκι που έτρωγα και έκανε το κρασί να πικρίζει ελαφρά στο τέλος. Όπως και να 'χει πάντως το πόσο μεγάλος είναι ο Roumier το επιβεβαιώσαμε στη επίσκεψη που κάναμε την μεθεπόμενη στο οινοποιείο του και αυτό ήταν απλά μία κακή παρένθεση.
..τα τυριά.

Στο επόμενο κόκκινο δυστυχώς δεν είχαμε καλύτερη τύχη. Ήταν ένα 1er Cru "Le Clos de Corvées" 1999 του Prieure Roch συνιδιοκτήτη του Domaine de la Romanée Conti και μεγάλου οπαδού της λεγόμενης "φυσικής" οινοποίησης. Προφανώς ο χρόνος δεν είχε βοηθήσει και τόσο το συγκεκριμένο κρασί και παρά την αρχικά καλή εντύπωση στη μύτη, αποδείχθηκε γερασμένο. Κρίμα γιατί είχαμε μεγάλες προσδοκίες από ένα τέτοιο κρασί και τελικά μείναμε με την όρεξη.

...και το γλυκό
Έτσι η εκπληκτική συλλογή τυριών που ακολουθούσε το γεύμα μας έμεινε ασυνόδευτη.
Κλείσαμε με μία φανταστική Creme Brulée από λεμόνι και λευκή σοκολάτα με γρανίτα πράσινο μήλο.



Το μεσημεράκι της Τετάρτης φάγαμε στο πολύ συμπαθητικό Comptoir des Tontons με κουζίνα της αγοράς. Αυτό σημαίνει πως όλα τα πιάτα είναι ημέρας και γίνονται με αυτά που διατίθενται στην αγορά της Beaune κάθε μέρα. Και όταν λέμε αγορά δεν εννοούμε φυσικά το Super Market αλλά αυτά που έχουν να προσφέρουν οι παραγωγοί της περιοχής την εκάστοτε περίοδο. Ήπιαμε ένα Pouilly Fuissé 2006 οξειδωτικού χαρακτήρα από το Domaine Valette με πολύ ιδιαίτερα αρώματα που δίχασαν τις γνώμες για μία ακόμη φορά.

Το βράδυ της ίδιας ημέρας, φάγαμε στο Caveau Madeleine που ήταν στην ίδια φιλοσοφία με το μεσημεριανό μας εστιατόριο αλλά σε πολύ πιο ζεστά διακοσμημένο περιβάλλον και περιτριγυρισμένο από ράφια γεμάτα φιάλες κρασιού. Εκεί είχαμε και ραντεβού με το διάσημο ζευγάρι εδαφολόγων, τον Claude και την Lydia Bourguignon που μας είχαν επισκεφτεί πριν μερικά χρόνια στην Νάουσα και την Σαντορίνη προκειμένου να γνωρίσουν τα μεγάλα ελληνικά τερουάρ.
Μόλις πριν, είχαμε 
επισκεφτεί το Domaine Leflaive και ο Αντουάν μας είχε δώσει να πάρουμε μαζί μας δύο μεγάλα λευκά που είχαμε ανοίξει για δοκιμή. Αφού τα ήπιαμε ως απεριτίφ -και τι απεριτίφ!- περάσαμε σε ένα κόκκινο 1er Cru Clos de la Marechal 2007 του Frederique Mugnier. Ήταν αρκετά καλό με φίνα μύτη με ζωικές νύξεις, υγρές τανίνες και μακρύ τελείωμα στο στόμα.
Το κρασί της βραδιάς όμως ήρθε αμέσως μετά από τον παραγωγό Thierry Martot. Το Blagny σίγουρα δε φημίζεται για τα μεγάλο του κόκκινα αλλά το συγκεκριμένο, από το αμπελοτοπωνύμιο "La piece sous le Bois" είχε πολύ καθαρή μύτη από τοματάκι,μούρα, βατόμουρα, ήταν πολύ χυμώδες στο στόμα και είχε πολύ νόστιμη-μεγάλη επίγευση.
Το Chambolle Musigny 2007 από το "La maison Romane" που ακολούθησε ήταν ευχάριστο αλλά δε μας άφησε κάτι παραπάνω.
Αντιθέτως, το Cider αχλαδιού "Poire Granit" του Eric Borbelet από την Νορμανδία και αχλαδιές τετρακοσίων ετών με ύψος τεσσάρων μέτρων ήταν απίστευτα δροσιστικό και χωνευτικό! Οι αχλαδιές αυτές παράγουν αχλάδια αποκλειστικά για Cider** που είναι σκληρά σαν πέτρες και ακατάλληλα για βρώση. Ο Γρανίτης και το Νορμανδικό κλίμα δίνουν την δροσιά στο ξεχωριστό αυτό ποτό και το κάνουν μοναδικό.

Για την επόμενη δεν είχαμε κλείσει κάτι εκ των προτέρων και έτσι επιλέξαμε κάτι από τις προτάσεις της οικοδέσποινάς μας Anne Gros. Το γεγονός πως στο εστιατόριο βρίσκονταν και ο Aubert de Vilaine μας φάνηκε καλός οιωνός αλλά τα τηγανιτά κρέατα με τις λιπαρές κρέμες γάλακτος που κυριαρχούσαν στις συνταγές απέδειξαν το αντίθετο.

Από τα καλύτερα Cremant
Την κακή παρένθεση ήρθε να ισορροπήσει το βραδινό γεύμα στο σπίτι του Αντουάν Lepetit από το Domaine Leflaive που μας περιποιήθηκε δεόντως στο πανέμορφο σπίτι του στο χωριό Saint Romain. Βοήθησαν βέβαια και οι μείον επτά βαθμοί θερμοκρασία που μας έκαναν να απολαύσουμε τα ορεκτικά δίπλα στο τζάκι ακόμη περισσότερο και να πίνουμε το κρασί μας ακόμη πιο ευχάριστα!
Εντύπωση μας έκανε το Cremant του Αλσατού βιοδυναμιστή Leon Boesch που είχε ιδιαίτερα μεστό στόμα για κρασί της κατηγορίας του και πήγαινε θαυμάσια με τα καναπεδάκια από σολωμό και από φουά γκρα. Λίγο η νοστιμιά της Βουργουνδέζικης τρούφας, λίγο τα υψηλής ποιότητας Αλσατικά κρασιά -τόπος καταγωγής του οικοδεσπότη- λίγο οι υπόλοιπες λιχουδιές, έκαναν αυτό το γεύμα ένα από τα καλύτερά μας στην Γαλλία ασχέτως αν δεν προέρχονταν από επαγγελματίες μάγειρες.

Την τελευταία μέρα είπαμε να φάμε κάτι απλό και έτσι αρκεστήκαμε σε μία πίτσα συνοδεία μπύρας. Ίσως όχι το ιδανικό τελείωμα μίας επίσκεψης σε έναν τόπο τόσο δεμένο με την γαστρονομία αλλά σίγουρα είχαμε ήδη τιμήσει την τοπική κουζίνα σε σημείο που ένα παραστράτημα θεωρήθηκε αμελητέο.

Αυτά λοιπόν τα οινο-γαστρονομικά από την Γαλλία. Όμορφες εμπειρίες και γεμάτες στιγμές που αποτελούν κίνητρο για νέες εξορμήσεις στο μέλλον...



*Τα αστέρια Michelin για τα εστιατόρια δεν έχουν καμία σχέση με τα αστέρια των ξενοδοχείων και ένα αστέρι είναι πραγματικά μεγάλη διάκριση.
**Το Cider είναι ανθρακούχο ποτό από μήλα ή αχλάδια με προέλευση την Νορμανδία και αλκόολ στα επίπεδα μίας κλασσική Lager μπύρας.

Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2011

Γαλλία Δεκέμβρης 2010 : Οι γαστρονομικοί μας σταθμοί στο Παρίσι


Ένα ταξίδι στην Γαλλία με συναδέλφους από τον χώρο του κρασιού δεν θα μπορούσε παρά να εξελιχθεί σε οινο-γαστρονομικό μαραθώνιο. Από την μέρα που πατήσαμε το πόδι μας στο Παρίσι μέχρι και λίγες ώρες πριν φύγουμε, κάναμε τεστ αντοχής στα στομάχια μας αφού επί δέκα μέρες σηκωνόμασταν από το τραπέζι μόνο για να πάμε να δοκιμάσουμε κρασιά και το αντίστροφο!

To καλωσόρισμα!
Η εκκίνηση δόθηκε το απογευματάκι της μέρας που φτάσαμε στο Παρίσι. Στο σπίτι ενός φίλου ανοίχτηκαν τρεις Σαντορίνες και κάποια δείγματα από νεαρό Ξινόμαυρο που με την συνοδεία των κατάλληλων τυριών και αλλαντικών άνοιξαν τον χορό των γαστριμαργικών απολαύσεων! Αξιοσημείωτο ήταν πως όλοι οι μεζέδες προέρχονταν από Βιοδυναμικές φάρμες και ήταν εξαιρετικής ποιότητας. Από τα κρασιά αυτό που εκτίμησα περισσότερο από όλα ήταν ο "Μύλος" 2006 του Χατζηδάκη που δοκιμάζονταν καταπληκτικά και ταίριαζε πολύ με τα Γαλλικά τυριά.

Το ίδιο βράδυ, λίγες ώρες μετά, είχαμε κλείσει τραπέζι σε ένα Bistrot με το όνομα "Fines Gueules" που είναι γνωστό για τις ψαγμένες επιλογές κρασιών που διαθέτει. Το γεγονός όμως πως το τραπέζι που μας είχαν κρατήσει ήταν σε ένα μέρος όπου τα κουφώματα έμπαζαν από παντού με παγωμένο αέρα δεν μας άφησε να αφοσιωθούμε στο τι υπήρχε στο τραπέζι μας. Τρώγοντας με το μπουφάν και έχοντας ως μοναδική έγνοια το πως θα ζεσταθείς λιγάκι δεν δίνεις και πολύ σημασία στα υπόλοιπα. Ευτυχώς κατά την διάρκεια της αναμονής για το "υπέροχο" τραπέζι μας καθίσαμε στο μπαρ όπου ο ιδιοκτήτης μας πρόσφερε ένα ποτήρι λευκό από Rousette de Savoie του 2008. Ανάλαφρο κρασάκι με διακριτική μύτη και τραγανή οξύτητα, ήταν το μόνο που κρατήσαμε από το πέρασμα μας εκεί μιας και πρόκειται για μία ποικιλία που σπάνια έχει την τύχη να δοκιμάσει κανείς.

Την επόμενη μέρα, γύρω στις έντεκα το πρωί, φάγαμε ένα βασιλικό πρωινό με προϊόντα από τις ίδιες βιοδυναμικές φάρμες που προέρχονταν και τα τυριά τις προηγούμενης ημέρας. Αυτό ήταν αρκετό για να μας κρατήσει όλη μέρα χωρίς φαγητό και έτσι αφιερώσαμε όλο το μεσημεριανό μας χρόνο σε βόλτες στις κάβες της Γαλλικής πρωτεύουσας.
Μπορντολέζικα σκαμπανεβάσματα
τιμών (LaVinia)
Κάποια στιγμή ο δρόμος μας έφερε και στην LaVinia. Μία από τις σημαντικότερες αλυσίδες καβών με καταστήματα από Κίεβο μέχρι Βαρκελώνη. Κρασιά από όλο τον κόσμο, ατέλειωτα αξεσουάρ κρασιού, σπάνια αποστάγματα και εκλεκτές σοδειές μεγάλων κρασιών μας κράτησαν εκεί για πάνω από τρεις ώρες. Στο ενδιάμεσο προμηθευτήκαμε την ειδική κάρτα της κάβας με την οποία μπορεί κανείς να δοκιμάζει σε ποτήρι κρασιά τα οποία βρίσκονται σε προσφορά. Μεταξύ άλλων δοκιμάσαμε ένα Sauvignon Blanc από την Ινδία του 2007 που έφερνε περισσότερο σε Chardonnay όντας αρκετά βουτυράτο αλλά και δροσερό ταυτόχρονα. Από κει και πέρα, με εξαίρεση ένα πολύ καλό Pouilly Fumé του 2009 από το Domaine Michel Bailly με όμορφη μύτη εσπεριδοειδών και φρεσκάδα στο στόμα, τα περισσότερα κρασιά που δοκιμάσαμε ήταν αρκετά μέτρια και δεν είχαν να πουν κάτι ιδιαίτερο.


Ευοί Ευάν
Το βράδυ είχαμε συνάντηση στο εστιατόριο Ευοί ευάν της Μαρίας Νικολάου, αδερφής της γνωστής τηλεοπτικής μαγείρισσας και συγγραφέως Ντίνας Νικολάου η οποία είναι και σύμβουλος σεφ του εστιατορίου. Ζεστός χώρος, καλόγουστα διακοσμημένος, πολύ καλή κουζίνα με ελληνικές συνταγές προσαρμοσμένες στο στυλ της γαλλικής γαστρονομίας και κάβα με τα αντιπροσωπευτικότερα ελληνικά Ο.Π.Α.Π. Εμείς βέβαια δοκιμάσαμε δείγματα δικών μας κρασιών από Σαντορίνη και Νάουσα που είχαμε φέρει μαζί μας. Δοκιμάσαμε λοιπόν από την τρέχουσα εσοδεία του Χατζηδάκη, ένα εκφραστικότατο Αηδάνι, ένα εξαιρετικό Νυχτέρι με τρομερή οξύτητα και έναν Μύλο που ήταν κλειστός και δοκιμάζονταν δύσκολα. Στα κόκκινα το "Γη και ουρανός" 2008 και το Vignes Franches του 2009 έδειξαν τις τρομερές δυνατότητες του Ξινόμαυρου. Το πρώτο με το εξαιρετικά πολύπλοκο αρωματικό του μπουκέτο που έβγαζε μέχρι και τρούφα και το δεύτερο με τις δαντελωτές του τανίνες και την φανταστική του επίγευση που άφηνε στο στόμα κάθε λογής φρουτάκια.

Η Δευτέρα ήταν η μέρα της ημερίδας για το ελληνικό κρασί και τσιμπήσαμε κάτι στον μπουφέ που είχε στηθεί από το Catering των αδερφών Μαυρομμάτη που ήταν και χορηγοί της εκδήλωσης. Είχαμε σκεφτεί, επειδή ήμασταν στην Γαλλία να είμαστε λίγο πιο συμμαζεμένοι και τσιμπούσαμε πολύ διακριτικά χωρίς να υπολογίσουμε πως και οι υπόλοιποι ήταν ως επί το πλείστον Έλληνες και έκαναν τον μπουφέ φύλλο και φτερό!
Έτσι, μετά τον μπουφέ πήγαμε κάπου για φαγητό. Για να μην πάμε μακριά και επειδή την επόμενη θα είχαμε γεύμα σε μονοάστερο εστιατόριο της Beaune είπαμε να αρκεστούμε σε κάτι απλό. Κάτσαμε κάπου κοντά στην Place Madeleine, σε ένα εστιατόριο που τα πιάτα που σερβίριζε ήταν τουλάχιστον άθλια. Κακές απομιμήσεις αυθεντικών γαλλικών συνταγών σε τιμές πολύ πιο πάνω από αυτό που άξιζαν.
Κάτι αντίστοιχο δηλαδή με τους ξένους που επισκέπτονται τουριστικές ελληνικές περιοχές και τρώνε ακριβοπληρωμένη σαβούρα με ταμπέλα παραδοσιακού πιάτου. Τότε κατάλαβα γιατί πολλοί Έλληνες που επισκέπτονται την Γαλλία λεν ότι δεν τους άρεσε καθόλου η Γαλλική κουζίνα!

Το τελευταίο βράδυ πριν την αναχώρηση μας για Ελλάδα, φάγαμε στο "L'Olivier". Ένα ακόμη πολύ καλό εστιατόριο με μεσογειακή κουζίνα που παντρεύει έξυπνα ελληνικές και άλλες μεσογειακές γεύσεις με την γαλλική φιλοσοφία. Το αξιοσημείωτο της βραδιάς ήταν πως για ξεκίνημα δοκιμάσαμε το ροζέ του Domaine de la Romanée Conti. Ένα κρασί που φτιάχνεται από τα σταφύλια δεύτερης διαλογής του οινοποιείου και παράγεται μόνο για κατανάλωση από τους εργάτες του κτήματος. Κρίνοντας το ως ροζέ δεν έλεγε και πολλά πράγματα αλλά στέκονταν πολύ καλά ως λευκό αφού θύμιζε καλοφτιαγμένο Chardonnay της Cote de Beaune!

Στο ενδιάμεσο όμως, πριν από αυτό το τελευταίο βράδυ, μεσολάβησε το τετραήμερο στην Βουργουνδία όπου φάγαμε και ήπιαμε με την ψυχή μας και αναγνωρίσαμε όλο τα μεγαλείο της γαλλικής γαστρονομίας...

Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2011

Back in Burgundy: Η χρυσή πλαγιά (ημέρα δεύτερη)

Η τρίτη μέρα των επισκέψεων έμελλε να είναι η πιο κρύα απ' όλες τις μέρες που μείναμε στην Βουργουνδία και χιόνιζε ασταμάτητα από το πρωί. Η πλαγιά των μεγάλων cru είχε ντυθεί στα λευκά και το θέαμα ήταν υπέροχο.

Ένα από τα παγωμένα κελάρια..
Η πρώτη επίσκεψη της ημέρας ήταν στο Vosne Romanée στο οινοποιείο του Jean-Yves Bizot. Δοκιμάσαμε την σοδειά του 2009 από το βαρέλι και μία φιάλη του 2008. Το υπόγειο κελάρι ήταν πολύ παγωμένο και σίγουρα οι συνθήκες δεν ήταν οι καλύτερες για να δοκιμάσει κανείς κόκκινα. Έτσι ο οινοποιός αδίκησε τα ίδια του τα κρασιά που ήταν πολύ κλειστά λόγω κρύου και το βαρέλι σκέπαζε το φρούτο εξ ολοκλήρου.
Το μόνο κέρδος από την επίσκεψη αυτήν ήταν πως ο ιδιοκτήτης πέρα από οινοποιός που είναι, έχει σπουδάσει και γεωλογία και κάναμε μία συζήτηση σχετικά με τα εδάφη της Cote d'or και τον τρόπο που διαμορφώθηκαν σήμερα μετά από εκατομμύρια χρόνια αλλαγών στην μορφολογία τους.

Δοκιμάζοντας στον Τραπέ
Χωρίς να χάνουμε χρόνο φύγαμε για το Gevrey-Chambertin και το οινοποιείο του Jean Louis Trapet. Ένα Domaine το οποίο έχω σε μεγάλη εκτίμηση αφού πέρα από ένα από τα κορυφαία ονόματα της Βουργουνδίας σε βιοδυναμική καλλιέργεια, είναι και το μέρος όπου έμαθα πολλά μυστικά από τον κόσμο του κρασιού. Παρόλα αυτά όμως συναντήσαμε και εκεί ένα πρόβλημα που συναντήσαμε και σε άλλα domaine της περιοχής. Η κάβα ήταν υπερβολικά κρύα και οι ούτως ή άλλως δύσκολες χρονιές 2007 και 2008 δοκιμάζονταν πολύ άσχημα.
Δυστυχώς η Βουργούνδιοι επαναπαύονται στις δάφνες τους και στον τομέα της φιλοξενίας και την οργάνωση χώρων γευστικών δοκιμών είναι ακόμη πολύ πίσω.
Γι'αυτό, κανένα κρασί δε σηκώνει κριτική αφού οι ήδη τονισμένες οξύτητες μας φαινόταν αιχμηρότατες, οι τανίνες άγριες και τα αρώματα παγωμένα και κρυμμένα στο ποτήρι. Είναι μεγάλη ειρωνεία να παράγεις ένα κρασί λαμβάνοντας υπόψιν κάθε λεπτομέρεια που μπορεί να επηρεάσει την εξέλιξή του και όταν έρθει η ώρα των δοκιμών να το σερβίρεις παγωμένο και αυτό στην Βουργουνδία συμβαίνει κατά κόρον.

Ευτυχώς η αμέσως επόμενη επίσκεψη μας έκανε να αναθεωρήσουμε και να δούμε πως ακόμη και στην Βουργουνδία υπάρχουν οινοποιεία που δίνουν μεγάλη σημασία στις συνθήκες που πρόκειται να δοκιμαστεί το κρασί τους. Η επίσκεψη στον Bruno Clavelier ήταν κάτι που όπως μας είχαν πει διάφοροι φίλοι που εμπλέκονται στον αμπελοοινικό χώρο, θα ήταν κάτι πολύ ξεχωριστό γιατί πέρα από έναν εξαιρετικό οινοπαραγωγό θα γνωρίζαμε και έναν θαυμάσιο άνθρωπο. Δεν είχαν και άδικο αφού ο Bruno μας έκανε μία πλήρης ξενάγηση στους χώρους που παράγει το κρασί του και αμέσως μετά μας οδήγησε στην αίθουσα δοκιμών.
Εκεί, πέρα από τις φιάλες και τα δείγματα που είχε τραβήξει νωρίτερα από τα βαρέλια προκειμένου να έχουν την επιθυμητή θερμοκρασία, είχε ετοιμάσει εδαφολογικούς χάρτες των cru της Cote d'Or, είχε φέρει δείγματα εδάφους από τους αμπελώνες του και είχε δημιουργήσει τις καταλληλότερες συνθήκες γευσιγνωσίας.

Ο Μπρουνό είναι η τρίτη γενιά μιας παραδοσιακής οικογένειας οινοποιών κάτι που στην Βουργουνδία δεν θεωρείται παλιά οικογένεια αλλά πολύ πρόσφατη στον χώρο αυτόν. Σε βιολογική καλλιέργεια εδώ και πολλά χρόνια, την τελευταία πενταετία πέρασε σε Βιοδυναμική αφού πιστεύει πως αυτό τον βοηθάει να παράγει οίνους που αποτύπωναν απόλυτα αυτό το οποίο πρεσβεύουν. Ο ίδιος έχει τελειώσει οινολογία στην Dijon και παίρνει μόνος του αποφάσεις για κάθε ενέργεια που γίνεται.

O Bruno Clavelier στήνει το ..σκηνικό
Ξεκινήσαμε τις δοκιμές με ένα εκπληκτικό Aligoté. Η ποικιλία αυτή είναι αρκετά υποτιμημένη και χρησιμοποιείται για πολύ απλά κρασιά που σπάνια βρίσκει κανείς εκτός Γαλλίας αφού εμπορεύονται ελάχιστα. Το συγκεκριμένο κρασί όμως είχε μία μελένια μύτη με μεταλλικές νύξεις και ένα ήπιο αλλά γεμάτο στόμα που το καθιστούσαν πολύ καλύτερο από τα περισσότερα λευκά που βρίσκουμε στην Ελληνική αγορά.
Περνώντας στα κόκκινα, δοκιμάσαμε ένα πολύ καλό Bourgogne Passetoutgrain από 90%Pinot Noir 10% Gamay (επιτρέπεται μέχρι 33%) που είχε πολύ καθαρή φραουλένια μύτη με όμορφα δεμένες νότες τσουκνίδας και πολύ λεπτές τανίνες.
Από εκεί και πέρα ακολούθησε ένα σερί εξαιρετικών κρασιών. Τα μολύβια πήραν φωτιά και τα επιφωνήματα ενθουσιασμού ακούγονταν το ένα μετά το άλλο! Οι σημειώσεις μου είναι πάνω από τρεις σελίδες αφού αναλύαμε προσεκτικά το γεωλογικό ιστορικό του κάθε αμπελοτεμαχίου, αγγίζαμε (!) το αντίστοιχο πέτρωμα και εξετάζαμε το πως μεταφράζονταν τα χαρακτηριστικά του εδάφους στα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά του κρασιού.

Τα πετρώματα του Clavelier
H "La Combe Brulée" για παράδειγμα διαθέτει ένα υπέδαφος από πέτρες που είναι απολιθωμένα θαλασσινά σφουγγάρια και περιέχουν γύρω στο 85% πυρίτιο. Αυτό δίνει ένα σπιρτόζικο ερυθρό με έντονες οσμές τασακμακόπετρας και μπαρουτιού που κάνουν το φρούτο του εκρηκτικό!
Η "Combe d'orveaux" από λευκό Ωόλιθο πάλι, έδινε ένα πικάντικο αλλά με ανθώδεις νότες κρασί και ήταν απίστευτα ευκολόπιοτο για ένα τόσο νεαρό premier cru.
Επίσης εξαιρετικό το "Nuit Saint Georges Aux Cras" (δεν έχει σχέση με το "Les Cras") που είχε πολύ ιδιαίτερα αρώματα γλυκόριζας και cassis ενώ παράλληλα η πολύ καλή τανική δομή του, του έδινε αρκετά χρόνια παλαίωσης.

Αυτά ήταν κάποια από τα δείγματα του 2009 που δοκιμάσαμε τραβηγμένα από το βαρέλι ενώ δοκιμάσαμε και αρκετές φιάλες του 2008 ήδη εμφιαλωμένες. Το 2008 όπως έχω ήδη γράψει αρκετές φορές ήταν μία πολύ δύσκολη χρονιά αλλά ο Clavelier απέδειξε πως είναι σίγουρα ένας εξαιρετικός οινοπαραγωγός που τα καταφέρνει κάθε χρονιά. Το γεγονός αυτό μας το εξήγησε μάλιστα με τον εξής τρόπο:
Το 2009 λέει είναι μία χρονιά ορχήστρα. Τα πάντα πήγαν καλά και ένα μικρό φάλτσο χάνεται μέσα στην βοή των υπολοίπων. Το 2008 είναι χρονιά που θα την παρομοιάζαμε με σολίστα. Το παραμικρό λάθος φαίνεται πάρα πολύ έντονα γιατί δεν υπάρχει κάτι για να το καλύψει. Έτσι, την πρώτη χρονιά θα βρει κανείς καλά κρασιά από τους περισσότερους παραγωγούς της Βουργουνδίας ενώ το 2008 αξίζουν μόνο τα κρασιά που έχουν παραχθεί από επιδέξιους σολίστες! Όπως για παράδειγμα το premier cru "Les Cras" που πέρα από το απίθανο αρωματικό του μπουκέτο έβγαζε τρομερή ενέργεια στο στόμα όντας ταυτόχρονα πολύ καλά δομημένο και ισορροπημένο.

Όσα και να γράψω γι'αυτήν την τελευταία επίσκεψη δεν θα είναι ποτέ αρκετά αφού κάναμε πάρα πολλές συζητήσεις με τον Bruno Clavelier γύρω από πάρα πολλά θέματα και δεν είναι τόσο εύκολο όλα αυτά να καταγραφούν γραπτά. Σίγουρα όμως τέτοιες επισκέψεις αξίζουν και με το παραπάνω ένα ταξίδι, ακόμη και αν αυτό είναι μέσα στον παγωμένο Γαλλικό χειμώνα.

Κλείσαμε έτσι με τον καλύτερο τρόπο το τετραήμερο αυτό στην Βουργουνδία και επιστρέψαμε εν μέσω βαρυχειμωνιάς στο Παρίσι για μερικές ακόμη γαστρονομικές αποδράσεις...

Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2010

Back in Burgundy: Η χρυσή πλαγιά (ημέρα πρώτη)

Πέμπτη 2 Δεκέμβρη και το πρόγραμμα για το πρωί έγραφε επίσκεψη στα Grande Crus του Vosne Romanèe με τα πόδια και δοκιμές κρασιών στο οινοποιείο της Anne Gros στην οποία και νοικιάζαμε το σπιτάκι που μέναμε.
Το ιστορικό Cru του Romanèe Conti
Η θερμοκρασία ήταν γύρω στους μείον δύο αλλά ο ήλιος μαλάκωνε κάπως την κατάσταση και έτσι ξεκινήσαμε να διασχίσουμε το γραφικό χωριουδάκι όπου διαμέναμε και να περπατήσουμε στα μεγάλα crus που το περιέβαλαν. Ξεκινήσαμε από την "La Tache" και φτάσαμε μέχρι τα όρια του Romanée Conti με το Richebourg συνοδευόμενοι πάντα από την υπεύθυνη καλλιέργειας του κτήματος της Anne Gros που μας εξηγούσε παράλληλα τις εδαφικές ιδιαιτερότητες και τους τρόπους καλλιέργειας των ξακουστών αυτών αμπελοτεμαχίων.
Δοκιμάζοντας παγωμένα σταφύλια από μεγάλα Crus
Επιστρέψαμε στο Domaine Anne Gros όπου είχαμε μία σύντομη συζήτηση με την υπεύθυνο και μία ακόμη πιο σύντομη επεξήγηση των μεθόδων παραγωγής. Τα κρασιά δοκιμάζονταν αρκετά δύσκολα, ίσως λόγω του υπερβολικού κρύου στον χώρο που τα δοκιμάζαμε και το μόνο που έβγαινε έντονα ήταν το ξύλο του βαρελιού. Παρόλα αυτά καταφέραμε να ξεχωρίσουμε το Chambolle Musigny Villages για το πολύ καλό φρούτο του και την ωραία δομή του ενώ από τα Grand Crus μόνο το Richebourg κατάφερε να μας κερδίσει κάπως και να κρατήσει ψηλά την σημαία των μεγάλων αμπελοτεμαχίων. Και εδώ βέβαια το βαρέλι ήταν παρόν αλλά σίγουρα ήταν πολύ καλύτερα εναρμονισμένο στο σύνολο ενώ το στόμα είχε πολύ καλή δομή, φινέτσα και ευχάριστο τελείωμα με διάρκεια.
Όπως και να χει όμως από ένα Domaine που θεωρείται από τα πολύ καλά της Βουργουνδίας περιμέναμε κάτι πολύ περισσότερο και μάλλον μας άφησε απογοητευμένους.

Το απόγευμα ανεβήκαμε την ζώνη λίγο ψηλότερα προς την Dijon με κατεύθυνση το Gevrey Chambertin όπου και συναντήσαμε τον Pierre Boillot. O Pierre, οινοπαραγωγός παλαιάς οικογένειας, υποστηρίζει πως το Pinot Noir είναι μία πολυ΄ντελικάτη ποικιλία και θέλει κατά την οινοποίησή του όσο το δυνατόν λιγότερες επεμβάσεις γίνεται. Εμείς συμφωνούμε μαζί του -και μέσα μας ψιθυρίζουμε: και το Ξινόμαυρο as well- και επιβεβαιώσαμε την άποψη αυτήν δοκιμάζοντας τα πολύ κομψά και ολοκληρωμένα πινό του. Από το Gevrey Chambertin μέχρι και το Pommard όπου ο Pierre καλλιεργεί αμπέλια, κάθε μία cuvée του ήταν εξαιρετικής ποιότητας και παρόλο το κρύο της κάβας είχαμε μία πολύ ευχάριστη οινογευστική εμπειρία. Για το κλείσιμο δοκιμάσαμε ένα λευκό από Pinot Gris που είχε φυτεύσει ο παππούς του Pierre πριν πολλά χρόνια για να μαλακώνει την σκληράδα των κόκκινων του Volnay. Πλέον εμφιαλώνεται χωριστά μόνο για εσωτερική κατανάλωση και είναι ένα πολύ απλό μαλακό κρασί για καθημερινή χρήση χωρίς τίποτα το ιδιαίτερο.

Το highlight της ημέρας ακολούθησε αμέσως μετά, στο χωριό Chambolle-Musigny, στο Domaine Georges Roumier που είναι ένα από τα πλεόν ξακουστά ονόματα της Cote d'Or. Ο Christophe Roumier που έχει πάρει σήμερα τα ηνία του κτήματος παράγει κάποια από τα πιο φημισμένα κρασιά της
O C.Roumier συνομιλεί με τον Γ.Ιωαννίδη
περιοχής, τα οποία πωλούνται σε αρκετά υψηλές τιμές και είναι πολύ σπάνια αφού η παραγωγή εξαφανίζεται μόλις κυκλοφορήσει. Λίγοι τουρίστες έχουν την δυνατότητα να επισκεφτούν και να δοκιμάσουν στο οινοποιείο του αλλά ως ομάδα παραγωγών καταφέραμε να γίνουμε δεκτοί χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία.

Αφού είχαμε μία ενδιαφέρουσα συζήτηση πάνω στο ιστορικό του κτήματος και τις μεθόδους οινοποίησης περάσαμε στο υπόγειο κελάρι του για να δοκιμάσουμε τα 2009 από το βαρέλι και να βυθιστούμε στον κόσμο των αισθήσεων.

Η αρχή έγινε με το Chambolle Musigny Village που ήταν εξαιρετικά δροσερό στο στόμα και είχε νύξεις ορυκτών αρωμάτων που θύμιζαν θειάφι και έφερναν στο νου κρασί από ηφαιστειογενή εδάφη.
Από εκεί και πέρα περάσαμε κατευθείαν στα 1er Crus και στο σημειωματάριο μου έχω γράψει λέξεις και φράσεις όπως: ουάου, πω πω!, κάτσε καλά, αμά νέκταρ και άλλα τέτοια πολύ διαφορετικά από αυτά που γράφω συνήθως. Κάποιοι από την παρέα μάλιστα ήταν έτοιμοι να βάλουν τα κλάματα από την συγκινησιακή φόρτιση!

Γιατί να πρωτογράψω; Για το απίθανο Clos de la Bussiere; το εκπληκτικό Les Combottes; το τόσο φινετσάτο Les Cras; το ορυκτό και συνάμα πιπεράτο Ruchottes Chambertin, το μοναδικής προσωπικότητας Les amoureuses ή το τεράστιο Bonnes Mares Grand Cru με την απίστευτη τανική του δομή που έμενε να τσιμπάει απαλά το στόμα;
Από μπουκάλι δοκιμάσαμε κάποια Crus του 2008 που δοκιμάζονταν λίγο δυσκολότερα απ'ότι τα
Το Musigny του Roumier: Θρύλος!
βαρέλια και απ'όσο μας είπε και ο ίδιος ο Christophe το 2008 είναι μία χρονιά που δεν θα πάει και πολύ μακριά σε παλαίωση. Δοκιμάσαμε επίσης ένα Les Cras 1er Cru του 2007 το οποίο ήταν και αυτό λιγάκι κλειστό αλλά σίγουρα είχε πολύ όμορφο φρούτο στη μύτη και πολύ φίνες τανίνες. Αυτό όμως που ερωτευτήκαμε ήταν οι Amoureuses* του 2000 που είχαν μία μοναδικής πολυπλοκότητας μύτη που άρχιζε από μπαχαρικά και τρούφα και τελείωνε σε δέρμα και ευγενικά αρώματα μανιταριών.
Και εκεί που νομίζαμε πως ότι σοκ ήταν να πάθουμε το είχαμε πάθει ήδη, ο Christophe ήρθε να μας αποτελειώσει με ένα Corton Charlemagne Grand Cru του 2009 και να μας δείξει πως είναι άπαιχτος και στα μεγάλα λευκά. Ένα λαχταριστό Chardonnay με έντονα αρώματα λεμονανθού, τραγανότατο και με μία πολύ μακριά ατελείωτη επίγευση που θύμιζε παστέλι και κυδωνόπαστο. Ένα πραγματικά πολύ μεγάλο λευκό!

Στην συζήτηση που ακολούθησε μετά το τέλος των δοκιμών ο Christophe Roumier υποστήριξε και αυτός την γνώμη του Pierre Boillot περί ντελικάτου Pinot Noir και είπε πως η βασική του αρχή είναι να μην κάνει πολύ τεχνικές οινοποιήσεις ώστε το terroir να βγαίνει πάντα μπροστά από την οινοποίηση και όχι η οινοποίηση μπροστά από το terroir.

Με την επίσκεψη αυτή έκλεισε και η δεύτερη μέρα των επισκέψεων κατά την οποία τα κρασιά του Roumier κέρδισαν τις εντυπώσεις και τις καρδιές μας και η Cote d'Or (χρυσή πλαγιά) απέδειξε πως το όνομά της σίγουρα δεν είναι τυχαίο!



*amoureuses: για τους μη γαλλομαθείς amoureuses σημαίνει "οι ερωτευμένες"

Back in Burgundy : Η μέρα των λευκών vol.2

Φτάνοντας λοιπόν στο χωριό Puligny Montrachet κατευθυνθήκαμε προς το Domaine Leflaive, το πλέον διάσημο βιοδυναμικό οινοποιείο της βουργουνδίας. Εκεί, την ξενάγηση μας και την γευσιγνωσία ανέλαβε ο Antoine Lepetit που είναι άριστος γνώστης του terroir και της βιοδυναμικής φιλοσοφίας. Προτού ξεκινήσουμε τις δοκιμές ρίξαμε μία ματιά στον χάρτη της περιοχής που παρουσιάζει όλα τα αμπελοτεμάχια του κτήματος και την εδαφική τους σύσταση προκειμένου να γνωρίσουμε καλύτερα τα κρασιά που επρόκειτο να δοκιμάσουμε. Αμέσως μετά, περάσαμε στο χώρο όπου βρίσκονται οι ανοξείδωτες δεξαμενές που είναι κατασκευασμένες επιτόπου ώστε να έχουν το σχήμα της θολωτής κάβας.
Δοκιμάσαμε την σοδειά του 2009 που αφού πέρασε ένα χρόνο σε βαρέλι, είναι τώρα στις δεξαμενές και περιμένει την άνοιξη για να εμφιαλωθεί. Για κάθε αμπελοτεμάχιο που δοκιμάσαμε, ο Antoine μας ανέλυε τις ιδιαιτερότητές του, πως αυτές μεταφέρονται στο κρασί, τι αντίκτυπο έχουν στα οργανοληπτικά του χαρακτηριστικά, πως εξελίχθηκε το κρασί αυτό άλλες χρονιές, πως ενδέχεται να εξελιχθεί ο χαρακτήρας του με την παλαίωση, την προσωπική του γνώμη για το κρασί αυτό και τα σχόλια άλλων δοκιμαστών που επισκέφτηκαν το οινοποιείο. Πλήρης ανάλυση και πληροφόρηση δηλαδή πάνω σε οτιδήποτε περνούσε από το ποτήρι μας!

Ξεκινήσαμε με μία κλασσική Βουργουνδία και συνεχίσαμε με ένα Puligny village. Οι μεγάλες συγκινήσεις άρχισαν να έρχονται με τα πρώτα 1er Cru. To Clavoillon για παράδειγμα μας έδινε γενναιόδωρα το φρούτο του, προϊόν του πορτοκαλί σχιστόλιθου και ήταν το πρώτο στο οποίο νιώσαμε τι θα πει μεταλλικότητα σε ένα κρασί. Ακόμη πιο μεταλλικό όμως ήταν το ασβεστολιθικό Follatières που στέγνωνε λίγο το στόμα αλλά ήταν σίγουρα ένα κρασί μοναδικής κομψότητας. Σύμφωνα με τον Αντουάν, η αίσθηση αυτή του στεγνώματος οφείλεται στα ασβεστούχα εδάφη που έχουν την τάση να απορροφoύν την υγρασία από άλλα σώματα και στο κρασί χρειάζεται τρία με τέσσερα χρόνια για να χαθεί η επίδρασή του.

Κάνοντας μία παρένθεση είχαμε μία συζήτηση για το τερουάρ και τον διαχωρισμό που έκαναν οι μοναχοί πριν 900 χρόνια κατατάσσοντας και διαχωρίζοντας τα εδάφη της Βουργουνδίας όπως ακριβώς είναι και στις μέρες μας. Εκτεταμένες έρευνες που έχει κάνει και συνεχίζει να κάνει το Domaine σήμερα, δείχνουν πως οι μοναχοί ήταν αλάνθαστοι και έκαναν τεράστιο έργο βάζοντας τα θεμέλια για την ανάπτυξη μιας οινικής κουλτούρας που έφερε την Βουργουνδία εδώ που είναι σήμερα.

Επιστρέφοντας στις δοκιμές, το 1er Cru Les Combettes ήταν το πιο στρόγγυλο και βουτυράτο κρασί της γκάμας ενώ το διάσημο Les Pucelles ήταν το πλέον γενναιόδωρο αρωματικά. Απίστευτη αίσθηση όμως μας έδωσε η τρομερή του επίγευση αφού όταν το κρασί άφηνε το στόμα μας, τα ούλα μας έμεναν γευστικά σαν καραμέλες!

Περνώντας στα Grand Cru κάναμε μία μικρή κουβεντούλα πάνω στο όνομα του Bienvenue Batard που στα γαλλικά σημαίνει "καλωσόρισες μπάσταρδο"! Εικάζεται πως ο άρχοντας της περιοχής κατά την διάρκεια των σταυροφοριών έκανε συχνές επισκέψεις στις "Pucelles", δηλαδή στις "παρθένες" που ήταν μαζεμένες στην έκταση που σήμερα είναι το ομώνυμο διπλανό cru. Από τις πολλές "επισκέψεις" κάποια στιγμή βγήκε ένα "μπάσταρδο" το οποίο θα κληρονομούσε τον άρχοντα. Το μωρό αυτό παρουσιάστηκε στον κόσμο που είχε μαζευτεί για να υποδεχτεί τον μελλοντικό άρχοντα, στο μέρος που σήμερα ονομάζεται Bienvenue Batard και είναι ένα από τα σημαντικοτερα Grand Cru της Βουργουνδίας. To κρασί ήταν εξαιρετικό αρωματικά και πολύ προσιτό για ένα τόσο νεαρό Grand Cru.

Το Grand Cru Batard Montrachet ήταν και αυτό πολύ εκφραστικό, με έντονη ανθώδης μύτη, νύξεις εσπεριδοειδών και πολύ ισορροπημένο γευστικά ακόμη και τώρα.
Τέλος, το Grand Cru Chevalier Montrachet ήταν λίγο πιο κλειστό σε σχέση με τα άλλα δύο αλλά έδειχνε τις πολύ μεγάλες δυνατότητές του. Έμοιαζε αρκετά με το 1er Cru Les Folliatières και αυτό οφείλεται στην μεγάλη κλίση των αμπελώνων που του δίνουν μία αίσθηση στεγνότητας όσο αυτό είναι νεαρό. Αυτό γίνεται γιατί η κλίση διώχνει τα νερά και το αμπέλι παθαίνει υδρικό στρες. Αυτό, στο συγκεκριμένο κρασί, μεταφράζεται σε αυτήν την αίσθηση που στεγνώνει το στόμα και χάνεται με τα χρόνια παλαίωσης.

Από μπουκάλι δοκιμάσαμε το 1er Cru Les Combettes 2008 με εξαιρετική μύτη και κοφτερή οξύτητα που έδενε όμως πολύ καλά με το σύνολο.  
Το 1er Cru Les Pucelles του 2001 ήταν δύσκολο στην νεότητά του όπως μας ενημέρωσε ο Antoine και γι'αυτό και το Domaine είχε προτείνει σε όσους το είχαν αγοράσει να αρχίσουν να το δοκιμάζουν μετά το 2010. Το 2001 ήταν μία δύσκολη χρονιά όσον αφορά την ωριμότητα αλλά σίγουρα ένα κρασί με τόσο μελένια μύτη, κρυστάλλινο στόμα και πολύ πολύ βάθος όπως οι Pucelles αποδεικνύει πως για ένα τόσο σπουδαίο Domaine, όπως το Domaine Leflaive, σε οποιαδήποτε χρονιά μπορεί να γίνουν θαύματα.

Τελειώσαμε με ένα Batard Montrachet του 1999. Το 1999 ήταν μία εκ διαμέτρου αντίθετη χρονιά με το 2001 αφού είχε εξαιρετικές ωριμότητες και τα αποτελέσματα ήταν τελείως διαφορετικά! Το χρώμα του ήταν λαμπερό γκριζοκίτρινο που θύμιζε περισσότερο κρασί του 2009 και όχι του 1999, δείγμα της αντοχής του στο χρόνο. Η αίσθηση στην μύτη ήταν λίγο πιο θερμή και είχε το χαρακτηριστικό boisé του Pierre Morey που ήταν ο μέχρι πριν λίγα χρόνια υπεύθυνος των οινοποιήσεων. Το boisé αυτό δεν είναι το καμένο ξύλο στο οποίο αναφερόμαστε συνήθως όταν μιλάμε για boisé αλλά μία αίσθηση ψημένου ψωμιού και τσακμακόπετρας που δίνει στο κρασί μία υπέροχη ορυκτή φρεσκάδα. Στο στόμα η σπιρτόζικια οξύτητά του το κρατούσε ακόμη νέο και οι γεύσεις εκρηγνύονταν η μία μετά την άλλη στον ουρανίσκο.

Η αλήθεια όμως είναι πως τα κρασιά αυτά δεν άρεσαν το ίδιο σε όλους μας και είχαμε κάποιες διαφωνίες σε σχέση με τις προτιμήσεις μας. Έτσι, ο Αντουάν μας έδωσε τις δύο τελευταίες φιάλες να τις ξαναδοκιμάσουμε με ηρεμία στο εστιατόριο και αφού θα έχουν περάσει λίγες ώρες από το άνοιγμά τους. Πήραμε τα δύο αυτά πολύ μεγάλα κρασιά μαζί μας λοιπόν και από τότε -αστειευόμενοι πάντα- αποφασίσαμε να διαφωνούμε πιο συχνά όταν επισκεπτόμαστε τόσο σπουδαίους παραγωγούς!

Η εκδρομή συνεχίστηκε την πέμπτη με επίσκεψη στα μεγάλα Cru της Cote d'Or και επισκέψεις σε κάποια από τα πιο φημισμένα οινοποιεία της...

Κυριακή 19 Δεκεμβρίου 2010

Back in Burgundy : Η μέρα των λευκών vol.1

Μετά το πέρας τον εκδηλώσεων για το ελληνικό κρασί είχε έρθει η σειρά της Βουργουνδίας. Φορτώσαμε το αυτοκίνητο με τις βαλίτσες μας και τον ενθουσιασμό μας και φύγαμε νότια με την διάθεση στα ύψη. Η θερμοκρασία ήταν συνεχώς κάτω από το μηδέν αλλά αυτό δεν μας πτοούσε καθόλου. Είχαμε μπροστά μας ένα πολύ γεμάτο πρόγραμμα και το κρύο απλά μας άνοιγε την όρεξη για κόκκινο κρασί μπροστά σε κάποιο τζάκι και λιχουδιές τις τοπικής κουζίνας σε ζεστά μπιστρό.
Τόπος κατοικίας μας θα ήταν η ενοικιαζόμενη αγροικία της φημισμένης οινοποιού Anne Gros στο χωριό Vosne-Romanée. Το χωριό αυτό παίρνει το όνομά του από το ομώνυμο ξακουστό Grande Cru και είναι περιτριγυρισμένο από κάποια από τα σημαντικότερα Cru της Cote d'Or όπως τα Romanée Conti, La Tache, και Echezeaux.

Υπενθυμίζω το σύστημα ιεράρχησης των κρασιών της Βουργουνδίας από το καλύτερο στο φθηνότερο:
- Grand Cru (π.χ. La Romanée Grend Cru)
- Premier (1er) Cru (π.χ. Clos Prieure 1er Cru)
- Appellation village (παίρνει την ονομασία του χωριού όπου παράγεται) (π.χ. Vosne-Romanée Village)
- A.O.C. Bourgogne και Bourgogne Hautes Côtes
- Bourgogne Passe tout grain
- Τοπικοί και επιτραπέζιοι οίνοι

Οι Γάλλοι φυσικά δεν θα πουν ποτέ για ένα κρασί πως είναι το φθηνότερό τους. Χρησιμοποιούν πάντα τον όρο entrée de gamme. Είναι η "εισαγωγή στην γκάμα" δηλαδή και όχι το φθηνό τους κρασί!

Πίσω στα του ταξιδιού μας τώρα, θα φτάναμε αργά το απόγευμα και είχαμε κλείσει τραπέζι για φαγητό στο χωριό Levernois με το διάσημο μονοάστερο εστιατόριό του. Η μέρα φυσικά δεν χώραγε επίσκεψη σε οινοποιείο αλλά αυτό μπορούσε να περιμένει μέχρι το πρωί! Τα μεγαλειώδη γεύματα στα χλιδάτα εστιατόρια και στα παρεΐστικα μπιστρό θα τα περιγράψω όλα μαζί σε κάποιο άλλο ποστ για να αφήσουμε εδώ καθαρά το οινολογικό κομμάτι.

Το πρωί της τετάρτης λοιπόν, είχε έρθει η ώρα για την πρώτη επίσκεψη. Στο χωριό Meursault μας περίμενε ο Antoine Jobard του κτήματος François Jobard που μας κατέβασε κατευθείαν στο υπόγειο κελάρι για δοκιμές από τα βαρέλια. Χωρίς να χάσουμε χρόνο δοκιμάσαμε την σοδειά του 2009 και μεταξύ όλων ξεχωρίσαμε τα χωριά Puligny και Meursault για τον στρωμένο χαρακτήρα τους.

Κοινό συμπέρασμα όμως ήταν πως ίσως η στιγμή που τα δοκιμάσαμε να μην ήταν η καλύτερη για τα κρασιά αυτά. Το βαρέλι ήταν λίγο πιο έντονο απ' ότι περιμέναμε αλλά σίγουρα τα αρώματα καμένου ξύλου και βανίλιας δεν είναι στην φιλοσοφία του κτήματος. Μετά από συζήτηση που είχαμε με τον παραγωγό φάνηκε πως απλά τύχαμε σε μία κακή περίοδο όπου το ξύλο σκέπαζε το φρούτο αφού λόγω της απότομης μείωσης της θερμοκρασίας τα κρασιά είχαν σοκαριστεί και το φρούτο είχε κλείσει. Λογική εξήγηση και κάτι αναμενόμενο όταν δοκιμάζει κανείς κρασιά από βαρέλι μέσα στο καταχείμωνο.

Περνώντας στις φιάλες του '08 αυτό που μας έμεινε είναι η οξύτητα που ήταν λίγο αιχμηρή και αυτό είναι χαρακτηριστικό μίας δύσκολης,βροχερής χρονιάς. Εξαίρεση αποτελούσε το Meurseault Genevrieurs στο οποίο η οξύτητα ήταν πολύ πιο δεμένη και έδινε ένα πιο αρμονικό σύνολο και ήταν μάλλον το μόνο το οποίο θα πίνονταν ευχάριστα άμεσα.
Το ίδιο κρασί είδαμε και στην σοδειά 2001 και εντυπωσιαστήκαμε από την πολυπλοκότητα της μύτης του που έβγαζε από ευγενή αρώματα μανιταριών μέχρι και πιο θαλασσινά, ιωδιούχα αρώματα φυκιών. Ότι καλύτερο για να συνοδέψει κανείς όστρακα που όλως παραδόξως μπορεί πολύ εύκολα να βρει φρέσκα στην Βουργουνδία!

Σε γενικές γραμμές πάντως, το οινοποιείο Jobard δεν είχε κάτι ώστε να μείνει χαραγμένο στην μνήμη μας ως κάτι το ξεχωριστό. Σίγουρα όμως γίνεται μία πάρα πολύ καλή δουλειά και η επίσκεψη μας εκεί άξιζε τον κόπο.

Για το μεσημέρι κάναμε ένα διάλειμμα για φαγητό στο Comptoir des Tontons με φρέσκια κουζίνα από την αγορά της πόλης. Μόλις ζεσταθήκαμε και πήραμε τις απαραίτητες δυνάμεις φύγαμε για την συνέχεια.

Αφού κάναμε ένα γύρω στην αμπελόεσσα Beaune και ξεπεράσαμε το καταναλωτικό αμόκ που μας κυρίευσε χαζεύοντας στο Atheneaum* και στο τυροκομείο-μπακάλικο του Alain Hess, φύγαμε με προορισμό το Domaine Leflaive στο Puligny-Montrachet. Η τετάρτη ήταν η μέρα των λευκών και θα την κλείναμε με τα πολύ μεγάλα Chardonnay του βιοδυναμικού κτήματος ορόσημου της Βουργουνδίας...


*Atheneaum: πολυκατάστημα στο κέντρο της πόλης με εξειδίκευση στο κρασί. Πουλάει ότι οινικό αξεσουάρ μπορεί να φανταστεί κανείς, διαθέτει κάβα κρασιών, οινική-αμπελουργική βιβλιοθήκη, τοπικά γαστρονομικά προϊόντα, οινικούς χάρτες της περιοχής, σουβενίρ με θέμα το κρασί και χίλια δυό άλλα!

Δευτέρα 13 Δεκεμβρίου 2010

Ημερίδα/γευσιγνωσία ελληνικών κρασιών στο Παρίσι

Μετά το στρατό και την γαστρονομικά όχι και τόσο σπουδαία Ρωσία, ένα ταξιδάκι στην Γαλλία ήταν ότι έπρεπε για να επανέρθουμε στους φυσιολόγικους μας ρυθμούς. Όπου φυσιολογικοί ρυθμοί βάλτε καθημερινές γευσιγνωσίες και οινοποσίες, πολλά χιλιόμετρα με προορισμό αμπελώνες και οινοποιεία, ατέλειωτες συζητήσεις περί αμπελουργικών ζωνών, τερουάρ και άλλων οινογαστρονομικών θεμάτων.
Αφορμή για το ταξίδι, μία ημερίδα/γευσιγνωσία ελληνικών οίνων η οποία οργανώθηκε με πρωτοβουλία της ελληνικής πρεσβείας σε συνεργασία με τον Παγκόσμιο οργανισμό οίνου, με την στήριξη της Aegean και ελληνικών εταιριών που εδρεύουν στην Γαλλία.
Στην εκδήλωση παρουσιάστηκαν μόνο κρασιά από ελληνικές ποικιλίες με κύριο άξονα τις ζώνες Ονομασίας Προέλευσης. Συνολικά συμμετείχαν δεκαεννέα οινοποιεία από κάθε γωνιά της χώρας μας με δύο-τρεις ετικέτες περίπου το κάθε ένα. Η εκδήλωση ήταν μόνο για επαγγελματίες και μεταξύ αυτών μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα του οινικού χώρου. Από τον καλύτερο σομελιέ του κόσμου Ολιβιέ Πουσιέ και τον διάσημο οινοκριτικό Μισέλ Μπετάν μέχρι τους υπεύθυνους των καβών των πολυτελέστερων ξενοδοχείων του Παρισίου όπως τα Crillon και Fouquet, άπαντες ήρθαν σε επαφή με τον ελληνικό αμπελώνα και έμειναν ενθουσιασμένοι.

H εκδήλωση πήγε αρκετά καλά και περιμένουμε τώρα να δούμε την ανταπόκριση που θα έχει στις κατανάλωση ελληνικού κρασιού στην Γαλλία. Προσωπικά έχω συμμετάσχει σε αρκετές παρουσιάσεις κρασιών της χώρας μας στο Παρίσι αλλά πρώτη φορά είδα τόσο πολλούς και σημαντικούς επαγγελματίες μαζεμένους και άκουσα τόσα πολλά θετικά σχόλια. Ας ελπίσουμε πως η πρωτοβουλία αυτή της πρεσβείας θα είναι το ξεκίνημα μιας καλοστημένης δράσης που θα καταφέρει να εδραιώσει το ποιοτικό ελληνικό κρασί στην συνείδηση των Γάλλων καταναλωτών και θα είναι ένα ακόμη βήμα στην προσπάθεια που γίνεται για την ανάδειξη της δυναμικής των γηγενών ποικιλιών.

Σερβίροντας ξινόμαυρο τον καλύτερο σομελιέ του κόσμου για το 2000.



Το σταντ της Νάουσας




Το Μοσχάτο του Σκλάβου ικανοποίησε ακόμη και τα πιο απαιτητικά λαρρύγγια!




Η παρουσίαση του τερουάρ της Νάουσας




Ο Απόστολος Θυμιόπουλος εξηγεί τις ιδιαιτερότητες του ελληνικού αμπελώνα σε έναν υφυπουργό της γαλλικής κυβέρνησης.




Σερβίροντας Ξινόμαυρο στην ομάδα των σομελιέ του Crillon




Η βιβλιοθήκη του Παγκόσμιου οργανισμού οίνου όπου έλαμπαν δια της απουσίας τους τα βιβλία με αναφορές στον ελληνικό αμπελώνα.



Οι οινοποιοί: Σκλάβος, Παρπαρούσης, Χατζηδάκης, Δαλαμάρας, Θυμιόπουλος, ο εισαγωγέας Γιώργος Ιωαννίδης της OENOS FPL και οι άνθρωποι της ελληνικής πρεσβείας που έστησαν την οργάνωση.

Τετάρτη 8 Δεκεμβρίου 2010

Το Ξινόμαυρο στην Μόσχα

Στα μέσα Νοέμβρη, πάνω δηλαδή που άρχισε να σφίγγει το κρύο στην Μόσχα, πέντε ναουσαίοι οινοπαραγωγοί βρέθηκαν στην Ρωσική πρωτεύουσα με σκοπό να προωθήσουν το Ξινόμαυρο και να έρθουν σε επαφή με το καταναλωτικό κοινό της χώρας. Η ομάδα των οινοπαραγωγών συμμετείχε σε μία από τις μεγαλύτερες οινικές εκθέσεις της Μόσχας υπό το όνομα naoussawines στα πλαίσια του προγράμματος προώθησης προϊόντων σε τρίτες χώρες. Στην εκδήλωση συμμετείχαν τα οινοποιεία Δαλαμάρα, Κελεσίδη, Φουντή, Χρυσοχόου και ο συνεταιρισμός Βαενι ο οποίος είναι και ο μόνος ο οποίος εξάγει ήδη τα προϊόντα του στην αχανή αυτή χώρα. Στο σταντ όμως υπήρχαν πληροφορίες και φιάλες προς δοκιμή και από άλλα οινοποιεία της Νάουσας που συμμετέχουν στο πρόγραμμα αλλά δεν είχαν την δυνατότητα να πάρουν μέρος στην εκδήλωση.

Η αγορά της Ρωσίας είναι μία τεράστια ανερχόμενη αγορά που απορροφάει ήδη μεγάλες ποσότητες κρασιού από όλο τον κόσμο αφού η εγχώρια παραγωγή είναι ελάχιστη. Οι ποσότητες αυτές μάλιστα αυξήθηκαν ακόμη περισσότερο τα τελευταία χρόνια λόγω της στροφής του κόσμου προς τα λιγότερο σκληρά αλκοολούχα απ'ότι η βότκα και το εμπάργκο της Ρωσίας στις εισαγωγές από Γεωργία και Μολδαβία που ήταν έως τότε οι μεγαλύτεροι προμηθευτές της χώρας. Το εμπάργκο έγινε γιατί τα κρασιά των χωρών αυτών κρίθηκαν ακατάλληλα αλλά είναι κοινό μυστικό πως έγινε ως πολιτικό αντίποινο για την φιλοαμερικάνικη στάση τους.

Απ'όσο μπόρεσα να καταλάβω το καταναλωτικό κοινό της χώρας χωρίζεται σε δύο κύριες κατηγορίες; αυτούς που αγοράζουν επώνυμα κρασιά προς επίδειξη της οικονομικής τους ισχύος και αυτούς που προσπαθούν να μπουν στον κόσμο του κρασιού μέσω τον εύκολων γεύσεων όπως τα μαλακά άνευρα και νερουλά ημίγλυκα. Κάπου εκεί ενδιάμεσα υπάρχει και μία μειοψηφία συνειδητοποιημένων καταναλωτών που ξέρουν να πίνουν και είναι αυτοί οι οποίοι ενδεχομένως θα ενδιαφερθούν για το ελληνικό κρασί. Είναι ένα μικρό ποσοστό με αυξητική όμως τάση που αριθμητικά δίνει ένα σεβαστό νούμερο καταναλωτών αφού αποτελεί ποσοστό μίας τεράστιας αγοράς.

Γυρίζοντας στα υπόλοιπα σταντ της έκθεσης επιβεβαίωσα την άποψη αυτή. Ημίξηρα, ημίγλυκα, γλυκά, ανάλαφρα ξηρά με ανύπαρκτες τανίνες κυριαρχούσαν σε όλα τα σταντ ενώ το μερλό, το καμπερνέ και το σαρντονέ είχαν παντού πρωταγωνιστικό ρόλο. Παρόλα αυτά τα περίπτερα των παραγωγών αυτών κατακλύζονταν από κόσμο. Ίσως βέβαια να έφταιγαν και οι καλλίγραμμες κοπέλες που τα παρουσίαζαν και φυσικά δεν έπαιζε κανένα ρόλο αν νόμιζαν πως Καμπερνέ είναι το όνομα του χωριού που παράγεται το κρασί. Μπρος στα κάλλη τι είναι γνώσεις;! Λεπτομέρεια..

Λίγο ενδιαφέρον είχαν οι γηγενείς ποικιλίες αφού δεν είχαν κάτι ξεχωριστό από τα υπόλοιπα κρασιά, καμπερνο-έφερναν στις περισσότερες περιπτώσεις και κανένας δεν ήξερε να μου δώσει περισσότερες πληροφορίες πάνω σε αυτές. Ενδεικτικά να αναφέρω τη λευκή Ρκατσιτέλι από την Γεωργία, τις κόκκινες Μπαγιάν Σιρά από το Αζερμπαιτζάν, το αρκετά διαδεδομένο Σαπεράβι από την Γεωργία και την Φετεάσκα Νέγκρα από την Ρουμανία. Η μόνη που κάπως ξεχώριζε ήταν το Τσιμνιάσκι Τσιόρνι από το οινοποιείο Βιντέρνικοφ που οινοποιημένη σε ανοξείδωτη δεξαμενή έβγαζε ωράιο φρούτο στη μύτη και καλά δεμένη οξύτητα. Τέλος, από το ίδιο οινοποιείο ξεχώρισα και το Γκόλουμποκ(;) που ήταν η μόνη ποικιλία που ήταν καλά στημένη τανικά αλλά το κρασί ήταν πολύ κλειστό αρωματικά και η οξύτητά του ήταν κάπως άγρια.

Κανένα από τα οινοποιεία αυτά όμως δεν πρόκειται να "σοβαρευτεί" άμεσα αφού αυτό που πουλάει είναι οι φανταχτερές ετικέτες και οι εκθαμβωτικές παρουσίες στα περίπτερά τους. Πέραν τούτου, κάθε ένα από αυτά τα οινοποιεία αποτελεί σχεδόν μονοπώλιο στη χώρα του (Αζερμπαϊτζάν, Καζακστάν κλπ.) και εφόσον η εγχώρια αγορά απορροφά το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής τους δεν έχουν πρόβλημα διάθεσης των προϊόντων τους.

Αυτά λοιπόν από την Ρωσική αγορά, η οποία μπορώ να πω με σιγουριά πως έχει σπουδαίο μέλλον αλλά εμένα προσωπικά δεν με συγκίνησε και ανυπομονούσα να επιστρέψω στην Γαλλία και τους ιδιότροπους αλλά με άποψη Γάλλους καταναλωτές.