Σάββατο 28 Μαΐου 2011

Τι μάθαμε από τους Γιαπωνέζους

Να λοιπόν που οι αμπελο-οινικές περιπέτειες στην Σλοβενία καλά κρατούν και θα αναγκαστώ να τις διακόψω για μία ακόμη φορά με μία παρέμβαση που γίνεται εξ ανατολής.

Στα τέλη Απρίλη επισκέφτηκαν την χώρα μας δύο Ιάπωνες εισαγωγείς κρασιού οι οποίοι γύρισαν στις κυριότερες αμπελοοινικές περιοχές. Κρήτη, Σαντορίνη, Νάουσα, Κεφαλλονιά και Πελοπόννησο σε οινοποιούς που η κυρια Coda και ο κύριος Tsukahara θεωρούν πως τα κρασιά που παράγουν είναι ότι πιο κοντινό σε αυτό που λέμε "φυσικά κρασιά".

Η προσήλωση αυτή των γιαπωνέζων στα λεγόμενα "φυσικά κρασιά" δεν είναι τυχαία. Παρά τους έντονους ρυθμούς ζωής και την τεράστια τεχνολογική πρόοδο προσπαθούν όσο γίνεται να διατηρούν στενούς δεσμούς με την φύση και να καταναλώνουν όσο το δυνατόν φυσικότερα προϊόντα.
Το σημαντικότερο όλων όμως έχει να κάνει με τον μεταβολισμό του θειώδους ανυδρίτη από τον οργανισμό τους. Οι Ιάπωνες στερούνται ενός ενζύμου που παίζει σπουδαίο ρόλο στον μεταβολισμό του και για τον λόγο αυτό, το συκώτι τους και κατά συνέπεια ο οργανισμός τους κουράζεται πολύ πιο γρήγορα από την κατανάλωση αλκοόλ απ'ότι ο δικός μας.

Όσοι βέβαια έχουν πιει αθείωτα κρασιά γνωρίζουν πόσο πιο ανάλαφρη είναι η αίσθηση που δίνουν και αντιλαμβάνονται εύκολα την κούραση που φέρνει ο θειώδης ανυδρίτης στον οργανισμό οποιουδήποτε ανθρώπου όταν χρησιμοποιείται σε μεγάλες ποσότητες. Απ'ότι φαίνεται, το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τους Ιάπωνες αλλά σε μεγαλύτερο βαθμό.

Έχοντας υποδεχτεί αρκετούς ξένους επαγγελματίες από το χώρο του κρασιού έχω γνωρίσει διάφορους χαρακτήρες, διάφορα γούστα και συνήθειες. Ομολογώ όμως πως οι δύο εκπρόσωποι της εταιρίας Racines CO ήταν κάτι τελείως διαφορετικό απ'ότι έχω γνωρίσει μέχρι τώρα.

Δύο μικροκαμωμένα ανθρωπάκια με τεράστιες γνώσεις και μεγάλη περιέργεια γύρω από το κρασί.
Περπατώντας στα αμπέλια μου προκαλούσαν έκπληξη οι εκ βαθέων ερωτήσεις που μας έκαναν. Ερωτήσεις πολύ πέρα από αυτές που δεχόμαστε συνήθως και ερωτήσεις για κάποια πράγματα που ούτε εμείς οι ίδιοι δεν κάτσαμε ποτέ να αναρωτηθούμε για τα ίδια μας τα αμπέλια. Ο κύριος Τσουκαχάρα μάλιστα δεν άφηνε γωνιά του αμπελιού που να μην μετράει με τον μετρητή ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων του.

Δεχθήκαμε φιλικές παρατηρήσεις όχι μόνο για τις κολώνες τις ΔΕΗ που περνούσαν λίγο έξω από κάποια αμπέλια αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο τα σύρματα στο τέλος της σειράς σχημάτιζαν γωνίες! Στην δοκιμή που κάναμε μάλιστα μέσα στους αμπελώνες του κτήματος Θυμιόπουλου, ο κύριος Τσουκαχάρα απαίτησε να ανέβουμε σε ένα χωράφι με στάρι, λίγο πιο πάνω από τον αμπελώνα, για να είμαστε μακριά από τα σύρματα και τους σιδερένιους πασσάλους. Επίσης έπρεπε όλοι να κοιτάζουμε προς την ανατολή.
Σίγουρα από εκεί θα είχαμε καλύτερη θέα...

Όλως παραδόξως όμως τα κρασιά δοκιμάζονταν πολύ καλύτερα! Ως δύσπιστοι προσπαθήσαμε να βρούμε διαφορετικούς τρόπους να δικαιολογήσουμε την αλλαγή αυτήν αλλά το σίγουρο ήταν πως οι αλλαγή θέσης άλλαζε τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά!


Λιγότερο πετυχημένη και λιγότερο βολική η έμπνευση του Ιάπωνα φίλου μας στο οινοποιείο Δαλαμάρα όπου γυρίσαμε όλοι προς τα δυτικά βλέποντας ο ένας την πλάτη του άλλου σαν να καθόμασταν σε λεωφορείο. Εκεί δεν μπόρεσα να αντιληφθώ κάποια διαφορά και ο μαέστρος των δοκιμών μας με ενημέρωσε πως είναι επειδή "δεν το 'χω".

Πέρα όμως από τα προβλήματα προσανατολισμού στις δοκιμές μας, είχαμε και προβλήματα με τις φιάλες μας. Το πλαστικό καψύλλιο αφαιρούνταν προτού αφαιρεθεί ο φελλός ενώ ορισμένες ετικέτες που δεν πληρούσαν τις -άγνωστες σε εμάς- προϋποθέσεις αφαιρούνταν και αυτές από τον ανατολίτη επισκέπτη μας με ειδικό μαχαιράκι. Όταν οι φιάλες "ξεβρακώνονταν" από την συσκευασία τους σερβίρονταν αποκλειστικά και μόνο από τον ίδιο με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο.

Ο κύριος Τσουκαχάρα συγκέντρωνε τα "τσι" του στο εσωτερικό μέρος της παλάμης του και πιάνοντας με το σημείο εκείνο τον πάτο της φιάλης σερβίριζε γέρνοντας πάντα την φιάλη με τέτοιο τρόπο ώστε να σχηματίζει ορθή γωνία με τον κάθετο άξονα του ποτηριού. Αν εμείς οι ίδιοι σερβίραμε με τον ίδιο τρόπο δεν θα είχε κανένα απολύτως νόημα γιατί ως γνωστών εμείς "δεν το έχουμε"!

Κατά την διάρκεια των δοκιμών, οι Ιάπωνες ήταν τελείως ανέκφραστοι και πέρα από της παρατηρήσεις τους στο σερβίρισμα δεν έκαναν κανένα άλλο σχόλιο.
Αντιθέτως έκαναν σχόλια για όλα τα ζώα του οινοποιείου αφού ο κύριος Τσουκαχάρα μελέτησε προσεκτικά όλες τις γάτες, το σκυλί και τα άλογα κάνοντας ένα σχόλιο για το καθένα!
Και αν όλα αυτά μας φαίνονται περίεργα, οι δύο επισκέπτες μας όχι απλά είναι φοβεροί γευσιγνώστες αλλά η εταιρία την οποία διευθύνουν είναι στις τρεις σημαντικότερες εταιρίες εισαγωγής κρασιών της χώρας τους.
Σίγουρα λοιπόν δεν είναι τσαρλατάνοι αλλά απλά έχουν τον δικό τους ξεχωριστό τρόπο να προσεγγίζουν τα πράγματα.

Μην ξεχνάμε πως για εμάς δεν είναι εύκολο να καταλάβουμε γιατί εμείς απλά "δεν το έχουμε"...




Πέμπτη 19 Μαΐου 2011

Damijan. Συνάντηση με ένα οινικό αντι-σταρ

Αφού καταφέραμε να 'ξεφύγουμε' από την ιδιαίτερα θερμή φιλοξενία της οικογένειας Kristancic επιστρέψαμε στην Gorizia για να επισκεφτούμε τον Damijan Podversic, έναν πολύ ιδιόρρυθμο Σλοβένο που αν και εγκατεστημένος σε Ιταλικό έδαφος αρνούνταν πεισματικά να μιλήσει Ιταλικά.
Πέραν τούτου ήταν απόλυτος και απότομος σε όλα του τα πιστεύω. Όπως για παράδειγμα στο ότι ο Θειώδης ανυδρίτης είναι ένα αχρείαστο χημικό παρασκεύασμα, ότι όποιος ποτίζει τον αμπελώνα του είναι ανήθικος γιατί άλλοι πεθαίνουν της δίψας και αυτός ξοδεύει νερό για να παράγει ένα είδος πολυτελείας και άλλα τέτοια γραφικά. Το γεγονός μάλιστα πως φώναζε βροντερά την ώρα που τα έλεγε τον έκανε ακόμη γραφικότερο ενώ η επιμονή του σε κάποια θέματα τον έκανε κουραστικό.

Τα παραπάνω όμως δεν εμποδίζουν σε καμία περίπτωση να πω πως στο ακατάστατο υπόγειο-εμφιαλωτήριο-αποθήκη-οινοποιείο του δοκίμασα μερικά πολύ μεγάλα λευκά κρασιά.
Ξεκινήσαμε με τo Kaplja από 40% Chardonnay, 30%Ribolla και 30%Malvasia Istriana που ήταν πολύ καθαρό και έντονο αρωματικά με το κερί μέλισσας να κυριαρχεί και θαυμάσιο μεταλλικό στόμα με μία ελαφριά πίκρα που του έδινε διάρκεια.

Στην συνέχεια δοκιμάσαμε δύο λευκά που δεν γνωρίζαμε τι είναι.
Το πρώτο ήταν πιο χυμώδες, ζωντανό, γενναιόδωρο και γευστικά απελευθερωμένο με πολύ καλή διάρκεια.
Το δεύτερο έμοιαζε πολύ στο γευστικό και αρωματικό προφίλ του πρώτου αλλά ήταν πιο κλειστό, διστακτικό και σφιγμένο.
Ήταν μία Ribolla του '08, η πρώτη εντελώς αθείωτη η δεύτερη θειωμένη .
Με αυτόν τον τρόπο ο Damijan θέλησε να υποστηρίξει την επιλογή του να παράγει την πλειοψηφία των κρασιών του χωρίς προσθήκη θειώδη ανυδρίτη και νομίζω πως μας έπεισε.

Το ίδιο ακριβώς είχα παρατηρήσει και σε διάφορους άλλους παραγωγούς αθείωτων κρασιών στην Ισπανία, την Γαλλία και την Ιταλία.
Θαυμάζω όλους αυτούς που καταφέρνουν να παράγουν τόσο αξιόλογα προϊόντα χωρίς να χρησιμοποιούν το πολυεργαλέιο που λέγεται θείο. Πολλοί προσπαθούν αλλά μετρημένοι είναι αυτοί που καταφέρνουν να παράγουν κάτι τόσο αγνό και ταυτόχρονα άψογο από οινολογικής πλευράς.
Οι περισσότεροι προσπαθούν να μας πείσουν πως οι μεγάλες πτητικές οξύτητες, η σταβλίλα που δίνουν οι Βρεττανομύκητες και τα ξίδια που εν τέλει σερβίρουν είναι στυλ και άποψη.

Κρασί και Φεγγάρι
Στα σύνορα Σλοβενίας-Ιταλίας ο Damijan ήταν ήδη ο έκτος παραγωγός που επισκεπτόμουν και παρήγαγε με ελάχιστη ή μηδαμινή προσθήκη θειώδους ανυδρίτη και αυτό ωφείλεται κυρίως στις μεγάλες φυσικές οξύτητες που προστατεύουν το προϊόν.

Κορυφαίο κρασί που ήπιαμε, η Malvasia του '07. Με αρώματα πράσινου τσαγιού, μελιού και βερύκοκου θύμιζε έντονα Chenin του Λίγηρα. Συνοδεία μάλιστα και του εξαιρετικού βιολογικού τυριού που είχαμε για μεζέ ήταν το κάτι άλλο. Το wine spectator μάλιστα του έχει δώσει 95 και 94 σε δύο διαφορετικές χρονιές και πιστεύω πως είναι από τις μεγαλύτερες βαθμολογίες που έχουν δοθεί ποτέ σε βιοδυναμικό, αθείωτο κρασί. Να λοιπόν που και οι δαιμονιοποιημένοι από τους terroiristas οδηγοί κρασιών ξέρουν να εκτιμούν και αυτοί τα μεγάλα κρασιά τερουάρ.

Στην συνέχεια και για λόγους που αγνοώ, η συζήτηση άναψε και οι τρεις Σλοβένοι που βρίσκονταν μαζί μου άρχισαν να μιλούν σε έντονο ύφος με τον οικοδεσπότη. Η διαφωνία ήταν στο αν ο Kristancic είναι μεγάλος οινοπαραγωγός ή χαρισματικός απατεώνας.
Ο Damijan, με λίγα λόγια,υποστήριζε πως ο παραπάνω δεν έχει καμία επαφή με την φύση και αν καλλιεργεί βιολογικά το κάνει μόνο και μόνο για λόγους μάρκετινγκ.

Αυτό που πιστεύω εγώ για τον Alec είναι πως όσο και αν είναι πετυχημένος και φαίνεται σίγουρος για τον εαυτό του έχει χάσει κατά κάποιον τρόπο τον προσανατολισμό του.
Ο Damijan είναι απόλυτος και εκνευριστικά πεισματάρης αλλά τουλάχιστον ξέρει ποιον δρόμο έχει επιλέξει να πάρει, τον ακολουθεί και στηρίζει δυναμικά την επιλογή του αυτήν. Το ίδιο ισχύει και για τον Klinec, τον Παράσχο, τον Radikon και άλλους.
O Mr Movia δείχνει να μην ξέρει που ακριβώς πατάει. Θέλει να είναι οικολόγος, μοντέρνος, ευαίσθητος καλλιτέχνης, ντόμπρος, εμπορικός... Δεν μπορεί να δώσει μία ξεκάθαρη εικόνα του εαυτού του. Το ίδιο συμβαίνει και με τα κρασιά του που αν και καλοφτιαγμένα μοιάζουν να έχουν έλλειψη προσανατολισμού.

Έτσι, τα δύο κύρια πρόσωπα αυτής της αντιπαράθεσης διαφέρουν εντελώς. Ο ένας αφήνει στην άκρη τα πραγματικά του πιστεύω, προσαρμόζεται σε κάθε κατάσταση και δρα κάθε φορά όπως χρειάζεται ώστε να είναι αρεστός και να ευχαριστεί όσους έρχονται σε επαφή μαζί του. Δίνει έτσι τις καλύτερες εντυπώσεις και δημιουργεί έναν μύθο γύρω από τον εαυτό του.
Ο άλλος στηρίζει τα πιστεύω του με έντονο και εμφατικό τρόπο αδιαφορώντας για τις επικοινωνιακές απώλειες και δημιουργώντας ανάμικτα συναισθήματα σε όσους έρχονται σε επαφή μαζί του.

Το αποτέλεσμα; Ο πρώτος είναι ένας παγκόσμιος σταρ και οι 130.000 φιάλες του εξαφανίζονται κάθε χρόνο σε ελάχιστο διάστημα ακόμη και αν το κόστος μερικών φτάνει σε τριψήφιες τιμές.
Ο δεύτερος πνίγεται στο στοκ του και παρά τα εξαιρετικά κρασιά που παράγει και τις εξαιρετικές βαθμολογίες σε έναν από τους υψηλής επιρροής οινικούς οδηγούς δεν έχει καταφέρει να γίνει γνωστός πολύ πέρα από την Βόρεια Ιταλία.

Οι σκέψεις αυτές βέβαια ήταν από μένα για μένα αφού οι Σλοβένοι είχαν πάρει φόρα και δεν υπήρχε τρόπος να διεισδύσω στην συζήτηση. Αντ'αυτού ο ένας εξ'αυτών θυμήθηκε πως είχαμε ένα ακόμη ραντεβού για απόψε το βράδυ και φύγαμε για να δούμε και πάλι τον υπεύθυνο της συνεταιριστικής οινοποιίας που αυτήν την φορά θα μας ξεναγούσε στο δικό του μικρο κελάρι.

Εκεί δοκιμάσαμε μία καλή Ribolla με πολύ δροσερή αίσθηση, ζωικό αλλά ευχάριστο Ρεφόσκο, δύο αποτυχημένες απόπειρες για καλό Καρμενέρε, ένα όχι και άσχημο Μερλό και ένα πολύ ζωντανό και διαρκές Pinot Noir του 2001. Κρασιά φτιαγμένα με μεράκι που φανέρωναν την επιθυμία του δημιουργού τους να ξεφύγει από της ατέλειωτες μάζες που παράγει ο συνεταιρισμός και να φτιάξει κάτι με την δική του προσωπική πινελιά.

Κάπως εκεί έκλεισε και μία από τις πλέον γεμάτες μέρες στο ταξίδι αυτό. Είχε απ'όλα. Έναν συνεταιρισμό, μία ολοκληρωμένη οινοτουριστική οικογενειακή επιχείρηση, έναν σταρ, έναν αντιστάρ και έναν μικρό παραγωγό που χωρίς να έχει κατασταλάξει πειραματίζεται αδιάκοπα στο μικρό του κελάρι...

Τρίτη 17 Μαΐου 2011

Movia - Alec Kristancic συνάντηση με έναν οινικό σταρ

Είχε μεσημεριάσει όταν κατηφόριζα από τον Klinec στο Movia, το οινοποιείο του χαρισματικού Alec Kristancic. Αρχικά τον γνώριζα μόνο σαν όνομα από την κοινή συμμετοχή μας στους "Vignerons d'Europe". Όσο πλησίαζε ο καιρός να φύγω για το ταξίδι μου στην Σλοβενία τόσο ανακάλυπτα πόσο διάσημος είναι. Σε όσους έλεγα πως θα επισκεφτώ οινοποιεία στην χώρα αυτήν με ρωτούσαν αν έχω κανονίσει να πάω στον Kristancic. Επίσης, ιδιαίτερη αναφορά γι'αυτόν βρήκα όταν έψαχνα στοιχεία για το ταξίδι μου στο σάιτ της Jancis Robinson, ενώ ο Decanter των συμπεριελάμβανε στο top12 του οινικού κόσμου για το 2008, μαζί με τον Michel Rolland, τον Olivier Humbrecht, τον Stephan Dorenoncourt και άλλους.
Όλα αυτά μου δημιούργησαν μεγάλες προσδοκίες ενώ άλλοι οινοποιοί της περιοχής μου λέγαν πως ο Alec είναι απλά πολύ δυνατός στο μάρκετινγκ και ξέρει να παίζει πολύ καλά το επικοινωνιακό κομμάτι.

Ηλιακή ενέργεια στο Movia
Φτάνοντας εκεί, με υποδέχθηκαν δύο μικροί σκύλοι και ένας μεγαλύτερος με ένα γκρι παράξενο χρώμα. Το οίκημα είναι χτισμένο με τέτοιο τρόπο ώστε ο αμπελώνας να απλώνεται κάτω από αυτό και να προσφέρει υπέροχη θέα σε όσους το επισκέπτονται. Η διακόσμηση των εσωτερικών χώρων είναι στην ουσία μία έκθεση καλλιτεχνών-φίλων των ιδιοκτητών και αλλάζει ανά τακτά χρονικά διαστήματα.
Στο χώρο υποδοχής-γευσιγνωσίας δεν υπήρχε κανένας και μου πήρε αρκετή ώρα ώσπου να βρω την κυρία Kristancic που με ενημέρωσε πως ο σύζυγός της θα αργήσει και θα ξεκινήσουμε μαζί τις δοκιμές. Ήταν ιδιαίτερα φιλική μαζί μου και μου δημιούργησε την αίσθηση πως ήμουν ένας φίλος που πέρασε από κει και του έβγαλε κάτι να πιουν παρέα και να τα πούνε.

Ξεκινήσαμε με το Puro, ένα αφρώδες αθείωτο ξηρό κρασί το οποίο γίνεται με την μέθοδο της σαμπάνιας αλλά δεν γίνεται αναπωματισμός*. Η φιάλη σερβίρεται ανάποδα και ανοίγεται μέσα σε μία λεκάνη με νερό με την βοήθεια ενός μπαστουνιού-ανοιχτηριού που έχει κατασκευαστεί ειδικά για τον σκοπό αυτό! Το άνοιγμα μέσα στο νερό δημιουργεί μία εντυπωσιακή έξοδο αφρού, φυσαλίδων και ζυμών. Εκεί κατάλαβα και αυτά που μου έλεγαν σε σχέση με το πόσο επικοινωνιακός είναι ο Kristancic. Το όλο τελετουργικό αφενός γλιτώνει τον παραγωγό από τα έξοδα αναπωματισμού, αφετέρου δημιουργεί μία μαγεία που μένει στην μνήμη όποιου παρακολουθεί την όλη διαδικασία και το κάνει να συζητιέται.

Γευστικά δεν έλεγε και πάρα πολλά, ίσως γιατί ήταν πολύ παγωμένο. Ούτως ή άλλως όμως σπάνια θα συγκινηθώ από ένα αφρώδες και γι'αυτό περάσαμε γρήγορα στο επόμενο κρασί. Φυσικά, όση ώρα δοκιμάζαμε, στο τραπέζι υπήρχαν ξηροί καρποί εξαιρετικής ποιότητας και ντόπια αλλαντικά και τυριά για να συνοδεύουμε αυτά που πίναμε. Και πίναμε είναι η αλήθεια!
Δεν δοκιμάζαμε μόνο. Και αυτό είναι μία γενική παρατήρηση που έκανα στην Σλοβενία. Τα πτυελοδοχεία είναι είδος προς εξαφάνιση και οι παραγωγοί όχι απλά απολαμβάνουν να μοιράζονται τα κρασιά τους και τις απόψεις τους αλλά συνοδεύουν πάντα τους επισκέπτες τους πίνοντας και οι ίδιοι χωρίς αναστολές!

Στα ήρεμα κρασιά, το ξεκίνημα ήταν απογοητευικό. Η Rebulla του 2008 δεν μπορούσε να σηκώσει σε καμία περίπτωση το βαρύ όνομα του οινοποιείου που την παρήγαγε όντας άδεια και κλειστή. Υποθέτω όμως πως έπαιξε ρόλο και η μετάβαση από ξηρό αφρώδες κρασί σε ήρεμο. Κάτι τέτοιο κάνει πάντα το δεύτερο να φαίνεται άνευρο και κλειστό.

Συνεχίσαμε με το Lunar που είναι ένα λευκό που ζυμώνει σε βαρέλια ειδικά κατασκευασμένα για το οινοποιείο. Τα βαρέλια αυτά έχουν μία οπή στο πάνω μέρος έτσι ώστε να μπαίνουν άσπαστα τα σταφύλια και να αδειάζονται εύκολα μετά το τέλος της ζύμωσης. Η μέθοδος αυτή είναι αρκετά δαπανηρή γιατί κάθε περιέκτης παίρνει μικρή ποσότητα που χρειάζεται ξεχωριστή μεταχείριση αλλά και γιατί η απόδοση που έχει ένα κιλό σταφύλια οινοποιημένο με την μέθοδο αυτήν είναι το ένα τρίτο από ότι θα έδινε μία κανονική συμβατική οινοποίηση. Το στυλ του κρασιού αυτού θύμιζε τα λευκά μεγάλων εκχυλίσεων που ήδη είχα δοκιμάσει σε άλλους παραγωγούς της περιοχής. Πολύ καλύτερο σε φρεσκάδα, ένταση και διάρκεια από το πρώτο αλλά χωρίς να φτάνει τις υψηλές προσδοκίες που είχα από ένα τόσο μεγάλο όνομα.

Όταν έφτασε και o ίδιος ο Kristancic στο σπίτι περάσαμε στο Veliko του 2006 από 60% Rebulla και 20% Pinot Gris και Sauvignon Blanc. Μαζί με το κρασί αυτό ο Alec έριξε στο τραπέζι και ένα ελαφρά καπνισμένο αγελαδινό τυρί που του έφερε φίλος του που διατηρεί τυροκομείο στις γειτονικές Άλπεις. Το Sauvignon δυστυχώς επικρατούσε στο χαρμάνι και μη όντας οπαδός της λεγόμενης "Σοβινιονίλας" δυσαρεστήθηκα με διακριτικό τρόπο. Ο Alec μου εξήγησε τότε πως το Sauvignon επικρατεί τον πρώτο καιρό μετά την εμφιάλωση αλλά στην συνέχεια το κρασί ισορροπεί. Το συγκεκριμένο πέρασε τρία χρόνια βαρέλι και ήταν μόλις ο ένατος μήνας του στην φιάλη.

Τα λεγόμενά του επαληθεύτηκαν όταν μας άνοιξε μία φιάλη Magnum του 2003. Το Sauvignon είχε όντως υποχωρήσει και παρά τους καύσωνες του 2003 πίναμε ένα δροσερό κρασί με βάθος που όσο περνούσε η ώρα άλλαζε προς το καλύτερο. Ο Alec μάλιστα μου πρότεινε να το δοκιμάσω, αν μου δοθεί η ευκαιρία, με τσουρέκι αλειμμένο με νεαρή Ricotta**.
Για το Magnum που πίναμε, ανέφερε πως ήταν η προτελευταία του φιάλη αλλά την άνοιξε επειδή γούσταρε την στιγμή και αυτές οι απλές όμορφες στιγμές είναι που χρειάζονται να συμπληρωθούν με μεγάλα κρασιά. Αν περιμένουμε την μεγάλη στιγμή για να ανοίξουμε μία φιάλη είναι πολύ πιθανό να μείνουμε με την ..φιάλη στο χέρι!

Τον πίστεψα εν μέρη μόνο επειδή ήξερα πόσο έξυπνα παίζει το επικοινωνιακό κομμάτι. Από την άλλη όμως εγώ απολάμβανα την παρέα, τους μεζέδες και το κρασί σε πολύ μεγάλο
Ο χορτοφάγος σκύλος!
βαθμό και δεν είχα κανένα λόγω να αμφιβάλλω και να μην ζω το παραμύθι του.
Το ίδιο σκέφτηκα και όταν μου είπε για το τυρί από τις Άλπεις, όταν κυνηγούσε τον γιο του γύρω γύρω, όταν τάιζε τον χορτοφάγο(!) σκύλο του σαλάμι κρυφά από την γυναίκα του και σε πολλές ακόμη στιγμές. Ακόμη και αν όλα αυτά ήταν θέατρο, ήταν τόσο καλοπαιγμένο που ο άνθρωπος αυτός δεν φέρει τυχαία τον τίτλο του πλέον επικοινωνιακόυ οινοπαραγωγού.
Οι φοβεροί μεζέδες πάντως και οι κρασάρες που εν τέλει ήπια ήταν πέρα για πέρα αληθινοί.

Την παρέα μας τώρα συμπλήρωνε και ένα ζευγάρι Ιταλών οινόφιλων ενώ είχαμε ανοίξει και συζήτηση για τις φιάλες μεγάλης περιεκτικότητας. Ο Kristancic υποστηρίζει πως μία φιάλη Jeroboam (3L) για παράδειγμα, έχει να προσφέρει πάρα πολλά σε ένα ζωντανό κρασί γιατί ζωή θα αναπτυχθεί διαφορετικά εκεί από ότι σε μία φιάλη 750ml. Ένα τεχνολογικό κρασί που είναι φτιαγμένο στο οινοποιείο με χίλια δυο τεχνολογικά σκευάσματα δεν θα έχει διαφορά όπου και αν μπει.
Μία άποψη που με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο.
Έτσι και αλλιώς η μεγαλύτερη μάζα των κρασιών αυτών δεν μεταβάλλεται και πολύ περισσότερο από εκρηκτικά αρωματικά, γλυκιδερά και παχιά στα πρώτα χρόνια της ζωής τους και ισοπεδωμένα, βαριά και κουραστικά λίγα χρόνια μετά.

Το οινοφυλάκιο
Στην συνέχεια κάναμε μία βόλτα στους χώρους οινοποίησης όπου δεσπόζουν εκθέματα διαφόρων καλλιτεχνών. Κάθε μέρος του οινοποιείου έχει φιλοτεχνηθεί διαφορετικά, ανάλογα με το κρασί που οινοποιείται εκεί πέρα. Στο Lunar για παράδειγμα που είναι κάτι σαν το δικό μας νυχτέρι, υπάρχει χαμηλός φωτισμός και ένας τοίχος που θυμίζει έναστρο ουρανό.
Αξιοσημείωτα επίσης τα κοντόχοντρα Σλοβένικα βαρέλια 180λίτρων όπου οινοποιείται η ενδογενής ερυθρή ποικιλία Veliko. Μία ποικιλία που δίνει ιδιαίτερα κρασιά, αρκετά ρουστίκ με ζωικό χαρακτήρα.

Επιστρέφοντας στο χώρο δοκιμών, ανοίξαμε ένα Pinot Noir του 2004 το οποίο ήταν εξαιρετικό. Θύμιζε πάρα πολύ Βουργουνδία και ήταν μάλλον ένα από τα καλύτερα Πινό που παράχθηκαν το 2004 παγκοσμίως αφού η πολύ κακή χρονιά στην Βουργουνδία έδωσε μέτρια αποτελέσματα και οι μεγάλοι παίκτες του Πινό κινήθηκε σε πολύ ρηχά επίπεδα ποιότητας.

Συνοπτικά, ο Kristancic είναι μία μεγάλη προσωπικότητα στον χώρο του κρασιού. Ξέρει να δίνει αξία σε αυτό που παράγει, αντιμετωπίζει με την ίδια ζεστασιά έναν μεγάλο αγοραστή και έναν περαστικό ταξιδιώτη μπλόγκερ όπως εγώ, πιστεύει σε αυτό που κάνει και σε αυτό που μπορεί να πάρει από την φύση και απολαμβάνει με ενθουσιασμό τους καρπούς της δουλειάς του.

Η οινοποσία βέβαια δεν σταμάτησε εκεί αλλά είχαν ήδη περάσει τέσσερις ώρες χωρίς να το καταλάβω ώσπου έφτασε ο Marinko. Διερωτώμενος για τον λόγο που αγνόησα το ραντεβού με το επόμενο οινοποιείο, βρέθηκε και ο ίδιος με ένα ποτήρι στο χέρι και ώσπου να καταφέρουμε να "ξεφύγουμε" από την ζεστή φιλοξενία της οικογένειας Kristancic λίγο έλειψε να χάναμε και δεύτερο ραντεβού στη σειρά...


*Στην κλασσική οινοποίηση των αφρωδών οίνων οι φιάλες παραμένουν ανάποδα έτσι ώστε οι ζύμες που συνεχίζουν να ζυμώνουν το κρασί μες την φιάλη να  είναι συγκεντρωμένες κοντά στο πώμα. Με την αφαίρεση του πώματος με ταχύτητα εκτοξεύεται μέρος του περιεχομένου μαζί με τις ζύμες αυτές. Η φιάλη συμπληρώνεται, σφραγίζεται και παραμένει μερικούς μήνες στο υπόγειο έως ότου βγει στο εμπόριο.

**Ricotta: λευκό μαλακό ιταλικό τυρί αντίστοιχο με το δικό μας Κατίκι. Ο Kristancic αναφέρονταν στην Σλοβένικη εκδοχή του της οποίας το όνομα δεν κατέγραψα.

Τρίτη 10 Μαΐου 2011

Οινικές διαδρομές στο Dobrovo Brda

Αμπέλια στο βροχερό Dobrovo Brda
Πέμπτη πρωί στην Σλοβενία και η βροχή είχε αρχίσει να κόβει αλλά ο ήλιος δεν έλεγε να βγει. Η ημέρα περιελάμβανε μόνο οινοποιεία του Dobrovo Brda ξεκινώντας από τον αμπελουργικό συνεταιρισμό, συνεχίζοντας με ένα μικρό οικογενειακό οινοποιείο και τελειώνοντας με τον μεγάλο σταρ της Σλοβενίας.

Κάποια στιγμή, συζητώντας με τον Marinko, αναρωτήθηκα πως γίνεται σε μία πρώην κομμουνιστική χώρα να υπάρχουν οινοποιεία με παράδοση πολλών γενεών και όχι αποκλειστικά συνεταιρισμοί και οινοποιεία με ηλικία το πολύ όσο και τα χρόνια από την πτώση του κομμουνισμού. Η απάντηση που μου δόθηκε ήταν η εξής:
Πριν τον κομμουνισμό όλα τα αμπέλια της περιοχής άνηκαν σε μεγαλοκτηματίες οι οποίοι παραχωρούσαν μικρές εκτάσεις στους εργάτες που τα δούλευαν και μοιράζονταν το 50% του εισοδήματος που μπορούσε να τους αποφέρει το κάθε κομμάτι. Κατά την διάρκεια του κομμουνισμού όλα αυτά πέρασαν σε αυτούς που τα δούλευαν και δημιουργήθηκαν πολλές μικρές ιδιοκτησίες που ως επί το πλείστον πουλούσαν στους κρατικούς συνεταιρισμούς.
Κατά τον ίδιο τρόπο δημιουργήθηκαν ή παρέμειναν ενεργά και κάποια οικογενειακά οινοποιεία. Το μέγεθός τους βέβαια ήταν πολύ περιορισμένο και η παρασκευή κρασιού αποτελούσε την κύρια ασχολία σε ελάχιστες περιπτώσεις.
Μην ξεχνάμε επίσης πως αν ο κομμουνισμός εφαρμόζονταν χαλαρά στην Γιουγκοσλαβία, στην Σλοβενία εφαρμόζονταν ακόμη χαλαρότερα.

Το παλαιό κτίριο του Συνεταιρισμού
Ο συνεταιρισμός του Dobrovo Brda ιδρύθηκε το 1957 και σήμερα είναι ο μεγαλύτερος της χώρας κατέχοντας τα δώδεκα από τα δεκαοχτώ χιλιάδες στρέμματα της περιοχής.
Η παραγωγή του συνεταιρισμού χωρίζεται σε τρεις γκάμες ποιότητας και οι εξαγωγές φτάνουν το 30% που είναι μάλλον ένα μικρό ποσοστό για μία χώρα με περιορισμένη εγχώρια κατανάλωση.

Κάνοντας μία γύρα στις εγκαταστάσεις, καταλαβαίνει κανείς αμέσως πως η δουλειά που γίνεται εκεί πέρα είναι πολύ σοβαρή και ξεπερνάει τις προσδοκίες που έχει κάποιος από ένα συνεταιρισμό.
Οι τεράστιες εξωτερικές δεξαμενές έχουν σταματήσει να χρησιμοποιούνται εδώ και χρόνια και όλες οι διαδικασίες γίνονται σε δεξαμενές μικρότερου μεγέθους για καλύτερο έλεγχο.
Οι οινοποιητικές δεξαμενές του συνεταιρισμού
Εντύπωση μου έκανε η πολιτική τους στην ωρίμανση. Τα κόκκινα αλλά και τα λευκά ωριμάζουν έως και πέντε χρόνια ανάλογα με την χρονιά και τις δοκιμές που γίνονται από τους οινολόγους. Φαινόμενο σπάνιο αφού ακόμη και μικρά οινοποιεία ακολουθούν σταθερές τακτικές και σπάνια βασίζουν τις ενέργειες τους στις γευστικές δοκιμές. Είναι κάτι που ακούγεται παράξενο αλλά είναι μία πραγματικότητα.
Πολύ αυστηρός επίσης και ο έλεγχος στις στρεμματικές αποδόσεις αλλά και στον τρόπο φύτευσης των αμπελώνων.

Το οινοφυλάκιο με τις παλιές εσοδείες
Μαζί με τον οινολόγο του κτήματος δοκιμάσαμε γύρω στα δεκαπέντε κρασιά. Ξεκινήσαμε από το αφρώδες τους και περνώντας από όλα τα είδη λευκών που παράγουν τελειώσαμε με τα κόκκινα.
Από αυτά, ξεχώρισα την Ribolla "Baqueri" του 2008 για την αρωματική και γευστική της διάρκεια, το "Belo" του 2006 γιατί με έφερε σε επαφή με την ποικιλία Pikolita που δυστυχώς όμως ήταν χαρμανιασμένη με Chardonnay και το "Quercus" Syrah γιατί ήταν τελείως διαφορετικό από αυτό που περίμενα και τελείως διαφορετικό από ότι είχα συναντήσει μέχρι τώρα στην περιοχή.

Λαμβάνοντας υπόψιν τις πολύ ανταγωνιστικές τιμές που ήταν τρία έως δέκα ευρώ για την πλειοψηφία των κρασιών, την όμορφη εμφάνιση των περισσότερων ετικετών και τις αντιξοότητες που παρουσιάζονται στην διαχείριση μίας τόσο μεγάλης παραγωγής, η δουλειά που γίνεται είναι εξαιρετική και το αποτέλεσμα για τον συνεταιρισμό του Dobrovo Brda είναι το καλύτερο δυνατό.

Αφήνοντας τον συνεταιρισμό ανηφορίσαμε για τo χωριό Medana όπου είχα ραντεβού με το μεγάλο αστέρι του Σλοβενικού κρασιού, τον Alec Kristancic. Πριν από αυτόν όμως έκανα μία στάση στον πολύ ζεστό και φιλόξενο χώρο του οινοποιείου Klinec για να δοκιμάσω και εκεί μερικά κρασιά.
Οι οικογένεια Klinec βρίσκεται στον χώρο εδώ και τέσσερις γενεές και πέρα από την παραγωγή κρασιού, έχει την δυνατότητα να προσφέρει διαμονή σε υπέροχα δωμάτια με θέα την πεδιάδα κάτω από τον λόφο και εστίαση με ντόπια προϊόντα ενώ το εκθετήριο-δοκιμαστήριο τους χρησιμοποιείται και ως wine bar.

Τα πάντα περιστρέφονται γύρω από την Βιοδυναμική φιλοσοφία κατά την οποία δουλεύονται και οι αμπελώνες τα τελευταία οκτώ χρόνια. Μαζί με άλλους τρεις οινοπαραγωγούς  παρόμοιας φιλοσοφίας έχουν ιδρύσει μία ένωση με το όνομα "Sympiose" και προωθούν ομαδικά τα "φυσικά" κρασιά τους σε εκθέσεις -προς το παρόν- στην Ιταλία.

Πρώτο απ'όλα δοκίμασα το Τοκάι τους που όπως και ο Radikon το αποκαλούν Jakot. Δροσερό, καθαρό αρωματικά και με μεγάλη διάρκεια με έκανε να ξεχάσω όλα όσα είχα δοκιμάσει στο συνεταιρισμό. Εκεί μάλιστα αποκαλούν το Tokaj τους Sauvignonasse και υποστηρίζουν πως είναι συγγενικές ποικιλίες. Δεν έχουν και άδικο αφού καθώς το δοκίμαζα μου έφερνε λίγο αυτήν την ελαφρά λιγούρα που μου φέρνουν τα περισσότερα Sauvignon. Το Jakot αντίθετα, δικαιούται να έχει διαφορετικό όνομα αφού οι παραγωγοί που χρησιμοποιούν την ονομασία αυτήν παράγουν κάτι που έχει πολύ δικό του χαρακτήρα και δεν θυμίζει καμία άλλη ποικιλία. Πολύ ενδιαφέρον θέμα για συζήτηση...

Εξίσου καλό και πολύ ορυκτώδες το Pinot Grigio του 2007.

Σχετικά με την οινοποίηση τώρα, μετά την ζύμωση σε βαρέλι μουριάς ή ακακίας, τα λευκά του Klinec μένουν με τις οινολάσπες για περίπου δύο χρόνια. Αυτό προστατεύει το κρασί από την οξείδωση και έτσι η προσθήκη θειώδους ανυδρίτη γίνεται μόνο λίγο πριν την εμφιάλωση. Τότε το κρασί χαρμανιάζεται σε μία ανοξείδωτη δεξαμενή και μένει εκεί για όσο διάστημα χρειαστεί μέχρι να "ηρεμήσει" και να καθαρίσει με την βοήθεια της βαρύτητας από διάφορα αιωρούμενα σωματίδια. Έτσι αποφεύγεται και το φιλτράρισμα ή κάποια ενδεχόμενη διαδικασία κολλαρίσματος.

Τα κόκκινα τους προέρχονταν από τα κλασσικά Μπορντολέζικα χαρμάνια αλλά τα βαρέλια από ξύλο κερασιάς που χρησιμοποιούν τους δίνουν μία άλλη νότα και τα κάνουν να ξεφεύγουν από τα συνηθισμένα. Δοκίμασα αυτό του 2006 και έμεινα κατενθουσιασμένος από την ζωντάνια και την δυναμικότητα που έδειχνε.

Η όλη ατμόσφαιρα στον Klinec, τα υπέροχα κρασιά, το ζεστό περιβάλλον και η χαλαρή συζήτηση ήταν ικανά να με κρατήσουν εκεί για ώρες αλλά δυστυχώς με περίμεναν για το επόμενο ραντεβού και έπρεπε να φύγω. Αδιαμφισβήτητα πάντως, ο Klinec ήταν ένα από τα highlights του ταξιδιού μου στην Σλοβενία για την απλότητά του και τις ολοκληρωμένες οινικές και οινοτουριστικές προτάσεις που προσφέρει.

Γυρνούσα πλέον την περιοχή με ποδήλατο και λόγω κατηφόρας χρειάστηκε μόνο μία πηδαλιά για να βρεθώ στο παγκοσμίου φήμης οινοποιείο Movia του χαρισματικού Alec Kristancic...

Πέμπτη 5 Μαΐου 2011

Μάρτιος 1988 : Ένας αμπελουργός μιλάει με την πείρα του

Οι περιπέτειες στην Σλοβενία και το Φριούλι καλά κρατούν και θα κρατούν για πολύ καιρό ακόμη μέχρι να εξαντληθεί η ύλη που κατακλύζει το μπλοκάκι μου.

Οι μέρες αυτές όμως παρουσιάζουν μεγάλη κινητικότητα για το Ξινόμαυρο της Νάουσας που ενώ πλησιάζουμε τους θερμούς καλοκαιρινούς μήνες και η κατανάλωσή του μειώνεται, τα άρθρα και οι αναφορές σε αυτό πολλαπλασιάζονται.

Πίστεψα λοιπόν πως είναι η κατάλληλη στιγμή να επαναδημοσιεύσω ένα κείμενο τοπικής εφημερίδας του 1988 όπου ο παππούς μου, Κώστας Δαλαμάρας, μιλάει για το αν θα πρέπει το αμπέλι να ποτίζεται ή όχι. Ταυτόχρονα στην ίδια συνέντευξη παρουσιάζονται πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία για το κρασί της Νάουσας.

Να υπενθυμίσω πως το 1987 η Νάουσα ανακηρύχθηκε από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Οίνου "Πόλη του οίνου και της αμπέλου" και τον καιρό εκείνο πραγματοποιήθηκαν πολλές εκδηλώσεις με επίκεντρο το Ξινόμαυρο.


Ένας αμπελουργός μιλάει με την πείρα του.

Κωνσταντίνος Ιωάννου Δαλαμάρας:


Η χρονιά που πέρασε ήταν για την Νάουσα χρονιά του κρασιού και της αμπέλου και έγιναν πολλές συζητήσεις γύρω από το αμπέλι και το κρασί. Παρακολούθησα με προσοχή όλες τις διαλέξεις και όσα γράφτηκαν γύρω από το θέμα αυτό. Αναμφισβήτητα όλα ήταν πολύ ενδιαφέροντα και θα ωφελήσουν την αμπελουργία μας και το κρασί μας.

Θα ήθελα όμως και εγώ μετά από πολλά χρόνια πρακτικής πάνω στην αμπελουργία, να αναφέρω μερικά πράγματα αρχίζοντας από την χρονολογία 1925-26. Τότε εντεκάχρονο παιδί ακόμη με έπαιρνε ο πατέρας μου και πηγαίναμε στο αμπέλι για βλαστολόγι και κορφολόγι. Τα τότε αμπέλια ήταν φυτεμένα σε υποκείμενο ντόπιο ποικιλίας Ξινόμαυρο και το λέγαμε Μαύρο Ναούσης. Το πρέμνο, δηλαδή το κούτσουρο, ήταν με τρεις βραχίονες και σπανιότερα με τέσσερις. Στον κάθε ένα αφήναμε δύο νέα βλαστάρια τα οποία έδιναν από δύο τσαμπιά σταφύλια το καθένα. Συνολικά δηλαδή δώδεκα τσαμπιά ανά κούτσουρο.

Το αμπέλι δηλαδή, φυτεύονταν σε ντόπιο υποκείμενο ήμερο και είχε μεγάλη αντοχή στην ξηρασία σε αντίθεση με τα σημερινά Αμερικάνικα, Γαλλικά κ.α. υποκείμενα. Και εδώ πρέπει να μιλήσουμε για το αν το Ναουσαίικο αμπέλι χρειάζεται πότισμα ή όχι.
Θα αναφερθώ σε μία παρατήρηση που έχω κάνει επί 28 χρόνια.


Έχω ένα αμπέλι πέντε στρεμμάτων (σ.σ. εννοεί το παλαιό κομμάτι του Παλιοκαλιά) ελαφρά επικλινές και δεν το ποτίζω καθόλου. Τις ξηρές όμως χρονιές όταν η ξηρασία είναι έντονη, το ένα από τα πέντε στρέμματα ζητά νερό και δεν κάνει ποιοτικό σταφύλι. Αυτό συμβαίνει γιατί τα συστατικά του εδάφους του είναι διαφορετικά από των άλλων τεσσάρων στρεμμάτων.
Βλέπουμε λοιπόν ότι μεγάλο ρόλο παίζουν η σύσταση και η κλίση του εδάφους. Ορισμένα χώματα θέλουν και ορισμένα, όπως τα βαριά χώματα, δεν θέλουν.

Άρα δεν γίνεται να πούμε με μία λέξη ότι τα Ναουσαίικα αμπέλια θέλουν ή δεν θέλουν νερό. Και όταν λέω θέλουν νερό δεν εννοώ να ποτίζεται το αμπέλι σε μόνιμη βάση αλλά να ποτιστεί σε μία μεγάλη ανάγκη δηλαδή όταν η χρονιά είναι ξερή.
Σ'αυτήν την περίπτωση το αμπέλι ζητά ένα πότισμα πριν από "το γυάλισμα της αγουρίδας" δηλαδή γύρω στο δεύτερο δεκαήμερο του Ιουλίου και σπάνια δεύτερο αν θέλουμε να κάνουμε ποιοτικό καλό σταφύλι.
Επίσης δεν πρέπει να παραφορτώνουμε τα νεαρά αμπέλια αλλά να φροντίζουμε να υπάρχει πλούσιο φύλλωμα στις κορυφές του αμπελιού κατά την διάρκεια της ωρίμανσης. Συντελούν τα φύλλα στην θρέψη και την ωρίμανση.

Στη Νάουσα θεωρούνταν ότι το αμπέλι έπρεπε να είναι επικλινές και να βλέπει προς την ανατολή έτσι ώστε η πρωινή δροσιά να φεύγει με τις πρώτες ακτίνες του ηλίου. Και αυτό γιατί όταν την δροσιά την προλαβαίνει ο δυνατός ήλιος, το αμπέλι προσβάλλεται από μπάστρα (σ.σ. ωίδιο) και από άλλες ασθένειες.

Επανέρχομαι τώρα στο παλιό υποκείμενο, το ντόπιο, το ήμερο, το οποίο είπαμε ήταν ανθεκτικό στην ξηρασία. Όταν το κούτσουρο πάλιωνε πολύ, δεν το αντικαθιστούσαν με νέο, αλλά το έκοβαν από την ρίζα και αυτό ξαναφύτρωνε δημιουργώντας πάλι ένα νέο κούτσουρο. Αυτό λεγόταν "γεροντοφυτιά".

Στη δεκαετία όμως του 1930 όλα σχεδόν τα αμπέλια καταστράφηκαν από την φυλλοξήρα. Τότε έγινε η αντικατάσταση του ήμερου αντικειμένου από το άγριο αμερικάνικο ή γαλλικό που δεν προσβάλλονταν από την φυλλοξήρα. Τα αμπέλια όμως δεν κράτησαν για πολύ, γιατί στην δεκαετία του 1940 άρχισε να αναπτύσσεται η δενδροκαλλιέργεια της ροδακινιάς, της μηλιάς, και της αχλαδιάς. Λίγα αμπέλια έμειναν τότε και μέσα σε αυτά και τα δικά μας.

Από τότε άρχισαν να έρχονται στην Νάουσα σταφύλια από άλλες περιοχές και περισσότερο από τον Άγιο Παντελεήμωνα, γνωστό σαν Πάτελι. Τα σταφύλια από το Πάτελι ήταν της ίδιας ποικιλίας αλλά όπως και να το κάνουμε όχι και της ίδιας ποιότητας. Γιατί τελικά η ιδιομορφία του εδάφους και του κλίματος της Νάουσας είναι που δίνει αυτό το ξεχωριστό, αυτό το κάτι άλλο στο κρασί προέλευσης Νάουσα.

Τελειώνοντας, θα ήθελα να πω στους σημερινούς και μελλοντικούς αμπελουργούς ότι δουλεύοντας με συνείδηση, με μεράκι και στηριζόμενοι στις υποδείξεις των ειδικών, να προσπαθήσουμε, κάνοντας πάντα κρασί ποιότητας να ανεβάσουμε την Νάουσα σαν πόλη του κρασιού και της αμπέλου, εκεί που της αξίζει!


Φωνή της Ναούσης Σάββατο 5 Μαρτίου 1988


Κώστας (πάνω δεξιά) και Ελένη Δαλαμάρα 1949

Ο Κωνσταντίνος Δαλαμάρας, 73 χρονών το έτος της συνέντευξης, είναι σήμερα 96 χρονών και συνεχίζει να απολαμβάνει τις βόλτες στα αμπέλια και ένα ποτήρι κόκκινο κρασί κάθε μεσημέρι.

Η οικογένεια Δαλαμάρα διατηρεί ακόμη και σήμερα αυτοφυή κλίματα από το παλιό μάυρο Ναούσης τα οποία συντηρεί και ανανεώνει με την μέθοδο της "γεροντοφυτιάς". Από το αμπέλι αυτό παράγεται και η ετικέτα "Vignes Franches" που κυκλοφορεί σε πολύ περιορισμένο αριθμό φιαλών στην αγορά της Γαλλίας και της Ιαπωνίας.

Παρασκευή 29 Απριλίου 2011

Το Borgo del Tiglio και το Wine Estate Burja

Κατευθύνθηκα στο επόμενο οινοποιείο του Collio παρέα με τον Βαγγέλη Παράσχο ο οποίος ταυτόχρονα μου έδειχνε πως διαμορφώνεται η αμπελουργική ζώνη και μου εξηγούσε τι είναι το κάθε αμπέλι που βλέπαμε.

Λίγη ώρα μετά φτάσαμε στο πολύ γραφικό Brazzano όπου βρίσκεται το Borgo Del Tiglio.
Δημιούργημα του Nicola Manferrari το 1981, το Borgo del Tiglio είναι κτισμένο στους χώρους όπου βρίσκονταν το φαρμακείο, οι αποθήκες και η αγροικία της οικογένειας του που ήταν φαρμακοποιοί επί γενεές.

Το 1992 όλοι οι χώροι ανακατασκευάστηκαν ώστε να είναι απόλυτα λειτουργικοί.
Τα παλαιά κτίρια του BdTiglio
Οι δεξαμενές κατασκευάστηκαν ειδικά για τους χώρους και τις ανάγκες του οινοποιείου το οποίο διαιρείται σε τέσσερα επίπεδα. Έτσι, όλα γίνονται χωρίς χρήση αντλίας, παρά μόνο με την βαρύτητα. Κάθε αμπελοτεμάχιο οινοποιείται χωριστά και τα χαρμάνια γίνονται μετά από πολλαπλές γευστικές δοκιμές.
Όλοι οι χώροι είναι πανέμορφοι ενώ παράλληλα είναι λειτουργικοί και βοηθάνε στους οινολόγους να δίνουν έμφαση στην λεπτομέρεια. Αυτή είναι άλλωστε και η φιλοσοφία του οινοποιείου. Έμφαση σε κάθε λεπτομέρεια με σκοπό την τελειότητα.

Περνώντας στις δοκιμές όμως τα κρασιά δε με έπεισαν. Οινολογικά άγγιζαν όντως την τελειότητα αλλά δεν είχαν κάτι που να τα κάνει να ξεχωρίζουν. Αντιθέτως, ήταν βαριά, κουραστικά και έδιναν μία αίσθηση τελείως φτιαχτή. Ίσως να φταίει και το νεαρό της ηλικίας τους γιατί όπως υποστηρίζουν οι ίδιοι, τα κρασιά τους έχουν φτιαχτεί για να παλαιώνουν. Εμείς δοκιμάσαμε αυτά του 2009 τα οποία όπως φαίνεται δεν ήταν έτοιμα ακόμη.

Επιπλέον δοκιμάσαμε και την ξεχωριστή παραγωγή του οινολόγου του κτήματος που κυκλοφορεί με την επωνυμία Vina Aleksander. Και αυτός όμως δεν κατάφερε να ξεφύγει από το στυλ κρασιών του εργοδότη του.
Το κελλάρι του BdTiglio
Φεύγοντας ρώτησα και την γνώμη του Marinko γιατί από όσο τον ήξερα μέχρι τώρα έχει καλή κρίση. Συμφώνησε και αυτός μαζί μου πως όλα όσα δοκιμάσαμε στερούνταν ταυτότητας και υπέθεσε πως η μεγάλη εμμονή με τις λεπτομέρειες δεν αφήνει το κρασί να εκφραστεί όπως αυτό θα ήθελε. Κάτι τέτοιο σκεφτόμουν και εγώ αφού μου έχει τύχει πολλές φορές να επισκεφτώ οινοποιεία που θεωρητικά παράγουν κρασιά αψεγάδιαστα αλλά πρακτικά χάνονται κάπου στην μετάφραση.

Παρόλα αυτά δεν μπορώ να πω πως η επίσκεψή μου εκεί δεν άξιζε τον κόπο. Η εξαιρετική φιλοξενία, το μοντέρνο στήσιμο του οινοποιείου που δεν αλλοιώνει τα παλιά όμορφα οικήματα και η συζήτηση με τον οινολόγο του κτήματος ήταν σίγουρα κέρδος για εμένα.

Το απόγευμα, επιστρέψαμε στην Σλοβενία και κατηφορίσαμε προς την Vipava Valley για να επισκεφτούμε τον Primoz Lavrencic.
Σε ένα βροχερό σκοτεινό τοπίο, στρίψαμε κάπου σε έναν οικισμό, σε ένα στενάκι και βγήκαμε στο σπίτι του Primoz. Με περίμενε στην κουζίνα του σπιτιού του έχοντας ανοιχτή από το μεσημέρι μία Vitovska 2004 του Zidarich. Τα πρώτα σημάδια θετικά λοιπόν αφού οι καλύτεροι οινοπαραγωγοί για εμένα είναι αυτοί που έχουν το κρασί στην καθημερινότητά τους, πόσο μάλλον όταν ξέρουν να διαλέγουν κρασάρες όπως η συγκεκριμένη! Και το λέω αυτό με πίκρα γιατί κακά τα ψέματα οι μισοί οινοπαραγωγοί στην χώρα μας πίνουν ουίσκι και τα δύο τρίτα δεν έχουν καν τις στοιχειώδεις γνώσεις γευσιγνωσίας.
Σερβιρίστικα λίγη Vitovska και την έφερα στην μύτη μου. Έκλεισα για λίγο τα μάτια μου και όταν τα άνοιξα δυσκολευόμουν να συνειδητοποιήσω πως δεν βρισκόμουν στην Βουργουνδία πίνοντας ένα μεγάλο Cru του Puligny. Θα μπορούσα να συνεχίσω το ποστ γράφοντας και πάλι μόνο για τον Zidarich και την Vitovska αλλά και ο Primoz αξίζει σίγουρα κάτι παραπάνω από μία απλή αναφορά.
Εξάλλου το Burja του 2007 από Malvazia, Rebulla (Ribolla) και Laski Riesling ήταν εξίσου μεταλλικό και έβγαζε μία μοναδική αίσθηση φρεσκάδας. Μόνο ατόπημα μία ελαφρά αίσθηση γλυκάδας στο τελείωμα που το έκανε κάπως βαρύ.
Η Malvazia του ήταν κάπως πιο απλή και λιγότερο ιδιαίτερη.
Το Pinot Noir από βαρέλι όμως έφερνε και πάλι αναμνήσεις από Βουργουνδία. Με λεπτά κόκκινα φρουτάκια και νότες από φυλλόχωμα (sous-bois) θύμιζε έντονα Cote de Beaune.

Στην συνέχεια μεταφερθήκαμε στον χώρο οινοποιήσης που είναι κοινόχρηστος και δοκιμάσαμε και παραγωγές άλλων οινοποιών που χρησιμοποιούν τον ίδιο χώρο αλλά καμία δεν ξεπερνούσε την μετριότητα.

Η συνάντηση με τον Primoz τελείωσε σε ένα μπαρ της πόλης όπου συζητήσαμε πιο διεξοδικά την φιλοσοφία μας και τα πιστεύω μας για το κρασί και είδαμε πως διασταυρώνονται σε πάρα πολλά σημεία.
Η δική του φιλοσοφία συνοψίζεται σε πέντε βασικές αρχές:
  • Σεβασμός στις τοπικές ποικιλίες.
  • Μεγάλη σημασία στην μικρο-Φλόρα που περιβάλει το σταφύλι. Εξού και η επιλογή της Βιοδυναμικής καλλιέργειας.
  • Όσο το δυνατόν καλύτερη έκφραση της δυναμικότητας των αμπελοτεμαχίων του μέσω των κρασιών του.
  • Συνεχές ψάξιμο, ενημέρωση και έρευνα.
  • Το κρασί είναι το πάθος του και επομένως η δουλειά είναι απόλαυση.
Αυτή ήταν και μία από τις πιο ενδιαφέρουσες συζητήσεις που έκανα με οινοπαραγωγό. Υπήρξαν φυσικά και σημεία στα οποία διαφωνούσαμε αλλά αυτό δεν δείχνει παρά μόνο πως υπήρχε ειλικρίνεια. 

Η συνολική εικόνα που αποκόμισα από τον Primoz Lavrencic και το Wine Estate Burja, όπως ονομάζεται, ήταν πολύ θετική. Ίσως όχι τόσο για τα κρασιά του που ήταν πολύ καλής ποιότητας όσο για το ότι σε ένα τόσο μακρινό μέρος βρήκα ένα συνάδελφό μου που μοιράζεται τις ίδιες ανησυχίες με μένα πάνω στον κλάδο και περάσαμε αρκετό χρόνο μαζί συζητώντας για το αγαπημένο μας θέμα.

Έτσι κάπως τελείωνε μία ακόμη πολύ γεμάτη μέρα και επιστρέφαμε στην έδρα μας, στην Nova Gorica, για ξεκούραση και απολογισμό των εμπειριών που συλλέξαμε...

Παρασκευή 22 Απριλίου 2011

π-day με την οικογένεια Παράσχου

Ήταν τετάρτη πρωί και η μέρα ξεκίνησε με ένα πέρασμα από την μητέρα του οικοδεσπότη μου που μας περίμενε για φαγητό. Η ώρα δεν είχε ακόμη πάει δέκα αλλά εμείς ήμασταν εκεί για γεύμα. Ένα γεύμα που θα καθιερώνονταν για όλα τα πρωινά που θα έμενα στην περιοχή της Nova Gorica. Σούπα με λαχανικά και δεύτερο πιάτο πολέντα με κρέας βραστό και σαλάτα με χόρτα που μάζευε η ίδια για να πάρουμε δυνάμεις και να αντέξουμε την υπόλοιπη μέρα.

Πρώτος σταθμός της ημέρας, ο Έλληνας Βαγγέλης Παράσχος  που από την Αλεξάνδρεια της Ημαθίας βρέθηκε στο Φρίουλι να παράγει κρασί στα σύνορα με την Σλοβενία. Ο Παράσχος σπούδασε στην Τεργέστη και τελικά έμεινε στην περιοχή για να ασχοληθεί με την εστίαση. Λίγα χρόνια μετά εγκατέστησε το δικό του οινοποιείο και ακολουθώντας το παράδειγμα του Gravner και του Radikon άρχισε σιγά σιγά να παράγει τα λεγόμενα φυσικά κρασιά.
Στο οινοποιείο του με περίμενε ο μικρότερος γιος της οικογένειας με τον οποίο κατεβήκαμε απευθείας στο καινούριο υπόγειο για δοκιμές. Μετά από χρόνια που οι οινοποιήσεις γίνονταν στον υπόγειο χώρο κάτω από την οικία της οικογένειας, η οινοποιία διαθέτει πλέον ένα ολοκαίνουριο κτίριο παραγωγής και αποθήκευσης του κρασιού.
Όπως ανέφερα, τακτική του οινοποιείου είναι να παράγει τα λεγόμενα φυσικά κρασιά που σημαίνει πως έχει επιλεχθεί μέθοδος καλλιέργειας που σέβεται τη φύση, δεν γίνεται καμία προσθήκη οινολογικών προϊόντων και καμία προσθήκη θειώδους ανυδρίτη. Το τελευταίο επιτυγχάνεται χάρη στις υψηλές φυσικές οξύτητες που προστατεύουν το κρασί και την αποφυγή μεταγγίσεων και άλλων πρακτικών που μπορούν να φέρουν το κρασί σε επαφή με μεγάλες ποσότητες οξυγόνου. Οι εκχυλίσεις στα λευκά κρατάνε όλο το χειμώνα και τα στέμφυλα μπαίνουν στην πρέσα τον Απρίλιο. Η συνολική διάρκεια ωρίμανσης είναι δύο χρόνια για τα λευκά και τέσσερα για τα κόκκινα.
Τα κρασιά του οινοποιείου έχουν όλα το σύμβολο "Π" που είναι και το σήμα κατατεθέν του. Μερικές ετικέτες έχουν πολύ έξυπνο όνομα όπως το "Π not" που δεν είναι άλλο από το Pinot!

Ξεκινήσαμε τις δοκιμές με την Ribolla του '09 που θύμιζε αρκετά αυτήν του Radikon αλλά ήταν πιο έτοιμη και λιγότερο τανική.
Το Pinot Grigio της ίδιας χρονιάς ήταν αρκετά κλασσικό αρκετά ευκολόπιοτο και χωρίς να προσφέρει κάτι το ιδιάιτερο. Μου εξήγησαν πως το συγκεκριμένο προορίζεται για την Ελληνική αγορά και μένει ελάχιστα με τις φλούδες για να έχει πιο ελαφρύ και προσιτό χαρακτήρα. Η κλασσική ελληνική παράνοια. Ένας οινοπαραγωγός να παράγει κρασάρες και να αναγκάζεται να κάνει και αυτός ένα κρασάκι της σειράς για να μπορέσει να πουλάει στην χώρα μας. Μια χώρα που ως γνωστών η οινική παιδεία κάνει προόδους αλλά είναι ακόμη πολύ πίσω για να εκτιμήσει κάτι που πραγματικά αξίζει. 
Το Pinot Grigio του 2008 όμως ήταν κάτι τελείως διαφορετικό. Μία δύσκολη χρονιά που έδωσε μόνο 8 εκατόλιτρα ανά στρέμμα (130-150 κιλά/στρέμμα) και είχε ως αποτέλεσμα ένα κρασί με εντυπωσιακή συγκέντρωση αρωμάτων, γεύση που σκόρπιζε παντού στο στόμα και σε συνδυασμό με την μεγάλη του διάρκεια ήταν φοβερό!

Τι να πει κανείς βέβαια και για το Tokai με τα εκπληκτικά βοτανικά του αρώματα, το πλούσιο στόμα και την πολύ μακρά επίγευση που ακόμη και αν ξέφευγε κάπως σε στυλ από τα υπόλοιπα κρασιά του κτήματος ήταν ένα από τα καλύτερα της δοκιμής!

Κλείσαμε τα λευκά με την Μαλβαζία που ζυμώνει με τα στέμφυλα για έξι μήνες σε πήλινους αμφορείς και μόλις ολοκληρωθεί η ζύμωση ωριμάζει σε ξύλινες δεξαμενές. Σε σχέση με τον Gravner που έχει δίτοννους αμφορείς, εδώ έχουμε το μισό μέγεθος και τους αμφορείς όρθιους στο υπόγειο και όχι θαμμένους στο χώμα. Αυτό αλλάζει τα δεδομένα αφού η επαφή με τον αέρα είναι τελείως διαφορετική και έτσι τα κρασιά του Παράσχου είναι πιο προσιτά σε νεαρότερη ηλικία από αυτά του Gravner.

Κάπου εκεί ήρθε και ο πατήρ Παράσχος και περάσαμε στις δοκιμές των κόκκινων.
Ήπιαμε το Pinot Noir του '09 που ήταν αρκετά απαλό, τόσο στο χρώμα όσο και αρωματικά αλλά με την ώρα άρχιζε να ανοίγει και να γίνεται πολύ ενδιαφέρον.

Το Merlot από κλήματα 60-70 χρονών ήταν το πιο γήινο Merlot που έχω πιει! Μέχρι τότε δεν φανταζόμουν καν πως ένα Merlot μπορεί να έχει γήινο χαρακτήρα. Έβγαζε μέχρι και αρώματα τρούφας πλαισιωμένα με ζωικές νύξεις που του έδιναν βάθος και το έκαναν πολύπλοκο.
Ακόμη καλύτερο και το ίδιο κρασί στις δύο προηγούμενες χρονιές αφού όσο κατεβαίναμε πίσω στο χρόνο τόσο πιο αρμονικά δεμένο ήταν. Η μεγάλη διαφορά με τα Μερλό που έχουμε συνηθίσει έγκειται στο γεγονός ότι η ποικιλία έχει έρθει στην περιοχή επί Ναπολέοντα και έχει προσαρμοστεί στις συνθήκες που επικρατούν στην περιοχή διαμορφώνοντας τελείως διαφορετικό χαρακτήρα.
Ποτέ δεν περίμενα πως θα έκλεινα δοκιμή με Μερλό και θα ήμουν τόσο ευχαριστημένος.

Μόλις τελειώσαμε την γνωριμία με τα κρασιά του κτήματος η οικογένεια Παράσχου με κάλεσε για φαγητό. Κατά την διάρκεια του γεύματος μιλήσαμε για την κατάσταση που επικρατεί στον ελληνικό οινικό κόσμο ενώ μου έδωσαν και πάρα πολλές πληροφορίες σχετικά με την περιοχή στην οποία βρισκόμασταν.

Όση ώρα όμως εμείς δοκιμάζαμε κρασιά και τρώγαμε, έξω είχε πιάσει να βρέχει για τα καλά και αυτό ακύρωνε τα σχέδιά μου να γυρίσω την περιοχή με ποδήλατο. Για τον λόγο αυτό ο Βαγγέλης Παράσχος με οδήγησε με το αυτοκίνητο μέχρι το χωριό Brazzano όπου είχα το ραντεβού μου με το επόμενο οινοποιείο...




σημ.: π-day επίσης ονομάζει ο Βαγγέλης Παράσχος μία σειρά από εκδηλώσεις που οργανώνει η οινοποιία σε επιλεγμένα εστιατόρια και κάβες

Δευτέρα 18 Απριλίου 2011

Ο Josko Gravner και οι δοκιμές μετά μουσικής στου Franko Terpin

Όταν ξεκινήσαμε για το επόμενο οινοποιείο είχε νυχτώσει για τα καλά. Στην Βουργουνδία δεν θα μας είχαν καν δεχτεί την ώρα που φτάσαμε στον Radikon. Στην Σλοβενία -στους Σλοβένους της Ιταλίας δηλαδή- είχαμε δύο ακόμη οινοποιεία να μας περιμένουν!

Προορισμός μας ήταν ο Josko Gravner. Ένας οινοποιός που μπορεί να χαρακτηριστεί πρωτοπόρος για την περιοχή αφού ήταν ο πρώτος που οινοποιήσε χωρίς θειώδη, ο πρώτος που οινοποίησε σε αμφορείς, ο πρώτος που έκανε μακρές εκχυλίσεις στα λευκά και πολλά ακόμη τα οποία ακολούθησαν στην συνέχεια και άλλοι σπουδαίοι οινοποιοί του Collio.
Ήμουν πολύ τυχερός που κατάφερα να κλείσω ραντεβού στο οινοποιείο του γιατί σύμφωνα με όσα μου λέγανε οι άλλοι οινοποιοί, είναι άνθρωπος κλειστός και δύσκολος που σπάνια δέχεται επισκέπτες.
Εμείς μάλλον τον πετύχαμε σε καλή μέρα γιατί ήταν ευδιάθετος και ομιλητικός παρόλο που ενώ γνώριζε αρνούνταν να μιλήσει οτιδήποτε άλλο από Σλοβένικα .


Οι αμφορείς του Gravner
Ξεκινήσαμε βλέποντας το εντυπωσιακό υπόγειο με τους θαμμένους στο χώμα δίτοννους αμφορείς. Εκεί μεταφέρονται τα σταφύλια μετά τον τρύγο και τοποθετούνται άσπαστα μέσα στα δοχεία. Η ζύμωση ξεκινάει χωρίς να γίνει καμία επέμβαση και ολοκληρώνεται την άνοιξη όταν ο καιρός αρχίσει να ζεσταίνει. Τότε γίνεται και ο διαχωρισμός με τα στέμφυλα και το κρασί μεταφέρεται σε μεγάλα δοχεία έξι τόννων για να μείνει εκεί άλλα πέντε χρόνια μέχρι να εμφιαλώθεί και να βγει στην αγορά. Από του χρόνου μάλιστα θα παραμένουν εκεί για έναν ακόμη χρόνο για να συμπληρώνουν συνολικά επτά χρόνια από την παραγωγή έως την πώληση.
Ο Josko Gravner υποστηρίζει πως το επτά είναι ένας πολύ σημαντικός αριθμός στην βιοδυναμική φιλοσοφία και τα στάδια ζωής ενός οργανισμού μεταβάλλονται σημαντικά κάθε επτά χρόνια ...ή τουλάχιστον έτσι κατάλαβα από την μετάφραση που μου έκανε ο Μαρίνκο με τα σπαστά αγγλικά του.

Όλα τα κτίρια είναι φτιαγμένα από υλικά που συμβαδίζουν με την βιοδυναμική φιλοσοφία και αρχιτεκτονική. Παρόλα αυτά και παρα την εφαρμογή βιοδυναμικων πρακτικών σε όλη την διαδικασία παραγωγής, πουθενά δε γίνεται λόγος για αυτήν αφού για τον παραγωγό αποτελεί τρόπο ζωής και όχι αντικείμενο μάρκετιγκ.
 
Το κελλάρι του Gravner
Από τους αμφορείς δοκιμάσαμε μόνο ένα Chardonnay το οποίο ήταν πάρα πολύ δυνατό γευστικά και πίκριζε σε μεγάλο βαθμό. Σίγουρα όμως στα επτά χρόνια που έχει ακόμη μπροστά του θα έχει όλο το χρόνο να δαμάσει της ακραίες αυτές γεύσεις και θα έχει αλλάξει τελείως.
Από τις ξύλινες δεξαμενές δοκιμάσαμε μία Ribolla του '09 που θύμιζε αρκετά το πρώτο κρασί αλλά ο ένας επιπλέον χρόνος είχε αμβλύνει την έντονη γεύση του.

Η δοκιμές που κάναμε δεν είχαν κάποια συνοχή και έτσι το πρώτο κρασί που δοκιμάσαμε και ήταν σχετικά έτοιμο ήταν τo Breg του '06 που φτιάχνεται από Chardonnay, Sauvignon Blanc και Riesling. Η μύτη ήταν λίγο μονόπλευρη καθώς κυριαρχούσε ένα πολύ χαρακτηριστικό άρωμα μελιού ακακίας αλλά το στόμα ήταν καταπληκτικό. Ο χρόνος είχε ενσωματώσει αρμονικά τις έντονες οξύτητες και την πικράδα που συναντήσαμε στα πρώτα δύο και δημιουργούσε ένα άρτιο σύνολο με φοβερή δύναμη και διάρκεια.


Λιτά και απέρριτα
Στο τέλος ανεβήκαμε στο σπίτι του ιδιοκτήτη όπου μας άνοιξε μία Ribolla του 2005 που κυκλοφορεί τώρα στην αγορά.
Με χρυσό χρώμα και διακριτικό, πολύ μεταλλικό άρωμα και φοβερά καθαρή γεύση μου θύμισε παλαιωμένα Hermitage. Μου θύμισε επίσης πόσο παράξενα μου φαίνονταν τέτοιου είδους λευκά όταν τα πρωτοδοκίμαζα και πόσο πολύ ενθουσιάζομαι τώρα όταν ένα τόσο ιδιαίτερο κρασί γεμίζει το ποτήρι μου.

Να σημειώσω εδώ πως ο Gravner παρήγαγε για ένα μεγάλο διάστημα κρασιά χωρίς προσθήκη θειώδη ανυδρίτη αλλά τα τελευταία χρόνια χρησιμοποιεί πολύ μικρές ποσότητες.

Όταν φύγαμε, με προορισμό το οινοποιείο του Franko Terpin, ήταν περασμένες δέκα και ό μόνος λόγος που μας περίμενε μέχρι τόσο αργά το βράδυ ήταν γιατί είχε στήσει μία γαστρονομική βραδιά με τους φίλους του. Διασχίσαμε όλο το οινοποιείο και κατευθυνθήκαμε προς τον χώρο όπου ακούγονταν οι φωνές και τα τραγούδια.
Γαστριμαργικό μακελειό!
Τους βρήκαμε σε ένα δωματιάκι να είναι καμιά δεκαριά άτομα μαζεμένα γύρω από ένα τραπέζι με ανοιγμένες φιάλες, τυριά από τις γειτονικές Άλπεις και ντόπια σαλάμια. Καθίσαμε μαζί τους και τα κρασιά έρχονταν το ένα μετά το άλλο. Κάποιοι από τους παρευρισκόμενους ήταν επίσης οινοπαραγωγοί μικρής εμβέλειας και είχαν φέρει και δικά τους κρασιά.
Η κούραση από όλη μέρα, η φασαρία και η ταχύτητα που με σερβίριζαν δε μου άφηνε περιθώρια να αντιληφθώ τι δοκιμάζω και να κρατήσω σημειώσεις και γι'αυτό παράτησα το μπλοκάκι μου στην άκρη και απλά απόλαυσα την βραδιά.

Αφού δοκιμάσαμε ότι υπήρχε στο τραπέζι, κάπου μες το χάος δοκιμάσαμε κι έναν Παλιοκαλιά του '07 και μετά από λίγο κατεβήκαμε στο οινοποιείο για δοκιμές από τα βαρέλια. Ήταν ήδη περασμένα μεσάνυχτα και ο αντίλαλος της αίθουσας που βρισκόταν τα βαρέλια ήταν ότι έπρεπε για τους Σλοβένους που το είδαν ως ευκαιρία για να ξαναρχίσουν τα τραγούδια!
Ο Φράνκο Τερπίν σερβίρει χορεύοντας!

Ξεχώρισα ένα Pinot Grigio για την καθαρότητά του και το χυμώδες στόμα του. Από εκεί και πέρα όλα τα κρασιά είχαν ένα ζωικό άγγιγμα που φαίνεται πως ήταν και η πινελιά του οινοποιείου. Ταυτόχρονα το κάθε βαρέλι φανέρωνε τον χαρακτήρα της κάθε ποικιλίας και αυτό είναι και το μεγάλο στοίχημα για έναν παραγωγό. Να δίνει το στίγμα του χωρίς να επιβάλλεται πάνω στην ιδιαιτερότητα που του δίνει το terroir του. Στην συγκεκριμένη περίπτωση μάλιστα τα χαρακτηριστικά της ποικιλίας ήταν τόσο καθαρά που κατάφερνα να τα διακρίνω ακόμη και υπό τους μεθυσμένους ψαλμούς των φίλων του Franko και την μεγάλη μου κούραση.

Σίγουρα η βραδιά αυτή ήταν απ΄τις καλύτερες στο ταξίδι αυτό γιατί παραβρέθηκα σε μία αυθεντική Σλοβένικη κρασοκατάνυξη και όχι σε μία στημένη γευσιγνωσία. Δοκίμασα τα κρασιά αυτά με τον ίδιο τρόπο που τα απολαμβάνουν οι ίδιοι άνθρωποι που τα παράγουν και όχι με τον τρόπο που θα έπρεπε να τα δοκιμάσω ώστε να μου αφήσουν τις καλύτερες εντυπώσεις.

Επιστρέψαμε σπίτι αργά το βράδυ. Αν η μέρα που θα ακολουθούσε ήταν τόσο γεμάτη όσο αυτή που μόλις είχε περάσει τότε σίγουρα είχαμε ανάγκη από λίγη ξεκούραση!