Σάββατο 25 Ιουνίου 2011

Φτάνοντας στο τέλος...

Σκασμένοι από το μεσημεριανό φαγητό και κουρασμένοι από τις διαδρομές με το αυτοκίνητο φτάσαμε σε έναν ανηφορικό δασικό δρόμο που μας οδήγησε στον επόμενο προορισμό μας.
Πάνω σε έναν μεγάλο λόφο εκεί που τελείωνε το δάσος άρχιζαν οι αμπελώνες του επόμενου κτήματος. Στον ίδιο χώρο ήταν κτισμένο και το οινοποιείο με τρόπο διακριτικό και εναρμονισμένο με το περιβάλλον γύρω του. Το μεγαλύτερο μέρος του ήταν θαμμένο στην γη και μόλις ένα μικρό κομμάτι ξεπρόβαλε στην επιφάνεια. Εσωτερικά τα πάντα ήταν καινούρια και τεράστιοι πίνακες απεικόνιζαν σκηνές από θεατρικό έργο με αναφορές στο κρασί.

Ξεκινήσαμε τις δοκιμές με ένα αφρώδες που ήταν ότι έπρεπε για να ξεκουράσει λίγο το στόμα μας με τις ήπιες φυσαλίδες του και να μας δροσίσει με την οξύτητά του. Η συνέχεια όμως ήταν απογοητευτική. Κρασιά άκρως τεχνολογικά, υπερβολικά έντονα, κουραστικά, χωρίς ταυτότητα, με αρώματα που θυμίζουν καινούριο αυτοκίνητο και σου φέρνουν ζαλάδα. Χρησιμοποιούσα την κούραση ως δικαιολογία για το ότι δεν έλεγα τίποτα και προσπαθούσα να αποφύγω να μου ερωτηθεί η γνώμη μου για να μην αναγκαστώ να πω ψέματα.

Αναρωτιέμαι γιατί υπάρχουν ακόμη μικρά οινοποιεία που συνεχίζουν να φτιάχνουν τέτοια κρασιά. Είναι σαν να προσπαθεί κάποιος να ανταγωνιστεί την κόκα κόλα με ένα προϊόν σχεδόν όμοιο και χωρίς μάλιστα να μπορεί να το προσφέρει φθηνότερα. Πόσο μακριά μπορεί να φτάσει;

Η ξενάγηση στο οινοποιείο που έγινε μετά τις δοκιμές επιβεβαίωσε αυτό που περίμενα και αυτό για το οποίο έχω γράψει ουκ ολίγες φορές. Τα πάντα ήταν τελευταίας τεχνολογίας και τα περισσότερα μηχανήματα ήταν προορισμένα στην διασφάλιση της προστασίας του προϊόντος από οξειδώσεις και άλλες αλλοιώσεις. Υπήρχαν ακόμη και μηχανήματα τα οποία μέχρι τώρα αγνοούσα την ύπαρξη τους. Μόνο παστεριωτές και αποστειρωτές δεν είδα.

Παρόλα αυτά, η οικογένεια που διατηρεί το κτήμα είναι η τρίτη γενιά οινοπαραγωγών και παράγουν σταθερά 65.000 φιάλες από 90 στρέμματα. Διατηρούν έναν πολύ όμορφο χώρο, περιτριγυρισμένο από ένα ακόμη ομορφότερο φυσικό τοπίο και είναι εξαιρετικά φιλόξενοι. Η μεγάλη μου διαφωνία μαζί τους είναι ο τρόπος που έχουν επιλέξει να κάνουν τα κρασιά τους...

Επόμενος σταθμός ήταν το οινοποιείο Joannes. Ένα μικρό οινοποιείο που από το 1992 παράγει λευκά κρασιά με κύρια ποικιλία το Riesling και η συνολική παραγωγή δεν ξεπερνάει τις 40.000 φιάλες.

Μας υποδέχθηκε ο πατέρας του ιδιοκτήτη ο οποίος είχε μεγάλη όρεξη για κουβέντα και ήταν πολύ ανοιχτός απέναντί μας. Περάσαμε απευθείας στις δοκιμές και είπαμε πολύ λίγα για τους τρόπους καλλιέργειας και οινοποιήσης. Κάθε κρασί που δοκιμάζαμε είχε τον δικό του ξεχωριστό χαρακτήρα και με εξαίρεση ένα πολύ όξινο Sauvignon όλα ήταν εξαιρετικά. Μεγάλη εντύπωση μου έκανε το Sylvaner τους και η κάθετη δοκιμή στα Riesling στα οποία απ'ότι φαίνεται έχουν εξειδίκευση.
Παρόλα αυτά όμως την παράσταση έκλεψε ο μεζές! Ένα σπιτικό σαλάμι αέρος από αρνίσιο κρέας που ήταν από μόνο του μία φοβερή γευστική εμπειρία.

Με τις καλύτερες των εντυπώσεων από το οινοποιείο Joannes φύγαμε για να δούμε τo Zlati Gric. Ένα συγκρότημα που πέρα από οινοποιείο και αμπελώνες διαθέτει ξενοδοχεία, γήπεδα γκολφ και εστιατόρια.

Το οινοποιείο είναι πάρα πολύ μοντέρνο και το κτίριο θυμίζει περισσότερο Καλιφόρνια παρά Ευρώπη. Το εξωτερικό μέρος οδηγεί σε ένα πολύ μεγαλύτερο τμήμα κάτω από την γη στο οποίο βρίσκονται τεραστίων διαστάσεων εγκαταστάσεις. Παρομοίως κάθε μηχάνημα είναι γιγαντιαίων διαστάσεων με προδιαγραφές να δεχτεί εκατοντάδες τόννους σταφύλια.

Ο Νικ, ο Νεοζηλανδός που με φιλοξενούσε εργάζονταν εκεί και μου είπε πως όλα αυτά είναι υπερβολικά για τις ανάγκες τις επιχείρησης. Απλά λόγω επιδοτήσεων από την Ε.Ε. οι διευθύνοντες βρήκαν ευκαιρία να αγοράσουν ότι μεγαλύτερο υπήρχε στην αγορά χωρίς όμως να υπάρχει πραγματική ανάγκη για κάτι τέτοιο. Να λοιπόν που τέτοιου είδους φαινόμενα δε συμβαίνουν μόνο στην χώρα μας...

Η ημέρα τελείωσε με δοκιμές στο κελάρι του νεοζηλανδού οικοδεσπότη μου. Έχει κάνει μερικές πολύ καλές οινοποιήσεις σε λευκά και ροζέ από Πινό και Sauvignon αλλά σίγουρα έχει ακόμη αρκετό δρόμο μπροστά του. Η περιοχή προσφέρεται για πολλά και σε συνδυασμό με τις γνώσεις του και τις εμπειρίες που έχει από την πατρίδα του αλλά και από την Γαλλία μπορεί να πετύχει πολλά.

Σε γενικές γραμμές πάντως η Podravje και η Posavje, οι δύο κύριες αμπελουργικές περιοχές της ανατολικής Σλοβενίας, έχουν να δείξουν πολύ λιγότερα πράγματα όσον αφορά το κρασί σε σχέση με την Primorska που είναι η περιοχή στα σύνορα με την Ιταλία. Με εξαίρεση τον Joannes τίποτα άλλο δε μου έκανε τρομερή εντύπωση. Παρομοίως, οργανώνοντας το ταξίδι μου έβρισκα πολύ περισσότερα άρθρα και ενδιαφέρουσες οινικές προτάσεις για την περιοχή γύρω από το Dobrovo Brda παρά για οποιοδήποτε άλλη περιοχή της χώρας. Σε αυτό βέβαια έπαιξε τον ρόλο του και ο αεικίνητος Marinko που με βοήθησε να οργανώσω το ταξίδι μου καλύτερα και δεν θα πάψω ποτέ να τον ευχαριστώ γι'αυτό!

Το ταξίδι έκλεισε με μερικές βόλτες στο Celje και την Λιουμπλιάνα, ένα πέρασμα από την Padova και μερικά δροσιστικά Σπριτς στην Βενετία από όπου και πήρα το καράβι για την επιστροφή στην Ελλάδα.
Για μία ακόμη φορά ένα πανέμορφο ταξίδι έφτανε στο τέλος του και εγώ γυρνούσα φορτωμένος με φανταστικές εμπειρίες και φυσικά εξαιρετικά κρασιά και λαχταριστά σαλάμια!!!

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2011

Ανατολικά της Λιουμπλιάνας

Αφήνοντας το Dobrovo Brda άφηνα πίσω μου και τον Μαρίνκο. Τον τρελαμένο μερακλή πενηντάρη που με βοήθησε στις επιλογές των οινοποιείων, στις επαφές μου μαζί τους και στην επικοινωνία όποτε υπήρχαν δυσκολίες. Επίσης μοιράστηκε μαζί μου κάποια από τα εξαιρετικά σαλάμια και τυριά που παλαιώνει στο υπόγειό του για ιδία χρήση. Είναι φοβερό το πόσο συνέπιπταν τα οινο-γαστρονομικά μας γούστα παρά την μεγάλη διαφορά ηλικίας και παρά τα πολύ διαφορετικά δεδομένα που μας έκαναν αυτό που είμαστε και οι δύο σήμερα.

Η συνέχεια των οινικών μου διαδρομών στην Σλοβενία θα γινόταν παρέα με ένα ΝεοΖηλανδό οινολόγο εν ονόματι Νίκολας, εγκατεστημένου στην περιοχή εδώ και λίγα χρόνια. Ο Νικ, παντρεμένος με μία κροάτισσα είχε εγκατασταθεί σε ένα μικρό ξύλινο σπιτάκι στο βουνό όπου και με φιλοξένησε. Από εκεί γυρίσαμε το μεγαλύτερο μέρος της ανατολικής Σλοβενίας -που άλλωστε δεν είναι και τόσο μεγάλο- και επισκεφτήκαμε οινοποιεία και αμπελώνες.

Ο πρώτος μας σταθμός ήταν στα σύνορα με την Κροατία, στον μικρό συνεταιρισμό Verus. O Verus διοικείται από μία τριανδρία οινολόγου - γεωπόνου- λογιστή που αποχώρησαν από τον τοπικό συνεταιρισμό και στις παλιές αποθήκες ενός εργαστηρίου ζαχαροπλαστικής δημιούργησαν ένα σύγχρονο οινοποιείο. Εκεί παράγουν, σε σύνολο 50.000 φιαλών, μόνο μονοποικιλιακά κρασιά και εξού και το όνομα Verus που στα λατινικά σημαίνει αλήθεια. Θέλουν να τονίσουν την ανάδειξη των "αληθινών" χαρακτηριστικών της κάθε ποικιλίας χωρίς να μπερδεύουν τους καταναλωτές με περίπλοκα χαρμάνια.

Το θέμα όμως είναι πως όταν θέλεις να αναδείξεις την μοναδικότητα ενός προϊόντος πρεπει να κάνεις όσο το δυνατόν λιγότερες επεμβάσεις έτσι ώστε ο πραγματικός του χαρακτήρας να αλλοιωθεί όσο το δυνατόν λιγότερο. Χαρακτηριστικότατο παράδειγμα το Domaine Lefalaive που όχι μόνο αναδεικνύει το Chardonnay αλλά αναδεικνύει και κάθε χωριστό αμπελοτεμάχιο που καλλιεργεί παράγοντας πολλές διαφορετικές εκφράσεις από την ίδια ποικιλία.

Στην συγκεκριμένη περίπτωση όμως τα κρασιά που παράγονται γίνονται με μεγάλη φροντίδα που στο τέλος καταντάει υπερβολική. Όπως μία υπέρ-προστατευτική μητέρα κάνει ένα παιδί μαμμόθρεφτο έτσι και ένα κρασί που με χίλιες δυο επεμβάσεις και προσθήκες προσπαθούμε να το θωρακίσουμε από οξειδώσεις και άλλους κακούς δαίμονες καταντάει μονοδιάστατο και απογυμνωμένο από ότι το χαρακτηρίζει.
Γράφω και ξαναγράφω για το θέμα αυτό γιατί πλέον εννέα στα δέκα κρασιά που κυκλοφορούν είναι "μαμμόθρεφτα"!

Για να μην παρεξηγηθώ όμως θα πρέπει να διευκρινίσω πως η μόνη μου ένσταση σχετικά με το Verus είναι πως τελικά δεν είναι και τόσο Verus αφού δοκιμάζοντας τα κρασιά, σε κάποια φάση ένιωσα πως δεν είχε νόημα να συνεχίσω να δοκιμάζω αφού ήξερα τι να περιμένω. Γιατί αυτό που θέλουν να κάνουν - εύκολα αρωματικά κρασιά- το καταφέρνουν πολύ καλά και μάλιστα το Sauvignon τους ήταν το καλύτερο μονοποικιλιακό Sauvignon που δοκίμασα στην χώρα. Πρόσφατα μάλιστα η Jancis Robinson χαρακτήρισε το τοκάι τους τοκάι της χρονιάς ή κάτι τέτοιο. Οι άνθρωποι θέλουν να κάνουν αυτό που λέμε "τεχνολογικά κρασιά" και σε αυτό είναι άψογοι.

Πολύ καλά ήταν επίσης και τα Riesling τους με οξύτητες που δεν είχαν να ζηλέψουν τίποτα από τα αντίστοιχα γερμανικά. Τα δοκιμάσαμε μάλιστα και κάθετα από το '10 έως το '07 και έδειχναν να μην καταλαβαίνουν τίποτα από το πέρασμα του χρόνου. Ο οινολόγος τους μάλιστα τους δίνει δέκα με δεκαπέντε χρόνια ζωής!

Όταν φύγαμε από εκεί κινηθήκαμε βόρεια για να γευματίσουμε σε ένα εστιατόριο στα σύνορα με την Αυστρία. Η Σλοβενία βλέπετε είναι τόσο μικρή που ότι και να κάνεις σχεδόν πάντα βρίσκεσαι σε κάποια σύνορα! Ο ιδιοκτήτης του ο Gregory έχει σπουδάσει μαγειρική και τρελαίνεται να... τρελαίνει τον κόσμο με τις γαστρονομικές του δημιουργίες. Έλα όμως που το οικογενειακό εστιατόριο παραδοσιακά είχε ως πελάτες αυστριακούς που κατέβαιναν στην Σλοβενία στις Κυριακάτικες εκδρομές τους για να φάνε φτηνά. Έτσι ο ταλαντούχος σεφ περιόρισε την δημιουργικότητά του σε πιάτα του τύπου μπριζόλα με πατάτες τηγανητές και μπιφτέκι γεμιστό.

Ο Νίκολας όμως, ο Νεοζηλανδός οικοδεσπότης μου, την πρώτη φορά που έφαγε εκεί βρήκε το φαγητό υπερβολικά απλουστευμένο. Ζήτησε να δει τον μάγειρα ο οποίος του εξήγησε πως δεν είχαν παρά να το ζητήσουν και θα ήταν μεγάλη του χαρά να τους περιποιηθεί με ξεχωριστό τρόπο από την υπόλοιπη πελατεία. Έτσι το εστιατόριο Denk είναι κατά περίσταση και gourmet!

Από όσα φάγαμε μου άρεσε πολύ το πρώτο πιάτο που ήταν ένα παιχνίδι οπτικής απάτης. Τα ορεκτικά στο πιάτο ήταν φτιαγμένα με τέτοιο τρόπο που να θυμίζουν γλυκίσματα ενώ στην πραγματικότητα ήταν αλμυρά. Το παιχνίδι που πήγε να κάνει με την αλλαγή γεύσεων βάζοντας ένα πιάτο με γλυκές γεύσεις και συνοδεία Μοσχάτου μεταξύ δύο αλμυρών δεν έπιασε και τόσο αφού το μόνο που κατάφερε ήταν να μας βαρύνει και να μειώσει την όρεξη μας για αυτά που ακολούθησαν. Τα μακαρόνια με τριμμένη μαύρη τρούφα και ένα χορταρικό που δεν γνώριζα τι ήταν ξαναέφερναν όμως μία ισορροπία.

Η άγνοια για το τι τρώγαμε ήταν το μεγάλο μειονέκτημα. Οι σερβιτόροι δεν είχαν καμία εμπειρία σε γκουρμέ σερβίρισμα και απλά μας πετούσαν τα πιάτα στο τραπέζι χωρίς να μπορούν να μας δώσουν καμία εξήγηση για το τι τρώμε. Και φυσικά δεν έχει και πολύ νόημα να μαθαίνεις εκ των υστέρων τι έφαγες αφού προσπαθείς πάντα να συνδυάσεις αυτό που γεύεσαι με αυτό που γνωρίζεις πως είναι.

Η επιλογή των κρασιών ήταν επίσης ένα μειονέκτημα αφού κανένα από αυτά που συνόδευαν το γεύμα δεν κατάφερε να μας συγκινήσει παρόλο που κατόπιν δοκιμής ζητήσαμε, ουκ ολίγες φορές, από τον σερβιτόρο να μας φέρει κάτι διαφορετικό από αυτό που αρχικά είχε επιλέξει. Συζητώντας με τον Γκρέγκορι στο τέλος του γεύματος, μας είπε πως έπρεπε να του πούμε πως γουστάρουμε κρασιά πέρα από τα κλασσικά και ενθουσιαζόμαστε ακόμη και όταν πίνουμε κάτι τελείως extreme.
Προς εξιλέωση μας άνοιξε μία φιάλη Radikon λέγοντας μας πως ήταν πολύ χαρούμενος που γνώρισε άτομα που ψάχνονται με το κρασί πέρα από τα συνηθισμένα και στεναχωρημένος που δεν το αντιλήφθηκε νωρίτερα.

Δυστυχώς όμως μία φιάλη Radikon θέλει πάντα πολύ χρόνο για να αναδείξει το μεγαλείο της και εμείς είχαμε ήδη καθυστερήσει το επόμενο ραντεβού μας. Έτσι ήπιαμε μία-δυό γουλιές για να τιμήσουμε τον ενθουσιώδη σεφ μας και φύγαμε για τον επόμενο προορισμό...

Τρίτη 14 Ιουνίου 2011

Αφήνoντας το Dobrovo Brda

Τελευταία μέρα στο Dobrovo Brda και δεν είχα ιδέα ποια οινοποιεία μου έμεναν να επισκεφτώ. Κανονικά θα είχα φύγει από νωρίς το πρωί για τον επόμενο προορισμό μου αφού το πρόγραμμα άλλαξε όταν κάποιος προσφέρθηκε να με πάει στο Celje με αυτοκίνητο αργά το απόγευμα. Ο Μαρίνκο κανόνισε στα γρήγορα μερικά ακόμη οινοποιεία και έτσι συμπληρώθηκε μία ακόμη μέρα επισκέψεων.

Αρχικά ανηφορίσαμε σε ένα δάσος για να βρούμε τον Stefan έναν παραγωγό έβδομης γενεάς ο οποίος καλλιεργεί μόλις δέκα στρέμματα γης και διαθέτει εστιατόριο και ενοικιαζόμενα δωμάτια στον ίδιο χώρο όπου βρίσκεται το οινοποιείο. Ο λόγος για την μικρή έκταση της επιχείρησης οφείλεται σε έναν θείο του Στέφαν ο οποίος αγαπούσε υπερβολικά τον τζόγο και έπαιξε στο καζίνο τα υπόλοιπα στρέμματα που κατείχε η οικογένεια. Ευτυχώς γι' αυτούς ένα μικρό κομμάτι είχε μείνει στα χέρια της αδελφής του και είναι το ίδιο κομμάτι που σώζεται μέχρι σήμερα. Στόχος του ιδιοκτήτη είναι να ξανα-αγοράσει τα εδάφη που χάθηκαν και να επαναφέρει την οικογενειακή γη στην αρχική της έκταση.

Σε μία περιοχή όπου οι βροχοπτώσεις φτάνουν μέχρι και τα 1500mm* ετησίως το οινοποιείο Stanfel παράγει μόνο αφρώδη κρασιά με συνολική παραγωγή γύρω στις 5.000 φιάλες. Μιλάμε δηλαδή για έναν μικροπαραγωγό που προσπαθεί σιγά σιγά να αυξήσει την παραγωγή φτάνοντας σε ένα πιο υπολογίσιμο αλλά και βιώσιμο μέγεθος επιχείρησης.

Οι ετικέτες που παράγονται είναι δύο. Η πρώτη, λευκή με κλασσική μέθοδος και η δεύτερη μία ροζέ από Merlot. Δοκιμάσαμε ένα λευκό του 2002 με εντυπωσιακά κρεμώδη υφή και πολύπλοκη μύτη. Ο αφρός ήταν αρχικά πολύ πλούσιος στο στόμα αλλά η φυσαλίδες του ήταν πολύ μαλακές. Γρήγορα όμως χάθηκε τελείως σαν αναψυκτικό που έχει μείνει ανοιχτό για μέρες. Σίγουρα ένα τεράστιο μειονέκτημα αφού αν συμβαίνει κάτι τέτοιο κατά την διάρκεια μιας δοκιμής τι θα συμβεί αν κάποιος ανοίξει να πιει αυτό το αφρώδες κρασί και θέλει να το απολαύσει αργά αργά;
Το ροζέ του 2003 ήταν πολύ πιο καλοδουλεμένο και διαρκές και παράλληλα πολύ ευχάριστο αρωματικά και γευστικά.

Ακολούθησε μία βόλτα σε ένα κοντινό χωριουδάκι του οποίου το όνομα δεν συγκράτησα. Εκεί επισκεφτήκαμε το wine bar του ξενοδοχείου που ανήκει στην οινοποιία Belica. Κτησμένο στο εσωτερικό μέρος αυτού που κάποτε αποτελούσε το τείχος προστασίας της πόλης έχει ένα παράξενο μακρόστενο σχήμα αλλά σίγουρα δεν στερείται γούστου και ομορφιάς. Το Tokay του '09 που μας προσέφεραν πάντως ήταν ευχάριστο σε πρώτη φάση αλλά η μικρή οξύτητα του το έκανε γρήγορα βαρύ και κουραστικό.

Επόμενος σταθμός ήταν ένας παραδοσιακός κρεοπώλης-αλλαντοποιός στον οποίο κάναμε δοκιμή των προϊόντων του. Το ωραίο είναι πως ενώ είναι συνηθισμένο στα οινοποιεία μαζί με το κρασί να σου προσφέρουν και αλλαντικά για μεζέ, εδώ, όπως μου 'χει συμβεί και στην Τοσκάνη παλαιότερα, μας προσέφεραν κρασί για να δοκιμάσουμε μαζί με τα αλλαντικά!
Όταν τελειώσαμε με τις δοκιμές, εφοδιάστηκα με τα απαραίτητα σαλάμια που αντέχουν το ταξίδι και πλέον είναι παράδοση να επιστρέφω με μερικά από αυτά μετά από κάθε ταξίδι σε γαστρονομικό προορισμό. Κάπου τότε είδα και τον τιμοκατάλογο όπου πουλούσαν Costi για 1,50€ το κιλό. Απογοητεύτηκα λίγο βλέποντας πόσο λίγο αξίζει ένας Κωστής στην Σλοβενία -πόσο μάλλον όταν μου είπαν πως είναι αυτά που βγάζουν για τα σκυλιά!- αλλά δεν πτοήθηκα και συνέχισα την διαδρομή μου!

Όταν αρχίσαμε να κατεβαίνουμε το βραχώδες μονοπάτι κατάλαβα πως δεν υπήρχε περίπτωση να πηγαίνουμε σε οινοποιείο και επαληθεύτηκα όταν σταματήσαμε μπροστά από έναν μικρό καταρράκτη που σχημάτιζε λίμνη στο σημείο όπου έπεφτε. Ήτανε ένας αποθηκευτικός χώρος φιαλών που όσο και αν προσπάθησα δεν κατάφερα να δω αφού ήταν οχτώ μέτρα μέσα στο νερό!
Πριν μερικά χρόνια οι ντόπιοι παραγωγοί αφρωδών οίνων έκαναν ένα πείραμα αφήνοντας μία δωδεκάδα φιάλες να παλαιώσουν μέσα στο νερό για τέσσερα χρόνια. Στην συνέχεια έγινε τυφλή γευστική δοκιμή με τις παλαιωμένες φιάλες μέσα στο νερό να δοκιμάζονται πολύ καλύτερα απ' ότι αυτές που είχαν παλαιώσει συμβατικά. Έκτοτε ένας πολύ σημαντικότερος αριθμός αφρωδών οίνων από διάφορους παραγωγούς της περιοχής παλαιώνει στο συγκεκριμένο σημείο σε ειδικά σιδερένια κουτιά ασφαλείας και οι φιάλες αυτές πωλούνται ως συλλεκτικές.

Τελευταίο οινοποιείο της ημέρας αλλά και το τελευταίο που θα έβλεπα στην περιοχή του Dobrovo Brda ήταν η οινοποιία Carga με σήμα το αγγελάκι. Με 120 στρέμματα αμπέλι και άλλα τόσα δάσος διατηρούν τις εκτάσεις αυτές από το 1767 όταν ιδρύθηκε και η επιχείρηση. Το οινοποιείο βρίσκεται σε ένα σημείο με εκπληκτική θέα, χαμένο μέσα στην φύση. Ωστόσο είναι κρίμα που γίνεται ολοκληρωμένη καλλιέργεια και όχι κάποιας μορφής βιολογική αφού οι εξωτερικές επιμολύνσεις από χημικά θα ήταν μηδενικές.

Ξεκινήσαμε δοκιμάζοντας ένα πολύ καλό αφρώδες από 70% Rebulla και 30% Chardonnay με πολύ καθαρά ποικιλιακά αρώματα, εξαιρετική ποιότητα φυσαλίδων και ένα ελαφρύ πίκρισμα που του έδινε διάρκεια. Ακολούθησε ένα ακόμη καλύτερο Tokay του '09, πολύ εκφραστικό και όσο όξινο χρειάζονταν ώστε να αφήνει μία αίσθηση δροσιάς. Μέτριο το Pinot Noir τους που ήταν ασταθές και περίεργο στην μύτη ενώ αδιάφορο το γλυκό κρασί από τέσσερις ποικιλίες μεταξύ των οποίων και η τοπική Zelenka.

Μετά από όλα αυτά τελείωσε η επίσκεψη μας στο οινοποιείο Carga και μαζί με αυτήν τελείωσαν και οι περιπέτειες μου στο Dobrovo Brda και τα πήγαινε-έλα μεταξύ των συνόρων Σλοβενίας Ιταλίας.
Η συνέχεια θα λάμβανε χώρα στο εσωτερικό της Σλοβενίας, ανατολικά της Λιουμπλιάνας, εκεί όπου η αυστριακή επιρροή είναι πιο έντονη...
   


*Ενδεικτικά, ο μ.ο. στην Νάουσα είναι περίπου 650mm, την Βουργουνδία 750mm και το Μονπελιέ 600mm.

Σάββατο 11 Ιουνίου 2011

Ο γρύλος και ο σκύλος που παίζει σαξόφωνο


Μαζί με τον Uros Jakoncic κατευθυνθήκαμε στον επόμενο σταθμό της ημέρας που ήταν το οινοποιείο της οικογένειας Scurek. 
Scurek στα σλοβένικα σημαίνει γρύλος και για τον λόγο αυτό το έμβλημα του οινοποιείου είναι ένας γρύλος με ένα βιολί. Το βιολί, πέρα από την αναφορά στον χαρακτηριστικό ήχο που κάνει ο γρύλος, δείχνει επίσης την καλλιτεχνική προσέγγιση που έχουν κάνει στο κρασί τους και την προώθηση αυτού στην οικογένεια Scurek.

Την ξενάγηση μας ανέλαβε ένας από τους νεαρούς γιους της οικογένειας ο οποίος ηλικιακά ήταν πολύ κοντά σε εμένα και τον Uros. Έτσι η δοκιμή από απλή γευσιγνωσία μετατράπηκε σε μία ανταλλαγή απόψεων γύρω από το κρασί και την οινοποίηση μεταξύ τριών επίδοξων οινοποιών και απέκτησε πολύ μεγαλύτερο βάθος και διάρκεια απ' ότι είχαμε προβλέψει αρχικά.

Το οινοποιείο ήταν σχετικά καινούριο και εφοδιασμένο με ανοξείδωτες δεξαμενές τελευταίας τεχνολογίας. Ο χώρος ωρίμανσης ήταν πολύ όμορφα διακοσμημένος και αρκετά μεγάλος για τις αναλογίες του κτήματος.
Η οικογένεια Scurek καλεί κάθε χρόνο έναν γνωστό Σλοβένο καλλιτέχνη (ζωγράφο, ξυλογλύπτη κλπ.) ο οποίος δημιουργεί στο μπροστινό μέρος ενός βαρελιού. Το βαρέλι αυτό στην συνέχεια παραμένει στο οινοποιείο ως μέρος της διακόσμησης αλλά συνεχίζει να χρησιμοποιείται και για την παραγωγή κρασιού. Το κρασί που παράγεται από το συγκεκριμένο βαρέλι είναι επιλογή των καλύτερων σταφυλιών του κτήματος και κυκλοφορεί στην συνέχεια με ετικέτα που φέρει επάνω της το έργο που φιλοτεχνεί το εκάστοτε βαρέλι.

Στις δοκιμές ξεχώρισαν κάποιες οινοποιήσεις σε ξύλο ακακίας όπως για παράδειγμα το πολύ κομψό Tokay του '08 και η τοπική ποικιλία Picolit σε χαρμάνι με Rebulla και ζυμωμένη σε αυστριακό βαρέλι.
Καλύτερο όλων ήταν το χαρμάνι Rebulla - Chardonnay ζυμωμένο άσπαστο σε βαρέλι. Πολύ πιο ισορροπημένο από όλα τα υπόλοιπα και χωρίς την χαρακτηριστική γλυκύτητα που άφηναν όσα είχαμε πιει μέχρι τώρα. Το βαρέλι του μάλιστα έχει και διάφανο κάλυμμα έτσι ώστε να φαίνεται το κρασί κατά την διάρκεια της ζύμωσης και τις ωρίμανσης. Το συγκεκριμένο βέβαια δεν είναι παρά ένα επικοινωνιακό τρικ αλλά τυχαίνει εκεί μέσα να βρίσκεται το καλύτερο κρασί της δοκιμής.
Δεν παραλείψαμε φυσικά να δοκιμάσουμε και τα κόκκινα του κτήματος όπου γίνεται πολύ καλή δουλειά στο Pinot Noir ενώ λιγότερο πετυχημένα ήταν το έντονα βαρελάτο Refosco και το βαρύ Cabernet Sauvignon.

Αφού συζητήσαμε πάρα πολλά ακόμη θέματα γύρω από το κρασί και ανταλλάξαμε γνώσεις και απόψεις πάνω στην οινοποίηση και την αμπελοκαλλιέργεια φύγαμε με τον Uros για τον Alex Simcic με τις φανταστικές του ετικέτες.

Γνώριζα το οινοποιείο αυτό από τα χαρακτηριστικά σχέδια που διακοσμούν τις ετικέτες του πολύ πριν μάθω πως το οινοποιείο αυτό βρισκόταν στην Σλοβενία. Το μάρκετινγκ δηλαδή είναι τόσο πετυχημένο που τρέχει πιο μπροστά από το ίδιο το προϊόν που πρεσβεύει!
Τα σχέδια για το logo του οινοποιείου και για το σύνολο των ετικετών τα έχει εμπνευστεί γνωστός Σλοβένος σκιτσογράφος ο οποίος διατηρεί φιλικές σχέσεις με τον ιδιοκτήτη.

Η συνολική παραγωγή είναι 35000 φιάλες και παράγεται από 120 στρέμματα. Το μικρό αυτό νούμερο οφείλεται στην πολύ περιορισμένη παραγωγή ανά στρέμμα. Ο παραγωγός επιλέγει μόνο τα μικρά τσαμπιά και απορρίπτει όσα ξεπερνάνε ένα συγκεκριμένο μέγεθος. Αγνοώ αν πετάει ή πουλάει όσα δεν χρησιμοποιεί. Σε κάθε περίπτωση όμως είναι μία πολύ θαρραλέα απόφαση και αναρωτιέμαι μήπως είναι λιγάκι παρατραβηγμένο.

Εξάλλου τα κρασιά ήταν σε πολύ καλό επίπεδο με την Rebulla του '10 να με εκπλήσσει με την αρωματική της ένταση και την καθαρότητα του φρούτου της. Από εκεί και πέρα όμως όλα πάνω κάτω κυμαίνονταν στο ίδιο στυλ το οποίο από ένα σημείο και μετά καταντούσε μονότονο. Θα έλεγα μάλιστα πως βρίσκω ανούσιο να παράγονται τόσο πολλές ετικέτες για τόσο μικρή παραγωγή και αναρωτιέμαι μήπως αυτό γίνεται γιατί το μάρκετινγκ βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις ετικέτες του ταλαντούχου σκιτσογράφου. Ο κάθε παραγωγός βέβαια κάνει τις επιλογές του και ο ίδιος ξέρει καλύτερα να επιλέγει αυτό που είναι καλύτερο για την επιχείρησή του.
Παρεπιπτόντως, ένα από τα λίγα πράγματα που μου έκαναν αρνητική εντύπωση στην Σλοβενία είναι η επιμονή τους στο Chardonnay. Έχοντας εκπληκτικές ποικιλίες όπως το Tokai, την Rebulla/Ribolla, την Malvazia Friuliana και το Picolit, επιμένουν να παράγουν κρασιά από Chardonnay τα οποία στις περισσότερες περιπτώσεις είναι βαριά και αφήνουν μία αίσθηση γλυκύτητας που λιγώνει. Υπαρχουν φυσικά και οι εξαιρέσεις σε καμία περίπτωση δεν νομίζω πως τους είναι πια τόσο απαραίτητο ώστε ησυγκεκριμένη ποικιλία να υπάρχει σε κάθε σχεδόν οινοποιέιο.

Και στην Ελλάδα με τις εκατοντάδες γηγενείς ποικιλίες το ίδιο δε γίνεται όμως; Συζητούσαμε πρόσφατα με γνωστό Master of Wine που επισκέφθηκε την χώρα μας πως ο νέος κόσμος* επένδυσε στις "διεθνείς" ποικιλίες γιατί δεν είχε τίποτα άλλο να αναδείξει. Ο παλαιός κόσμος ή μάλλον χώρες του παλαιού κόσμου που προσπαθούν αποτυχημένα να γίνουν νέος κόσμος όπως η Ελλάδα, επένδυσαν σε αυτές προκειμένου να πατήσουν πάνω στην άγνοια των Ελλήνων καταναλωτών, τον ενθουσιασμό τους για ξενικά ονόματα και το ψευτοπρεστίζ. Τώρα που τα πράγματα δυσκόλεψαν στην χώρα μας και οι εξαγωγές γίνανε μονόδρομος φάνηκε πόσο αποτυχημένη επιλογή ήταν τα Chardonnay, τα Sauvignon και τα Cabernet-Merlot και πόσο μεγάλη αξία έχει να επενδύεις σε κάτι δικό σου που είναι ταυτόχρονα και κάτι μοναδικό...



*Νέος κόσμος είναι όλες οι χώρες που ανακαλύφθηκαν εδώ και μερικούς αιώνες, Η.Π.Α., Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία κλπ. και παλαιός είναι παραδοσιακές οινοπαραγωγικές ευρωπαικές χώρες Γαλλία, Ιταλία κλπ.

Παρασκευή 3 Ιουνίου 2011

Το Borgo del Tiglio και το εγχείρημα Iaquin

Αφού κάναμε ένα μικρό διάλειμμα για τους ιδιαίτερους αλλά πολύ συμπαθείς Ιάπωνες, ήρθε η ώρα να επιστρέψουμε στα πήγαινε-έλα μεταξύ των σλοβενοιταλικών συνόρων και τους εκεί αμπελώνες.

Αμπελώνες στο Dobrovo
Αυτήν τη φορά είχαμε κατέβει λίγο πιο χαμηλά στην πεδιάδα αφήνοντας τους λόφους και μπαίνοντας και πάλι στην Ιταλική πλευρά των συνόρων.
Εκεί είχαμε ραντεβού με τον Mauro από το Borgo San Daniele. Ένα οινοποιείο που ιδρύθηκε το 1990, καλλιεργεί βιολογικά από το 1994 και στελεχώνεται από τον Mauro και την αδερφή του.
Τα δύο αδέρφια δουλεύουν οι ίδιοι σε αμπέλι, οινοποιείο και γραφείο όχι μόνο για την μείωση του κόστους παραγωγής αλλά κυρίως επειδή πιστεύουν πως αν δεν είναι αυτοπροσώπως σε κάθε στάδιο της παραγωγής χάνουν την επαφή με το προϊόν που παράγουν.

Από τα 190 στρέμματα που καλλιεργούν παράγουν γύρω στις 50 με 60.000 φιάλες ετησίως και αυτό αποδεικνύει πως κρατούν χαμηλά τις στρεμματικές αποδόσεις.
Γελάω πολύ με ελληνικά οινοποιεία που αραδιάζουν θεωρίες σχετικά με την χαμηλή στρεμματική απόδοση και το πόσο την πιστεύουν για να καταλήξουν να μου πουν πως από τα 50 για παράδειγμα στρέμματά τους παράγουν 60.000 φιάλες το χρόνο. Ευτυχώς η οινική παιδεία στην χώρα μας βελτιώνεται συνεχώς και σύντομα οι παραμυθάδες θα αρχίσουν να γίνονται πιο επιφυλακτικοί.

Επιστρέφοντας στο θέμα μας, κατά την οινοποίηση αποφεύγεται η χρήση οινολογικών προϊόντων, πέραν του θειώδους ανυδρίτη, και γίνεται όσο το δυνατών μικρότερη χρήση πρακτικών που μπορούν να ταλαιπωρήσουν το κρασί και να αλλοιώσουν τον χαρακτήρα του. Επίσης μεγάλη βαρύτητα δίνεται στην αποφυγή οξειδώσεων και για τον λόγω αυτόν αποφεύγεται η επαφή με τις φλούδες κατά την διάρκεια της ζύμωσης. Ο γρήγορος αυτός αποχωρισμός του μούστου από τα στέμφυλα διαφοροποιεί έτσι σε πολύ μεγάλο βαθμό το Borgo San Daniele από τα περισσότερα οινοποιεία που είχα επισκεφτεί μέχρι τώρα με εξαίρεση το Borgo del Tiglio.
Τα λευκά του κτήματος είναι δύο μονοποικιλιακά και δύο χαρμάνια ενώ παράγονται επίσης ένα κόκκινο από Pignolo και Καμπερνέ και ένα κόκκινο με το όνομα Gortmarin που βγαίνει μόνο σε πολύ επιλεγμένες χρονιές.
Δοκιμάσαμε και τα έξι, με την έντονη αίσθηση αλκοόλ να είναι το κοινό χαρακτηριστικό όλων. Το μόνο που ξεχώριζε ήταν το Pinot Grigio του 2008. Σαφώς πιο αέρινο και πιο εκφραστικό από αυτό του 2009, ήταν η απόδειξη πως σε όλα τα καλά λευκά ο χρόνος έχει θετική επίδραση και είναι απαραίτητος έτσι ώστε να τα βοηθήσει να αποκαλύψουν τον πραγματικό τους χαρακτήρα.

Όλα τα υπόλοιπα που δοκιμάσαμε μου φάνηκαν κάπως κουραστικά και γι'αυτό πολύ πιθανόν να ευθύνεται η επιστροφή μας σε χαμηλό υψόμετρο και βαρύτερα εδάφη. Πέραν τούτου, είναι πλέον διαπιστωμένο ότι όποιος είναι "μαλωμένος" με την οξείδωση δεν καταφέρνει να με συγκινήσει με τα κρασιά του. Όχι πως είμαι κανένας φαν της οξείδωσης. Απλά πιστεύω πως όσοι την δαιμονοποιούν καταφέρνουν να φτάσουν τελικά στο άλλο άκρο και να παράγουν κρασιά αποστειρωμένα, χωρίς ζωντάνια και υπερβολικά "καθώς πρέπει". Αντιθέτως, δεν είναι λίγες οι φορές που ένα κρασί με ένα απαλό άγγιγμα οξείδωσης αποκτά πολυπλοκότητα και καταφέρνει να γίνει ξεχωριστό.

Η όλη εικόνα πάντως που αποκομίσαμε από το Borgo San Daniele είναι κάτι παραπάνω από θετική. Μην ξεχνάμε πως ο Mauro είχε την καλοσύνη να παρατήσει την δουλειά του στο αμπέλι για να έρθει να μας υποδεχτεί. Τα κρασιά ίσως αυτήν την φορά να μην έπεισαν αλλά σίγουρα θα τους δοθεί και μία δεύτερη ευκαιρία στο μέλλον αφού όταν βλέπεις κάποιον να δουλεύει τόσο σκληρά πάνω σε αυτό με το οποίο καταπιάνεται ξέρεις πως δεν είναι τόσο απλό να τον κρίνεις με την πρώτη.

Για το υπόλοιπο της ημέρα επιστρέψαμε στην Σλοβενία. Επόμενος σταθμός ήταν το οινοποιείο Iaquin ιδιοκτησίας ενός νεαρού Σλοβένου, του Uros Jakoncic που εγκαταστάθηκε πολύ πρόσφατα και παράγει συνολικά μόλις 6.000 φιάλες. Το υπόλοιπο που παράγεται από τα 130 στρέμματα που κατέχει, πωλείται σε άλλους παραγωγούς της περιοχής έως ότου να καταφέρει να στήσει ένα πελατολόγιο που θα μπορεί να σηκώσει μεγαλύτερη παραγωγή.

Συναντηθήκαμε σε ένα ολοκαίνουριο κτίριο όπου το υπόγειο είναι οινοποιείο, το ισόγειο wine bar και οι επόμενοι τρεις όροφοι τουριστικά καταλύματα με θέα τους αμπελώνες. Φιλοδοξία του Uros είναι να μπορεί να προσφέρει μία ολοκληρωμένη και μοντέρνα οινοτουριστική πρόταση εκμεταλλευόμενος έτσι τον μεγάλο αριθμό οινoφίλων που επισκέπτονται την περιοχή.

Ξεκινώντας τις δοκιμές ενθουσιάστηκα από το Τοκάι του 2007 το οποίο αν και αρχικά ήταν λίγο κλειστό στην συνέχεια έβγαλε πολύ όμορφα αρώματα. Το πολυποικιλιακό χαρμάνι του δεν με κέρδισε ενώ το Chardonnay του ήταν σε πολύ καλό επίπεδο. Δοκιμάσαμε μάλιστα αυτό του 2006 από δύο διαφορετικές φιάλες επειδή η πρώτη που ανοίξαμε δε του άρεσε. Εγώ πάλι προτιμούσα καθαρά την πρώτη από την δεύτερη που ήταν λίγο αναγωγική και αυτό αποδεικνύει πόσο υποκειμενική είναι η προτίμηση για ένα κρασί.

Τα κόκκινα από Μερλό και Καμπερνέ δεν έφταναν στο ποιοτικό επίπεδο των λευκών αν και οι δοκιμές που κάναμε ήταν αποκλειστικά από βαρέλι και όχι από μπουκάλι. Αυτό που μου έκανε εντύπωση είναι πως κάνοντας μία κάθετη δοκιμή από το 2010 έως το 2007 κάθε χρονιά ήταν και πιο τανική. Για αυτό οφείλονται τα βαρέλια από αμερικάνικη δρυ που πέρα από πολύ έντονο άρωμα βανίλιας προσθέτουν και πολύ έντονες ξυλοτανίνες στο κρασί. Μία μάλλον αποτυχημένη επιλογή αν και ο παραγωγός με διαβεβαίωσε πως όταν το κρασί μπει στην φιάλη τα αποτελέσματα θα είναι τελείως διαφορετικά.

Μόλις τελειώσαμε της δοκιμές ο Uros προσφέρθηκε να με οδηγήσει σε δύο ακόμη οινοποιεία της περιοχής που γνώριζε πολύ καλά και πίστευε πως άξιζε τον κόπο να επισκεφτώ. Χαρακτηριστικό δείγμα του πόσο καλές σχέσεις έχουν μεταξύ τους οι Σλοβένοι οινοπαραγωγοί που έχουν καταλάβει πως στο κρασί είναι τέτοια η φύση του προϊόντος που ο ανταγωνισμός, ειδικά σε τοπικό επίπεδο, ουσιαστικά δεν μπορεί να υφίσταται...



Σάββατο 28 Μαΐου 2011

Τι μάθαμε από τους Γιαπωνέζους

Να λοιπόν που οι αμπελο-οινικές περιπέτειες στην Σλοβενία καλά κρατούν και θα αναγκαστώ να τις διακόψω για μία ακόμη φορά με μία παρέμβαση που γίνεται εξ ανατολής.

Στα τέλη Απρίλη επισκέφτηκαν την χώρα μας δύο Ιάπωνες εισαγωγείς κρασιού οι οποίοι γύρισαν στις κυριότερες αμπελοοινικές περιοχές. Κρήτη, Σαντορίνη, Νάουσα, Κεφαλλονιά και Πελοπόννησο σε οινοποιούς που η κυρια Coda και ο κύριος Tsukahara θεωρούν πως τα κρασιά που παράγουν είναι ότι πιο κοντινό σε αυτό που λέμε "φυσικά κρασιά".

Η προσήλωση αυτή των γιαπωνέζων στα λεγόμενα "φυσικά κρασιά" δεν είναι τυχαία. Παρά τους έντονους ρυθμούς ζωής και την τεράστια τεχνολογική πρόοδο προσπαθούν όσο γίνεται να διατηρούν στενούς δεσμούς με την φύση και να καταναλώνουν όσο το δυνατόν φυσικότερα προϊόντα.
Το σημαντικότερο όλων όμως έχει να κάνει με τον μεταβολισμό του θειώδους ανυδρίτη από τον οργανισμό τους. Οι Ιάπωνες στερούνται ενός ενζύμου που παίζει σπουδαίο ρόλο στον μεταβολισμό του και για τον λόγο αυτό, το συκώτι τους και κατά συνέπεια ο οργανισμός τους κουράζεται πολύ πιο γρήγορα από την κατανάλωση αλκοόλ απ'ότι ο δικός μας.

Όσοι βέβαια έχουν πιει αθείωτα κρασιά γνωρίζουν πόσο πιο ανάλαφρη είναι η αίσθηση που δίνουν και αντιλαμβάνονται εύκολα την κούραση που φέρνει ο θειώδης ανυδρίτης στον οργανισμό οποιουδήποτε ανθρώπου όταν χρησιμοποιείται σε μεγάλες ποσότητες. Απ'ότι φαίνεται, το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τους Ιάπωνες αλλά σε μεγαλύτερο βαθμό.

Έχοντας υποδεχτεί αρκετούς ξένους επαγγελματίες από το χώρο του κρασιού έχω γνωρίσει διάφορους χαρακτήρες, διάφορα γούστα και συνήθειες. Ομολογώ όμως πως οι δύο εκπρόσωποι της εταιρίας Racines CO ήταν κάτι τελείως διαφορετικό απ'ότι έχω γνωρίσει μέχρι τώρα.

Δύο μικροκαμωμένα ανθρωπάκια με τεράστιες γνώσεις και μεγάλη περιέργεια γύρω από το κρασί.
Περπατώντας στα αμπέλια μου προκαλούσαν έκπληξη οι εκ βαθέων ερωτήσεις που μας έκαναν. Ερωτήσεις πολύ πέρα από αυτές που δεχόμαστε συνήθως και ερωτήσεις για κάποια πράγματα που ούτε εμείς οι ίδιοι δεν κάτσαμε ποτέ να αναρωτηθούμε για τα ίδια μας τα αμπέλια. Ο κύριος Τσουκαχάρα μάλιστα δεν άφηνε γωνιά του αμπελιού που να μην μετράει με τον μετρητή ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων του.

Δεχθήκαμε φιλικές παρατηρήσεις όχι μόνο για τις κολώνες τις ΔΕΗ που περνούσαν λίγο έξω από κάποια αμπέλια αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο τα σύρματα στο τέλος της σειράς σχημάτιζαν γωνίες! Στην δοκιμή που κάναμε μάλιστα μέσα στους αμπελώνες του κτήματος Θυμιόπουλου, ο κύριος Τσουκαχάρα απαίτησε να ανέβουμε σε ένα χωράφι με στάρι, λίγο πιο πάνω από τον αμπελώνα, για να είμαστε μακριά από τα σύρματα και τους σιδερένιους πασσάλους. Επίσης έπρεπε όλοι να κοιτάζουμε προς την ανατολή.
Σίγουρα από εκεί θα είχαμε καλύτερη θέα...

Όλως παραδόξως όμως τα κρασιά δοκιμάζονταν πολύ καλύτερα! Ως δύσπιστοι προσπαθήσαμε να βρούμε διαφορετικούς τρόπους να δικαιολογήσουμε την αλλαγή αυτήν αλλά το σίγουρο ήταν πως οι αλλαγή θέσης άλλαζε τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά!


Λιγότερο πετυχημένη και λιγότερο βολική η έμπνευση του Ιάπωνα φίλου μας στο οινοποιείο Δαλαμάρα όπου γυρίσαμε όλοι προς τα δυτικά βλέποντας ο ένας την πλάτη του άλλου σαν να καθόμασταν σε λεωφορείο. Εκεί δεν μπόρεσα να αντιληφθώ κάποια διαφορά και ο μαέστρος των δοκιμών μας με ενημέρωσε πως είναι επειδή "δεν το 'χω".

Πέρα όμως από τα προβλήματα προσανατολισμού στις δοκιμές μας, είχαμε και προβλήματα με τις φιάλες μας. Το πλαστικό καψύλλιο αφαιρούνταν προτού αφαιρεθεί ο φελλός ενώ ορισμένες ετικέτες που δεν πληρούσαν τις -άγνωστες σε εμάς- προϋποθέσεις αφαιρούνταν και αυτές από τον ανατολίτη επισκέπτη μας με ειδικό μαχαιράκι. Όταν οι φιάλες "ξεβρακώνονταν" από την συσκευασία τους σερβίρονταν αποκλειστικά και μόνο από τον ίδιο με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο.

Ο κύριος Τσουκαχάρα συγκέντρωνε τα "τσι" του στο εσωτερικό μέρος της παλάμης του και πιάνοντας με το σημείο εκείνο τον πάτο της φιάλης σερβίριζε γέρνοντας πάντα την φιάλη με τέτοιο τρόπο ώστε να σχηματίζει ορθή γωνία με τον κάθετο άξονα του ποτηριού. Αν εμείς οι ίδιοι σερβίραμε με τον ίδιο τρόπο δεν θα είχε κανένα απολύτως νόημα γιατί ως γνωστών εμείς "δεν το έχουμε"!

Κατά την διάρκεια των δοκιμών, οι Ιάπωνες ήταν τελείως ανέκφραστοι και πέρα από της παρατηρήσεις τους στο σερβίρισμα δεν έκαναν κανένα άλλο σχόλιο.
Αντιθέτως έκαναν σχόλια για όλα τα ζώα του οινοποιείου αφού ο κύριος Τσουκαχάρα μελέτησε προσεκτικά όλες τις γάτες, το σκυλί και τα άλογα κάνοντας ένα σχόλιο για το καθένα!
Και αν όλα αυτά μας φαίνονται περίεργα, οι δύο επισκέπτες μας όχι απλά είναι φοβεροί γευσιγνώστες αλλά η εταιρία την οποία διευθύνουν είναι στις τρεις σημαντικότερες εταιρίες εισαγωγής κρασιών της χώρας τους.
Σίγουρα λοιπόν δεν είναι τσαρλατάνοι αλλά απλά έχουν τον δικό τους ξεχωριστό τρόπο να προσεγγίζουν τα πράγματα.

Μην ξεχνάμε πως για εμάς δεν είναι εύκολο να καταλάβουμε γιατί εμείς απλά "δεν το έχουμε"...




Πέμπτη 19 Μαΐου 2011

Damijan. Συνάντηση με ένα οινικό αντι-σταρ

Αφού καταφέραμε να 'ξεφύγουμε' από την ιδιαίτερα θερμή φιλοξενία της οικογένειας Kristancic επιστρέψαμε στην Gorizia για να επισκεφτούμε τον Damijan Podversic, έναν πολύ ιδιόρρυθμο Σλοβένο που αν και εγκατεστημένος σε Ιταλικό έδαφος αρνούνταν πεισματικά να μιλήσει Ιταλικά.
Πέραν τούτου ήταν απόλυτος και απότομος σε όλα του τα πιστεύω. Όπως για παράδειγμα στο ότι ο Θειώδης ανυδρίτης είναι ένα αχρείαστο χημικό παρασκεύασμα, ότι όποιος ποτίζει τον αμπελώνα του είναι ανήθικος γιατί άλλοι πεθαίνουν της δίψας και αυτός ξοδεύει νερό για να παράγει ένα είδος πολυτελείας και άλλα τέτοια γραφικά. Το γεγονός μάλιστα πως φώναζε βροντερά την ώρα που τα έλεγε τον έκανε ακόμη γραφικότερο ενώ η επιμονή του σε κάποια θέματα τον έκανε κουραστικό.

Τα παραπάνω όμως δεν εμποδίζουν σε καμία περίπτωση να πω πως στο ακατάστατο υπόγειο-εμφιαλωτήριο-αποθήκη-οινοποιείο του δοκίμασα μερικά πολύ μεγάλα λευκά κρασιά.
Ξεκινήσαμε με τo Kaplja από 40% Chardonnay, 30%Ribolla και 30%Malvasia Istriana που ήταν πολύ καθαρό και έντονο αρωματικά με το κερί μέλισσας να κυριαρχεί και θαυμάσιο μεταλλικό στόμα με μία ελαφριά πίκρα που του έδινε διάρκεια.

Στην συνέχεια δοκιμάσαμε δύο λευκά που δεν γνωρίζαμε τι είναι.
Το πρώτο ήταν πιο χυμώδες, ζωντανό, γενναιόδωρο και γευστικά απελευθερωμένο με πολύ καλή διάρκεια.
Το δεύτερο έμοιαζε πολύ στο γευστικό και αρωματικό προφίλ του πρώτου αλλά ήταν πιο κλειστό, διστακτικό και σφιγμένο.
Ήταν μία Ribolla του '08, η πρώτη εντελώς αθείωτη η δεύτερη θειωμένη .
Με αυτόν τον τρόπο ο Damijan θέλησε να υποστηρίξει την επιλογή του να παράγει την πλειοψηφία των κρασιών του χωρίς προσθήκη θειώδη ανυδρίτη και νομίζω πως μας έπεισε.

Το ίδιο ακριβώς είχα παρατηρήσει και σε διάφορους άλλους παραγωγούς αθείωτων κρασιών στην Ισπανία, την Γαλλία και την Ιταλία.
Θαυμάζω όλους αυτούς που καταφέρνουν να παράγουν τόσο αξιόλογα προϊόντα χωρίς να χρησιμοποιούν το πολυεργαλέιο που λέγεται θείο. Πολλοί προσπαθούν αλλά μετρημένοι είναι αυτοί που καταφέρνουν να παράγουν κάτι τόσο αγνό και ταυτόχρονα άψογο από οινολογικής πλευράς.
Οι περισσότεροι προσπαθούν να μας πείσουν πως οι μεγάλες πτητικές οξύτητες, η σταβλίλα που δίνουν οι Βρεττανομύκητες και τα ξίδια που εν τέλει σερβίρουν είναι στυλ και άποψη.

Κρασί και Φεγγάρι
Στα σύνορα Σλοβενίας-Ιταλίας ο Damijan ήταν ήδη ο έκτος παραγωγός που επισκεπτόμουν και παρήγαγε με ελάχιστη ή μηδαμινή προσθήκη θειώδους ανυδρίτη και αυτό ωφείλεται κυρίως στις μεγάλες φυσικές οξύτητες που προστατεύουν το προϊόν.

Κορυφαίο κρασί που ήπιαμε, η Malvasia του '07. Με αρώματα πράσινου τσαγιού, μελιού και βερύκοκου θύμιζε έντονα Chenin του Λίγηρα. Συνοδεία μάλιστα και του εξαιρετικού βιολογικού τυριού που είχαμε για μεζέ ήταν το κάτι άλλο. Το wine spectator μάλιστα του έχει δώσει 95 και 94 σε δύο διαφορετικές χρονιές και πιστεύω πως είναι από τις μεγαλύτερες βαθμολογίες που έχουν δοθεί ποτέ σε βιοδυναμικό, αθείωτο κρασί. Να λοιπόν που και οι δαιμονιοποιημένοι από τους terroiristas οδηγοί κρασιών ξέρουν να εκτιμούν και αυτοί τα μεγάλα κρασιά τερουάρ.

Στην συνέχεια και για λόγους που αγνοώ, η συζήτηση άναψε και οι τρεις Σλοβένοι που βρίσκονταν μαζί μου άρχισαν να μιλούν σε έντονο ύφος με τον οικοδεσπότη. Η διαφωνία ήταν στο αν ο Kristancic είναι μεγάλος οινοπαραγωγός ή χαρισματικός απατεώνας.
Ο Damijan, με λίγα λόγια,υποστήριζε πως ο παραπάνω δεν έχει καμία επαφή με την φύση και αν καλλιεργεί βιολογικά το κάνει μόνο και μόνο για λόγους μάρκετινγκ.

Αυτό που πιστεύω εγώ για τον Alec είναι πως όσο και αν είναι πετυχημένος και φαίνεται σίγουρος για τον εαυτό του έχει χάσει κατά κάποιον τρόπο τον προσανατολισμό του.
Ο Damijan είναι απόλυτος και εκνευριστικά πεισματάρης αλλά τουλάχιστον ξέρει ποιον δρόμο έχει επιλέξει να πάρει, τον ακολουθεί και στηρίζει δυναμικά την επιλογή του αυτήν. Το ίδιο ισχύει και για τον Klinec, τον Παράσχο, τον Radikon και άλλους.
O Mr Movia δείχνει να μην ξέρει που ακριβώς πατάει. Θέλει να είναι οικολόγος, μοντέρνος, ευαίσθητος καλλιτέχνης, ντόμπρος, εμπορικός... Δεν μπορεί να δώσει μία ξεκάθαρη εικόνα του εαυτού του. Το ίδιο συμβαίνει και με τα κρασιά του που αν και καλοφτιαγμένα μοιάζουν να έχουν έλλειψη προσανατολισμού.

Έτσι, τα δύο κύρια πρόσωπα αυτής της αντιπαράθεσης διαφέρουν εντελώς. Ο ένας αφήνει στην άκρη τα πραγματικά του πιστεύω, προσαρμόζεται σε κάθε κατάσταση και δρα κάθε φορά όπως χρειάζεται ώστε να είναι αρεστός και να ευχαριστεί όσους έρχονται σε επαφή μαζί του. Δίνει έτσι τις καλύτερες εντυπώσεις και δημιουργεί έναν μύθο γύρω από τον εαυτό του.
Ο άλλος στηρίζει τα πιστεύω του με έντονο και εμφατικό τρόπο αδιαφορώντας για τις επικοινωνιακές απώλειες και δημιουργώντας ανάμικτα συναισθήματα σε όσους έρχονται σε επαφή μαζί του.

Το αποτέλεσμα; Ο πρώτος είναι ένας παγκόσμιος σταρ και οι 130.000 φιάλες του εξαφανίζονται κάθε χρόνο σε ελάχιστο διάστημα ακόμη και αν το κόστος μερικών φτάνει σε τριψήφιες τιμές.
Ο δεύτερος πνίγεται στο στοκ του και παρά τα εξαιρετικά κρασιά που παράγει και τις εξαιρετικές βαθμολογίες σε έναν από τους υψηλής επιρροής οινικούς οδηγούς δεν έχει καταφέρει να γίνει γνωστός πολύ πέρα από την Βόρεια Ιταλία.

Οι σκέψεις αυτές βέβαια ήταν από μένα για μένα αφού οι Σλοβένοι είχαν πάρει φόρα και δεν υπήρχε τρόπος να διεισδύσω στην συζήτηση. Αντ'αυτού ο ένας εξ'αυτών θυμήθηκε πως είχαμε ένα ακόμη ραντεβού για απόψε το βράδυ και φύγαμε για να δούμε και πάλι τον υπεύθυνο της συνεταιριστικής οινοποιίας που αυτήν την φορά θα μας ξεναγούσε στο δικό του μικρο κελάρι.

Εκεί δοκιμάσαμε μία καλή Ribolla με πολύ δροσερή αίσθηση, ζωικό αλλά ευχάριστο Ρεφόσκο, δύο αποτυχημένες απόπειρες για καλό Καρμενέρε, ένα όχι και άσχημο Μερλό και ένα πολύ ζωντανό και διαρκές Pinot Noir του 2001. Κρασιά φτιαγμένα με μεράκι που φανέρωναν την επιθυμία του δημιουργού τους να ξεφύγει από της ατέλειωτες μάζες που παράγει ο συνεταιρισμός και να φτιάξει κάτι με την δική του προσωπική πινελιά.

Κάπως εκεί έκλεισε και μία από τις πλέον γεμάτες μέρες στο ταξίδι αυτό. Είχε απ'όλα. Έναν συνεταιρισμό, μία ολοκληρωμένη οινοτουριστική οικογενειακή επιχείρηση, έναν σταρ, έναν αντιστάρ και έναν μικρό παραγωγό που χωρίς να έχει κατασταλάξει πειραματίζεται αδιάκοπα στο μικρό του κελάρι...

Τρίτη 17 Μαΐου 2011

Movia - Alec Kristancic συνάντηση με έναν οινικό σταρ

Είχε μεσημεριάσει όταν κατηφόριζα από τον Klinec στο Movia, το οινοποιείο του χαρισματικού Alec Kristancic. Αρχικά τον γνώριζα μόνο σαν όνομα από την κοινή συμμετοχή μας στους "Vignerons d'Europe". Όσο πλησίαζε ο καιρός να φύγω για το ταξίδι μου στην Σλοβενία τόσο ανακάλυπτα πόσο διάσημος είναι. Σε όσους έλεγα πως θα επισκεφτώ οινοποιεία στην χώρα αυτήν με ρωτούσαν αν έχω κανονίσει να πάω στον Kristancic. Επίσης, ιδιαίτερη αναφορά γι'αυτόν βρήκα όταν έψαχνα στοιχεία για το ταξίδι μου στο σάιτ της Jancis Robinson, ενώ ο Decanter των συμπεριελάμβανε στο top12 του οινικού κόσμου για το 2008, μαζί με τον Michel Rolland, τον Olivier Humbrecht, τον Stephan Dorenoncourt και άλλους.
Όλα αυτά μου δημιούργησαν μεγάλες προσδοκίες ενώ άλλοι οινοποιοί της περιοχής μου λέγαν πως ο Alec είναι απλά πολύ δυνατός στο μάρκετινγκ και ξέρει να παίζει πολύ καλά το επικοινωνιακό κομμάτι.

Ηλιακή ενέργεια στο Movia
Φτάνοντας εκεί, με υποδέχθηκαν δύο μικροί σκύλοι και ένας μεγαλύτερος με ένα γκρι παράξενο χρώμα. Το οίκημα είναι χτισμένο με τέτοιο τρόπο ώστε ο αμπελώνας να απλώνεται κάτω από αυτό και να προσφέρει υπέροχη θέα σε όσους το επισκέπτονται. Η διακόσμηση των εσωτερικών χώρων είναι στην ουσία μία έκθεση καλλιτεχνών-φίλων των ιδιοκτητών και αλλάζει ανά τακτά χρονικά διαστήματα.
Στο χώρο υποδοχής-γευσιγνωσίας δεν υπήρχε κανένας και μου πήρε αρκετή ώρα ώσπου να βρω την κυρία Kristancic που με ενημέρωσε πως ο σύζυγός της θα αργήσει και θα ξεκινήσουμε μαζί τις δοκιμές. Ήταν ιδιαίτερα φιλική μαζί μου και μου δημιούργησε την αίσθηση πως ήμουν ένας φίλος που πέρασε από κει και του έβγαλε κάτι να πιουν παρέα και να τα πούνε.

Ξεκινήσαμε με το Puro, ένα αφρώδες αθείωτο ξηρό κρασί το οποίο γίνεται με την μέθοδο της σαμπάνιας αλλά δεν γίνεται αναπωματισμός*. Η φιάλη σερβίρεται ανάποδα και ανοίγεται μέσα σε μία λεκάνη με νερό με την βοήθεια ενός μπαστουνιού-ανοιχτηριού που έχει κατασκευαστεί ειδικά για τον σκοπό αυτό! Το άνοιγμα μέσα στο νερό δημιουργεί μία εντυπωσιακή έξοδο αφρού, φυσαλίδων και ζυμών. Εκεί κατάλαβα και αυτά που μου έλεγαν σε σχέση με το πόσο επικοινωνιακός είναι ο Kristancic. Το όλο τελετουργικό αφενός γλιτώνει τον παραγωγό από τα έξοδα αναπωματισμού, αφετέρου δημιουργεί μία μαγεία που μένει στην μνήμη όποιου παρακολουθεί την όλη διαδικασία και το κάνει να συζητιέται.

Γευστικά δεν έλεγε και πάρα πολλά, ίσως γιατί ήταν πολύ παγωμένο. Ούτως ή άλλως όμως σπάνια θα συγκινηθώ από ένα αφρώδες και γι'αυτό περάσαμε γρήγορα στο επόμενο κρασί. Φυσικά, όση ώρα δοκιμάζαμε, στο τραπέζι υπήρχαν ξηροί καρποί εξαιρετικής ποιότητας και ντόπια αλλαντικά και τυριά για να συνοδεύουμε αυτά που πίναμε. Και πίναμε είναι η αλήθεια!
Δεν δοκιμάζαμε μόνο. Και αυτό είναι μία γενική παρατήρηση που έκανα στην Σλοβενία. Τα πτυελοδοχεία είναι είδος προς εξαφάνιση και οι παραγωγοί όχι απλά απολαμβάνουν να μοιράζονται τα κρασιά τους και τις απόψεις τους αλλά συνοδεύουν πάντα τους επισκέπτες τους πίνοντας και οι ίδιοι χωρίς αναστολές!

Στα ήρεμα κρασιά, το ξεκίνημα ήταν απογοητευικό. Η Rebulla του 2008 δεν μπορούσε να σηκώσει σε καμία περίπτωση το βαρύ όνομα του οινοποιείου που την παρήγαγε όντας άδεια και κλειστή. Υποθέτω όμως πως έπαιξε ρόλο και η μετάβαση από ξηρό αφρώδες κρασί σε ήρεμο. Κάτι τέτοιο κάνει πάντα το δεύτερο να φαίνεται άνευρο και κλειστό.

Συνεχίσαμε με το Lunar που είναι ένα λευκό που ζυμώνει σε βαρέλια ειδικά κατασκευασμένα για το οινοποιείο. Τα βαρέλια αυτά έχουν μία οπή στο πάνω μέρος έτσι ώστε να μπαίνουν άσπαστα τα σταφύλια και να αδειάζονται εύκολα μετά το τέλος της ζύμωσης. Η μέθοδος αυτή είναι αρκετά δαπανηρή γιατί κάθε περιέκτης παίρνει μικρή ποσότητα που χρειάζεται ξεχωριστή μεταχείριση αλλά και γιατί η απόδοση που έχει ένα κιλό σταφύλια οινοποιημένο με την μέθοδο αυτήν είναι το ένα τρίτο από ότι θα έδινε μία κανονική συμβατική οινοποίηση. Το στυλ του κρασιού αυτού θύμιζε τα λευκά μεγάλων εκχυλίσεων που ήδη είχα δοκιμάσει σε άλλους παραγωγούς της περιοχής. Πολύ καλύτερο σε φρεσκάδα, ένταση και διάρκεια από το πρώτο αλλά χωρίς να φτάνει τις υψηλές προσδοκίες που είχα από ένα τόσο μεγάλο όνομα.

Όταν έφτασε και o ίδιος ο Kristancic στο σπίτι περάσαμε στο Veliko του 2006 από 60% Rebulla και 20% Pinot Gris και Sauvignon Blanc. Μαζί με το κρασί αυτό ο Alec έριξε στο τραπέζι και ένα ελαφρά καπνισμένο αγελαδινό τυρί που του έφερε φίλος του που διατηρεί τυροκομείο στις γειτονικές Άλπεις. Το Sauvignon δυστυχώς επικρατούσε στο χαρμάνι και μη όντας οπαδός της λεγόμενης "Σοβινιονίλας" δυσαρεστήθηκα με διακριτικό τρόπο. Ο Alec μου εξήγησε τότε πως το Sauvignon επικρατεί τον πρώτο καιρό μετά την εμφιάλωση αλλά στην συνέχεια το κρασί ισορροπεί. Το συγκεκριμένο πέρασε τρία χρόνια βαρέλι και ήταν μόλις ο ένατος μήνας του στην φιάλη.

Τα λεγόμενά του επαληθεύτηκαν όταν μας άνοιξε μία φιάλη Magnum του 2003. Το Sauvignon είχε όντως υποχωρήσει και παρά τους καύσωνες του 2003 πίναμε ένα δροσερό κρασί με βάθος που όσο περνούσε η ώρα άλλαζε προς το καλύτερο. Ο Alec μάλιστα μου πρότεινε να το δοκιμάσω, αν μου δοθεί η ευκαιρία, με τσουρέκι αλειμμένο με νεαρή Ricotta**.
Για το Magnum που πίναμε, ανέφερε πως ήταν η προτελευταία του φιάλη αλλά την άνοιξε επειδή γούσταρε την στιγμή και αυτές οι απλές όμορφες στιγμές είναι που χρειάζονται να συμπληρωθούν με μεγάλα κρασιά. Αν περιμένουμε την μεγάλη στιγμή για να ανοίξουμε μία φιάλη είναι πολύ πιθανό να μείνουμε με την ..φιάλη στο χέρι!

Τον πίστεψα εν μέρη μόνο επειδή ήξερα πόσο έξυπνα παίζει το επικοινωνιακό κομμάτι. Από την άλλη όμως εγώ απολάμβανα την παρέα, τους μεζέδες και το κρασί σε πολύ μεγάλο
Ο χορτοφάγος σκύλος!
βαθμό και δεν είχα κανένα λόγω να αμφιβάλλω και να μην ζω το παραμύθι του.
Το ίδιο σκέφτηκα και όταν μου είπε για το τυρί από τις Άλπεις, όταν κυνηγούσε τον γιο του γύρω γύρω, όταν τάιζε τον χορτοφάγο(!) σκύλο του σαλάμι κρυφά από την γυναίκα του και σε πολλές ακόμη στιγμές. Ακόμη και αν όλα αυτά ήταν θέατρο, ήταν τόσο καλοπαιγμένο που ο άνθρωπος αυτός δεν φέρει τυχαία τον τίτλο του πλέον επικοινωνιακόυ οινοπαραγωγού.
Οι φοβεροί μεζέδες πάντως και οι κρασάρες που εν τέλει ήπια ήταν πέρα για πέρα αληθινοί.

Την παρέα μας τώρα συμπλήρωνε και ένα ζευγάρι Ιταλών οινόφιλων ενώ είχαμε ανοίξει και συζήτηση για τις φιάλες μεγάλης περιεκτικότητας. Ο Kristancic υποστηρίζει πως μία φιάλη Jeroboam (3L) για παράδειγμα, έχει να προσφέρει πάρα πολλά σε ένα ζωντανό κρασί γιατί ζωή θα αναπτυχθεί διαφορετικά εκεί από ότι σε μία φιάλη 750ml. Ένα τεχνολογικό κρασί που είναι φτιαγμένο στο οινοποιείο με χίλια δυο τεχνολογικά σκευάσματα δεν θα έχει διαφορά όπου και αν μπει.
Μία άποψη που με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο.
Έτσι και αλλιώς η μεγαλύτερη μάζα των κρασιών αυτών δεν μεταβάλλεται και πολύ περισσότερο από εκρηκτικά αρωματικά, γλυκιδερά και παχιά στα πρώτα χρόνια της ζωής τους και ισοπεδωμένα, βαριά και κουραστικά λίγα χρόνια μετά.

Το οινοφυλάκιο
Στην συνέχεια κάναμε μία βόλτα στους χώρους οινοποίησης όπου δεσπόζουν εκθέματα διαφόρων καλλιτεχνών. Κάθε μέρος του οινοποιείου έχει φιλοτεχνηθεί διαφορετικά, ανάλογα με το κρασί που οινοποιείται εκεί πέρα. Στο Lunar για παράδειγμα που είναι κάτι σαν το δικό μας νυχτέρι, υπάρχει χαμηλός φωτισμός και ένας τοίχος που θυμίζει έναστρο ουρανό.
Αξιοσημείωτα επίσης τα κοντόχοντρα Σλοβένικα βαρέλια 180λίτρων όπου οινοποιείται η ενδογενής ερυθρή ποικιλία Veliko. Μία ποικιλία που δίνει ιδιαίτερα κρασιά, αρκετά ρουστίκ με ζωικό χαρακτήρα.

Επιστρέφοντας στο χώρο δοκιμών, ανοίξαμε ένα Pinot Noir του 2004 το οποίο ήταν εξαιρετικό. Θύμιζε πάρα πολύ Βουργουνδία και ήταν μάλλον ένα από τα καλύτερα Πινό που παράχθηκαν το 2004 παγκοσμίως αφού η πολύ κακή χρονιά στην Βουργουνδία έδωσε μέτρια αποτελέσματα και οι μεγάλοι παίκτες του Πινό κινήθηκε σε πολύ ρηχά επίπεδα ποιότητας.

Συνοπτικά, ο Kristancic είναι μία μεγάλη προσωπικότητα στον χώρο του κρασιού. Ξέρει να δίνει αξία σε αυτό που παράγει, αντιμετωπίζει με την ίδια ζεστασιά έναν μεγάλο αγοραστή και έναν περαστικό ταξιδιώτη μπλόγκερ όπως εγώ, πιστεύει σε αυτό που κάνει και σε αυτό που μπορεί να πάρει από την φύση και απολαμβάνει με ενθουσιασμό τους καρπούς της δουλειάς του.

Η οινοποσία βέβαια δεν σταμάτησε εκεί αλλά είχαν ήδη περάσει τέσσερις ώρες χωρίς να το καταλάβω ώσπου έφτασε ο Marinko. Διερωτώμενος για τον λόγο που αγνόησα το ραντεβού με το επόμενο οινοποιείο, βρέθηκε και ο ίδιος με ένα ποτήρι στο χέρι και ώσπου να καταφέρουμε να "ξεφύγουμε" από την ζεστή φιλοξενία της οικογένειας Kristancic λίγο έλειψε να χάναμε και δεύτερο ραντεβού στη σειρά...


*Στην κλασσική οινοποίηση των αφρωδών οίνων οι φιάλες παραμένουν ανάποδα έτσι ώστε οι ζύμες που συνεχίζουν να ζυμώνουν το κρασί μες την φιάλη να  είναι συγκεντρωμένες κοντά στο πώμα. Με την αφαίρεση του πώματος με ταχύτητα εκτοξεύεται μέρος του περιεχομένου μαζί με τις ζύμες αυτές. Η φιάλη συμπληρώνεται, σφραγίζεται και παραμένει μερικούς μήνες στο υπόγειο έως ότου βγει στο εμπόριο.

**Ricotta: λευκό μαλακό ιταλικό τυρί αντίστοιχο με το δικό μας Κατίκι. Ο Kristancic αναφέρονταν στην Σλοβένικη εκδοχή του της οποίας το όνομα δεν κατέγραψα.