Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2008

Αμπελοοινικές περιπέτειες στις πλαγιές του Ροδανού! Μέρος 1ο

Η περασμένη βδομάδα ήτανε η τελευταία εβδομάδα οινοποιήσεων για εμάς στο Domaine Giboulot. Τελειώνοντας, την πέμπτη το απόγευμα, δεν έχασα καθόλου χρόνο. Ετοιμάστηκα στα γρήγορα και πήρα το πρώτο τραίνο που έφευγε για Λυών. Από εκεί, έφτασα στην Βαλάνς όπου συνάντησα τον περσινό μου συμμαθητή Remy που μου είχε δώσει το ελεύθερο να τον επισκεφθώ όποτε θελήσω!
Την παρασκευή το πρωι, μετά από ένα αρχοντικό 9άωρο ύπνου, ξεκινήσαμε την μέρα μας δοκιμάζοντας τα φετινά λευκά του Ρεμύ από Marsanne. Είναι η πρώτη οινοποίηση που κάνει και δυστυχώς γι' αυτόν ξεκίνησε σε μία από τις πιο δύσκολες χρονιές. Παρόλα αυτά όμως και τα 3 βαρέλια που δοκιμάσαμε έδειχναν πως θα εξελιχθούν πολύ καλά στην συνέχεια και θα δώσουν ενδιαφέροντα κρασιά. To μεσημέρι μετά το φαγητό κατηφορίσαμε νότια για να θαυμάσουμε τα απίστευτα τοπία που δημιουργούν οι παραπόταμοι του Ροδανού σχίζοντας τα βουνά του Massife centrale.

Στην συνέχεια επισκεφθήκαμε την συνεταιριστική κάβα της περιοχής όπου και δοκιμάσαμε τις 10 αντιπροσωπευτικότερες ετικέτες τους. Χωρίς να περιμένουμε μεγάλα πράγματα από ένα συνεταιριστικό οινοποιείο βρήκαμε τα λευκά τους τελείως αδιάφορα, ενώ από τα κόκκινα μόνο 2 κατάφεραν να σώσουν κάπως την κατάσταση. Το πρώτο από αυτά ήτανε ένα Pinot Noir πολύ διαφορετικό από αυτά τις Βουργουνδίας, ευκολόπιοτο φρουτώδες και πολύ εκφραστικό με μόνο μειονέκτημα το έντονο βαρέλι. Το δεύτερο ήτανε και αιτία για την οποία επισκεφθήκαμε την συγκεκριμένη κάβα. Ένα κόκκινο από Chatus, μία σπάνια ερυθρή ποικιλία που αναφέρεται ακόμη και στην καταγραφή του Γαλλικού αμπελώνα τον 16ο αιώνα. Απ' όσο ψάξαμε κανένα οινοποιείο δεν εμφιαλώνει 100%Chatus παρά μόνο ο συνεταιρισμός. Ένα κρασί που θύμιζε πολύ Syrah αλλά με λιγότερο θερμό στόμα και κάπως πιο φινετσάτο. Το αρνητικό του είναι πως έχει πάρα πολύ μικρή επίγευση και τελειώνει πολύ απότομα. Πιστεύω πως θα μπορούσε να δώσει καλά αποτελέσματα σε χαρμάνι με το Grenache και όχι με το Syrah με το οποίο χαρμανιάζεται συνήθως αφού ο χαρακτήρας τους είναι πανομοιότυπος. Για το τέλος δοκιμάσαμε ένα αφρώδες ροζέ που ήτανε πνιγμένο στον θειώδη ανυδρίτη και λίγο έλειψε να μας στείλει σπίτι με βαρύ πονοκέφαλο αλλά και ένα γλυκό Viogner που μπορώ να πω πως δεν ήτανε καθόλου άσχημο.
Το Σάββατο το πρωί βρεθήκαμε στο Domaine de la Montmalle, την πρώην κατοικία ενός δούκα που έμεινε εγκαταλελειμμένη για πολύ καιρό και το 2004 βρήκε 2 αγοραστές που αποφάσισαν να αξιοποιήσουν τους αμπελώνες της. Καλλιεργώντας λοιπόν τις ήδη υπάρχουσες ποικιλίες Aramon, Carignan και Syrah, στην Montmalle παράγονται σήμερα 3 διαφορετικές ετικέτες. Το ροζέ από το Aramon ήταν ανέκφραστο και πλαδαρό χωρίς κανένα ενδιαφέρον. Ας μην ξεχνάμε πως το Aramon είναι μία πολύ παραγωγική ποικιλία που φυτεύτηκε στην Γαλλία μετά την φυλλοξήρα για να καλυφθεί γρήγορα το μεγάλο κενό που είχε δημιουργηθεί στην παραγωγή. Ευτυχώς γι' αυτούς, σκοπεύουν να το ξηλώσουν μόλις έχουν την οικονομική δυνατότητα. Το χαρμάνι Carignan-Syrah στέκονταν κάπως καλύτερα αφού είχε καλή δομή και ωραία οξύτητα, χωρίς όμως και αυτό να είναι ιδιαίτερα εκφραστικό. Το Syrah τους δεν διέφερε πολύ από το χαρμάνι αν και ήταν κάπως πιο γενναιόδωρο σε αρώματα. Δοκιμάζοντας όμως απευθείας από τις δεξαμενές οινοποίησης φάνηκε καθαρά πως για το μέτριο επίπεδο ποιότητας ευθύνεται η έλλειψη εξοπλισμού και η έλλειψη χώρων συντήρησης μετά την οινοποίηση. Το Syrah ήταν εξαιρετικό, με πολύ ωραία οξύτητα, πλούσιο στόμα και μακρά επίγευση ενώ το Carignan έρχονταν λίγο πιο άγριο αλλά εάν κάνει την μηλογαλακτική του όπως πρέπει έχει σπουδαίο μέλλον! Θα ήθελα πάρα πολύ να ξαναπεράσω από το Domaine de la Montmalle κάποια στιγμή στο μέλλον για να δω πως θα έχει αξιοποιηθεί η φανταστική αυτή κατοικία και φυσικά για να δοκιμάσω τα κρασιά τους όταν θα υπάρχουν τα μέσα και η εμπειρία αφού οι άνθρωποι που έχουν αναλάβει αγαπούν πάρα πολύ αυτό που κάνουν και είναι σίγουρο πως κάποια στιγμή θα πετύχουν.
Το απόγευμα της ίδιας ημέρας ακολουθούσε μία γευσιγνωσία για την οποία είχαμε θέσει τα στάνταρ μας πολύ ψηλά. Εδώ δεν υπήρχε η δικαιολογία των υψηλών αποδόσεων της συνεταιριστικής κάβας ούτε η δικαιολογία της έλλειψης εμπειρίας και εξοπλισμού. Υπήρχε ένα όνομα που όφειλε να μας αποδείξει γιατί συγκαταλέγεται μεταξύ των κορυφαίων παραγωγών παγκοσμίως. Αναφέρομαι φυσικά στο κορυφαίο όνομα της κοιλάδας του ροδανού, τον Michel Chapoutier. Σε βιοδυναμική καλλιέργεια από το 1991 και με οινοποιεία σε Αυστραλία, Ροδανό και Ρουσιγιόν* ο οίκος Chapoutier παράγει σήμερα 60 περίπου ετικέτες από 34 διαφορετικούς αμπελώνες. Η πρώτη μου επαφή με τα κρασιά του οίκου ήτανε τον περασμένο Γενάρη στο σαλόνι κρασιών του Αμπουις. Τολμώ να πω πως τότε δεν ενθουσιάστηκα και ιδιαίτερα αφού τα κρασιά που δοκίμασα ήτανε αψεγάδιαστα οινολογικά αλλά δεν είχανε τίποτα παραπάνω να μου προσφέρουν. Αυτό συνέβη γιατί αυτά που δοκιμάσαμε τότε ήτανε κρασιά από τις γκάμες tradition και decouverte που γίνονται από αγορασμένα σταφύλια συμβατικής καλλιέργειας και κοστολογούνται γύρω στα 10€. Η ίδια ακριβώς εντύπωση μου δημιουργήθηκε και το περασμένο Σάββατο δοκιμάζοντας τα πρώτα 2 κρασιά από την γκάμα tradition και για τον λόγο αυτόν ζητήσαμε να περάσουμε κατευθείαν στις γκάμες prestige και fac & spera που γίνονται με τα σταφύλια που παράγονται από τον ίδιο τον οίκο σε Βιοδυναμική καλλιέργεια. Από την γκάμα prestige δοκιμάσαμε την Chante Alouette, ένα λευκό Hermitage του 2006 και Les Arenes ένα κόκκινο Cornas του 2006 που είναι και το μόνο συμβατικό της γκάμας αυτής. Πιο εκφραστικά, με πιο γεμάτο στόμα και καλύτερη δομή τα κρασιά αυτά έδειχναν πως υπάρχει διαφορά επιπέδου ποιότητας με αυτά της προηγούμενης γκάμας αλλά δεν κατάφερναν να υπερασπιστούν την υπογραφή που φέρουν στην ετικέτα τους. Το Cornas μάλιστα είχε αρκετά αιχμηρές τανίνες και μικρή επίγευση και δεν μας πολυενθουσίασε. Έτσι λοιπόν, ο νεαρός που μας σερβίριζε αποφάσισε να μας δείξει τι εστί Chapoutier και ετοίμασε το "βαρύ πυροβολικό". Γκάμα Fac & Spera λοιπόν και Ermitage**, η αφρόκρεμα του οίκου και 3 φιάλες που μαζί ξεπερνούν τα 450€ κόστος αγοράς! Το λευκό De l'Orée και τα κόκκινα Pavillon και Ermite κατάφεραν να ξεπεράσουν κάθε προσδοκία και συνεπαρμένοι από το μεγαλείο τους δεν βρίσκαμε λέξεις να τα περιγράψουμε. Κρασιά με φοβερή δύναμη, πληθωρικά αρώματα, με εξαιρετική μεταλλικότητα που χάριζε δροσιά στο γεμάτο στόμα τους, με εξαιρετική δομή και πολύ μακρά επίγευση επιβεβαίωναν την φήμη του οίκου που τα παράγει. Σίγουρα όμως είναι πολύ νεαρά ακόμη αφού είναι οίνοι που μπορούν να παλιώσουν για πολλά χρόνια και το ιδανικό θα είναι να αρχίσουν να καταναλώνονται σε 10 χρόνια από τώρα! Αν είχα ένα χιλιάρικο στην άκρη ίσως είχα πάρει ένα εξαράκι! Κρίμα που τέτοια μεγάλα κρασιά είναι τόσο δυσπρόσιτα στους περισσότερους φίλους του κρασιού. Στεναχωριέμαι όταν σκέφτομαι πως τα καλύτερα κρασιά πίνονται από επιδειξιομανής λεφτάδες που συχνά δεν έχουν καμία ιδέα και σεβασμό για αυτό που έχουν στο ποτήρι τους ενώ την ίδια στιγμή οι περισσότεροι πραγματικοί φίλοι του κρασιού αρκούνται σε απλές δοκιμές μεγάλων κρασιών μία στο τόσο ή ακόμη χειρότερα αρκούνται στο να αναστενάζουν βλέποντας τα στις βιτρίνες ή διαβάζοντας άρθρα για αυτά! Εκδικούμαστε όμως ζώντας την μαγεία που προσφέρει το να αναζητά κανείς μικρά άγνωστα οινοποιεία και να ανακαλύπτει μεγάλα κρασιά σε προσιτές τιμές...
Το σάββατο έκλεισε σε έναν παλιό μου φίλο με δείπνο συνοδευόμενο από διάφορες ετικέτες από περιοχές εκτός ροδανού για να σπάσουμε λίγο την μονοτονία!
2 μέρες με πολλές καινούργιες εμπειρίες είχανε ήδη παρέλθει και ακολουθούσαν άλλες 2 μέρες υψηλού γαστρονομικού και αμπελοοινικού ενδιαφέροντος...


*Roussillon: Περιοχή στην νοτιοδυτική Γαλλία από την πλευρά της μεσογείου, νοτιότερα του Montpellier με γνωστότερες αμελουργικές περιοχές τα Banyuls, Rivesaltes και Côtes de Roussillon.
**Ermitage ή Hermitage: Δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ των 2 απλά ο M.Chapoutier γράφει Ermitage στα κρασιά της υψηλής του γκάμας για να τα ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα Hermitage.

Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2008

Βιοδυναμική καλλιέργεια

Πίσω στο 1924 όταν η βιομηχανοποίηση της αγροτικής παραγωγής άρχιζε να κερδίζει έδαφος, οι μέθοδοι καλλιέργειας που χρησιμοποιούνταν επί αιώνες και βοηθούσαν τους παραγωγούς να παράγουν τα προϊόντα τους σε αρμονία με την φύση, άρχισαν να χάνονται. Μία μερίδα αγροτών στην Γερμανία, βλέποντας την χημεία να εισβάλλει στα κτήματα τους και την ποιότητα των προϊόντων να υποβαθμίζεται, άρχισε να ανησυχεί και ζήτησε την βοήθεια του αυστριακού φιλόσοφου Rudolf Steiner. Ο Steiner ήταν ένας άνθρωπος ο οποίος μπορούσε να δει πολύ μακριά. Σε μία εποχή που η έννοια της βιολογικής καλλιέργειας ήτανε κάτι άγνωστο, αυτός με τις 10 ιστορικές ομιλίες του στο Koberwitz έβαλε τις βάσεις για μία πιο εξελιγμένη μορφή της βιολογικής, την Βιοδυναμική καλλιέργεια! Δυστυχώς ο θάνατος των πρόλαβε το 1925 και δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει το έργο του. Η βιοδυναμική καλλιέργεια παραμένει σήμερα μία εμπειρική μέθοδος η οποία βασίζεται στις βασικές αρχές που διατύπωσε ο Steiner και από εκεί και πέρα o κάθε παραγωγός ή σύμβουλος βιοδυναμικής καλλιέργειας ακολουθεί την δική του φιλοσοφία. Δεν θα μπω σε περισσότερες λεπτομέρειες για να μην κάνω το post μεγάλο και κουραστικό αλλά θα μπω κατευθείαν στο θέμα.
Έχοντας δουλέψει σε Βιοδυναμικά οινοποιεία πέρυσι και φέτος συναντώ πάντα διαφορετικές αντιδράσεις όταν μιλάω για το είδος καλλιέργειας εφαρμόζουμε. Τόσο όταν συζητάω με άτομα του χώρου όσο και μιλώντας με άτομα που γνωρίζουν λιγότερα πράγματα γύρω από το κρασί, η γνώμη τους για την Βιοδυναμική θα είναι είτε πολύ θετική είτε πολύ αρνητική. Είτε δηλαδή θα είναι κάποιος πολύ ενθουσιασμένος με την εναλλακτική αυτή μέθοδο καλλιέργειας είτε θα την αφορίζει μιλώντας για ανούσιες πρακτικές που χρησιμοποιούνται μόνο και μόνο για καλύτερο μάρκετινγκ Εγώ από την δική μου πλευρά, έφτασα στην Βουργουνδία με μεγάλη όρεξη να μάθω για την βιοδυναμική καλλιέργεια αλλά γρήγορα έγινα πιο επιφυλακτικός και επεξεργαζόμουν με προσοχή κάθε πληροφορία που μου δινότανε σχετικά με αυτό τον τύπο καλλιέργειας. Στο πρώτο οινοποιείο που δούλεψα, το Domaine Trapet στο Gevrey Chambertin, οι βιοδυναμικές πρακτικές περιορίζονταν στα βασικά ενώ στο οινοποιείο υπήρχε η δυνατότητα και η τεχνογνωσία να διορθωθεί οποιοδήποτε πρόβλημα προέκυπτε στο αμπέλι. Το αποτέλεσμα πάντως ήτανε εκπληκτικό και αυτό αποδεικνύεται από την φήμη των κρασιών του κτήματος παγκοσμίως. Από την άλλη όμως δεν είμαι σίγουρος για το κατά πόσο είναι η βιοδυναμική που κάνει την διαφορά. Άποψη που μου διατύπωσε και ένας εκ των εξεταστών μου πέρυσι λέγοντας μου: κοίταξε, ένα domaine με 40 στρέμματα Grand Cru εκ τον οποίων τα 18 είναι Chambertin δεν έχει ανάγκη την βιοδυναμική για να κάνει όνομα! Το ίδιο συμβαίνει και με άλλα μεγάλα βιοδυναμικά οινοποιεία όπως το Domaine de la Romanée Conti και το Domaine Leflaive.
Τον φετινό Σεπτέμβρη λοιπόν, όταν ξεκινούσα στο Domaine Giboulot δεν είχα ακόμη ξεκάθαρη εικόνα για την αποτελεσματικότητα της βιοδυναμικής καλλιέργειας στο κρασί. Σήμερα, κάτι λιγότερο από 2 μήνες μετά μπορώ πω με βεβαιότητα πως Ναι! Η βιοδυναμική είναι μία επαναστατική μέθοδος καλλιέργειας που μπορεί να αλλάξει ριζικά την ποιότητα ενός προϊόντος! Αρκεί μία απλή επίσκεψη στο domaine Giboulot και γρήγορα συμφωνεί κανείς μαζί μου. Έ
να οινοποιείο με πολύ περιορισμένη οικονομική δυνατότητα, με ελάχιστα μέσα και με άγνωστες, υποβαθμισμένες appellations (πέρα από 1-2 εξαιρέσεις). Την πρώτη μέρα που φτάνει κανείς να δουλέψει εκεί πέρα ή πρώτη του σκέψη είναι: αν κάνουμε κρασί εδώ πέρα εμένα να με γράψεις. ...και όμως! Ο Emmanuel Giboulot έχει καταφέρει να αναδείξει τα ταπεινά του αμπελοτεμάχια του σε τέτοιο βαθμό που οι πελάτες του περιμένουνε με την ίδια λαχτάρα την καινούργια εμφιάλωση του En Gregoire (ενός Hautes Côtes de Nuits*), που θα περίμεναν ένα μεγάλο Cru! Είμαι σίγουρος πως σε μία τυφλή δοκιμή των λευκών του θα ψάχναμε να βρούμε αν πίνουμε κάποιο cru του Puligny ή του Mersault! Βέβαια εδώ πέρα μιλάμε για μία πολύ πιο ψαγμένη μορφή βιοδυναμικής καλλιέργειας και για έναν οινοπαραγωγό που δεν σταματάει ποτέ να πειραματίζεται! Πέρα από αυτό, την ίδια περίοδο έτυχε να πιω πάρα πολλά εξαιρετικά βιοδυναμικά κρασιά** κατά την διάρκεια του τρύγου ή και αργότερα. Πείστηκα λοιπόν πως η βιοδυναμική καλλιέργεια μπορεί να κάνει την διαφορά στο αμπέλι και να βοηθήσει να παραχθούν πραγματικά διαμάντια είτε αυτά προέρχονται από αμπελοτεμάχια με μεγάλη αίγλη είτε όχι. Τώρα γιατί κάποιοι παραγωγοί λυσσάζουν ακούγοντας για την βιοδυναμική είναι άλλη ιστορία που ίσως αναφερθώ κάποια άλλη φορά. Εξάλλου την συζήτηση για το κρασί και την βιολογική καλλιέργεια την κάναμε στο blog του μπαμπάκη πολύ πρόσφατα.


*Hautes cotes de Nuits: ψηλές πλαγιές + ονομασία περιοχής, χαμηλά στην ιεραρχία της ποιοτικής κατάταξης τω
ν κρασιών της Βουργουνδίας τα κρασιά αυτά πωλούνται σε μία μέση τιμή 5-6 €.

** Κάποια καλά Βιοδυναμικά κρασιά που δοκίμασα πρόσφατα: Vacqueras 2005 Domaine Montirius,
Crozes Hermitages Les Croix 2006 David Renaud, Pouilly-Vinzelles "Les Quarts" 2006 Domaine de La Soufrandiére, Morgon 2005 Marcel Lapierre

Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2008

Τρύγος 2008

Τελείωσε επιτέλους ο τρύγος για την πλειοψηφία των παραγωγών και των υποπεριοχών της Βουργουνδίας. Υπάρχουν βέβαια κάποιοι που τρυγούν ακόμη, κυρίως στο βορειότερο τμήμα της Cote d'or προς τα χωριά Gevrey-Chambertin και Marsannay αλλά δεν θα αργήσουν να τελειώσουν. Η καθυστέρημένη ημερομηνία τρύγου φανερώνει πόσο δύσκολη ήταν η χρονιά αυτή για τους Βουργούνδιους αφού ελάχιστοι κατάφεραν να έχουν την επιθυμητή ωρίμανση. Ευτυχώς γι'αυτούς αλλά και για όλους τους φίλους του Βουργουνδέζικου κρασιού ο Βοτρύτης και άλλου είδους σαπίλες ήτανε σχετικά περιορισμένες και τα σταφύλια βρίσκονταν σε μέτρια έως καλή υγιεινή κατάσταση. Τα πάντα τώρα θα παιχτούν στο οινοποιείο...
Στο Domaine Giboulot τρυγήσαμε μεταξύ 3 και 8 Οκτωβρίου αν και το δίδυμο του οινοποιείου (βλ. Chez Giboulot du bon boulot) ξεκινήσαμε την προετοιμασία νωρίτερα και φυσικά θα τελειώσουμε πολύ αργότερα. Τα σταφύλια που μαζέψαμε ήτανε σε εξαιρετική κατάσταση αλλά η παραγωγή πάρα πολύ μειωμένη εξαιτίας του περονόσπορου στο φύλλωμα και τα πολλά κενά από κλήματα που καταστράφηκαν τις προηγούμενες χρονιές και δεν αντικαταστάθηκαν πέρυσι. Η μέρα μας κατά την διάρκεια του τρύγου ξεκινούσε στις 8 και μόλις φτάναμε προετοιμάσαμε την υποδοχή των σταφυλιών για περίπου μιάμιση ώρα. Στην συνέχεια έρχονταν το πρώτο διάλειμμα της ημέρας που περιλάμβανε λευκό κρασί, σαλάμι και κάμαμπερτ! Σε συνδυασμό με ένα τσάι στο τέλος, ήταν ότι έπρεπε για να πάρουμε δυνάμεις για την πρώτη παρτίδα σταφυλιών που έφτανε αμέσως μετά ενώ αμέσως μετά από αυτό ακολουθούσε το μεσημεριανό γεύμα πάντα με συνοδεία κρασιών του οινοποιείου! Μετά το φαγητό κατέφθαναν ενισχύσεις για να μας βοηθήσουν στην διαλογή. Δύο απίστευτοι τύποι από το Παρίσι, ο Άλεξ και ο Τζουλιάν, οι οποίοι είναι λάτρεις του κρασιού και έρχονται κάθε χρόνο στον τρύγο για να βοηθήσουν εθελοντικά τον Emmanuel Giboulot και φυσικά να χαλαρώσουν λίγο από την φορτισμένη ατμόσφαιρα της μεγαλούπολης και το άγχος της δουλειάς τους. Στο τέλος της ημέρας, δηλαδή γύρω στις 8-9, οι 2+2 του οινοποιείου μαζί με το αφεντικό και μερικές φορές την γυναίκα του, στρωνόμασταν στο τραπέζι για μία ακόμη φορά Το καλό κρασί και οι τυφλές δοκιμές έπαιρναν και έδιναν ενώ τα δυνατά τυριά που έκαναν την ατμόσφαιρα δυσπρόσιτη για τους μη μυημένους, αποτελούσαν την μεγάλη στιγμή της ημέρας για τους γνώστες!
Στο χέρι μας τώρα να γίνουν σωστά οι οινοποιήσεις για να μπορούμε να μιλάμε για το 2008 ως μία καλή χρονιά για το Pinot Noir και το Chardonnay στην Βουργουνδία.
Ίδωμεν...

Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2008

Chez Giboulot du bon boulot!

Τον περασμένο Φεβρουάριο με την ευκαιρία της επίσκεψης των γονιών μου στην Βουργουνδία είχαμε επισκεφτεί αρκετά οινοποιεία μεταξύ των οποίων και το DomaineGiboulot (βλ. οδοιπορικό στην Βουργουνδία). Ενθουσιασμένος από τον τρόπο με τον οποίο προσέγγιζαν το κρασί και την όλη παραγωγική διαδικασία και μετά από προτροπή του BrunoQuenioux επικοινώνησα με τον Pierre Fenals και τον Emmanuel Giboulot ώστε να συζητήσω μαζί τους το ενδεχόμενο συνεργασίας για τις οινοποιήσεις του 2008. Η απάντηση ήτανε θετική και ήμουν πολύ ευχαριστημένος που θα είχα την ευκαιρία να δουλέψω με κάποιον σαν τον Pierre Fenals, έναν άνθρωπο ο οποίος πειραματίζεται στις οινοποιήσεις του όσο ελάχιστοι και δίπλα του θα είχα την δυνατότητα να κερδίσω πολλές εμπειρίες. Δυστυχώς όμως ο Pierre αποφάσισε να δοκιμάσει αλλού την τύχη του και σταμάτησε την συνεργασία του με το οινοποιείο στα τέλη Ιουλίου. Στο ενδιάμεσο ο Εμμανουέλ προσέλαβε έναν άλλο οινολόγο για να αναλάβει τις οινοποιήσεις αλλά η συνεργασία τους τελείωσε πολύ νωρίς, στα τέλη Αυγούστου, αφού υπήρχε διαφορά στην φιλοσοφία. Έτσι λοιπόν αυτήν την στιγμή και ξεκινώντας από την περασμένη βδομάδα, την ομάδα του Domaine Giboulot για τις φετινές οινοποιήσεις αποτελούν ο γράφοντας και μία κοπέλα από την Ρουμανία εν ονόματι Χριστίνα. Η Χριστίνα μένει εδώ και 9 χρόνια στην Βουργουνδία και πέρα από τα 5 χρόνια σπουδών πάνω στο κρασί έχει δουλέψει στην Αυστραλία, στο Cheval Blanc στο Μπορντό (!) και σε αρκετά οινοποιεία της Βουργουνδίας. Για μένα θα είναι η πρώτη φορά που αναλαμβάνω (σχεδόν) εξ ολοκλήρου την οινοποίηση Pinot Noir και Chardonnay και αυτό αποτελεί μία μεγάλη πρόκληση!

Το 2008 πάντως είναι μία πολύ δύσκολη χρονιά για την Βουργουνδία. Ο περονόσπορος δεν έχει αφήσει ανέγγιχτο ούτε ένα κλήμα, το ωίδιο επωφελήθηκε της κατάστασης και είναι παρόν σε αρκετά αμπέλια ενώ μετά από μία βδομάδα ασταμάτητων βροχοπτώσεων ο βοτρύτης και άλλου είδους σαπίλες παραμονέυουν και ετοιμαζονται να κάνουν αισθητή την παρουσία τους. Όσων αφορά την ωρίμανση τώρα οι πιθανές ημερομηνίες τρύγου είναι τέλη Σεπτέμβρη με αρχές Οκτώβρη και φαίνεται πως η προσθήκη ζάχαρης θα είναι απαραίτητη για όλα τα οινοποιεία αφού δύσκολα τα σταφύλια θα φτάσουν φέτος τους απαιτούμενους βαθμούς. Σε συνδυασμό τώρα με το κατεστραμμένο φύλλωμα των περισσότερων αμπελώνων από των περονόσπορο που μειώνει δραματικά τους ρυθμούς της παραγωγής ζαχάρων λόγω μειωμένης φωτοσύνθεσης και τις σκοτεινές - βροχερές μέρες μιλάμε για μία καταστροφική χρονιά. Δεδομένου λοιπόν πως το 2007 ήτανε επίσης δύσκολη χρονιά (αν και κάποιοι κατάφεραν να κάνουν καλή δουλειά) και το 2006 πολύ μέτρια (αρωματικά κρασιά αλλά ντελικάτα χωρίς δυνατότητες παλαίωσης), οι λάτρεις των οίνων της Βουργουνδίας θα πρέπει να προμηθευτούν όσων το δυνατών περισσότερα 2005 μπορούν γιατί κανείς δεν ξέρει πότε θα είναι η επόμενη καλή χρονιά για την περιοχή αυτήν!

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2008

Ανακαλύπτοντας τα αρώματα της Βουργουνδίας

Η Beaune στην Βουργουνδία είναι μία πόλη 25000 κατοίκων η οποία βρίσκεται στο κέντρο της αμπελουργικής ζώνης της Βουργουνδίας και γι' αυτό τον λόγο τα πάντα εδώ πέρα κινούνται γύρω από το κρασί. Στα πλαίσια λοιπόν των αμπελο-οινικών εκδηλώσεων που πραγματοποιούνται όλο το χρόνο υπάρχει από τον Ιούλιο έως και τον Σεπτέμβρη μία έκθεση γνωριμίας με τα αρώματα των κρασιών της Βουργουνδίας.
Ο χώρος που φιλοξενεί αυτήν την έκθεση είναι ένα πολύ όμορφο ιστορικό κτίριο στο κέντρο της πόλης που έχει διαμορφωθεί κατάλληλα. Στο κέντρο της αίθουσας, πάνω σε δρύινα βαρέλια, έχουν τοποθετηθεί γυάλινα δοχεία που περιέχουν προϊόντα που αναδύουν τα αρώματα που βρίσκουμε στα Pinot Noir και τα Chardonnay από το Chablis έως και την Macon. Εσπεριδοειδή, άνθη, βανίλια, μέλι, κόκκινα φρούτα, μπαχαρικά, ξηρά φρούτα κλπ. Ένα άνοιγμα στα γυάλινα δοχεία επιτρέπει τον επισκέπτη να μυρίσει τα αρώματα αυτά και ένα πινακάκι δίπλα ακριβώς, του εξηγεί σε ποιον τύπο κρασιού μπορεί να τα συναντήσει. Στους τοίχους απέναντι από την είσοδο και δεξιά όπως μπαίνει κανείς αναγράφονται όλα τα μεγάλα cru της περιοχής και από κάτω υπάρχουν πάντα 1-2 αντιπροσωπευτικές ετικέτες. Στον τοίχο αριστερά βλέπει κανείς ένα μεγάλο ανάγλυφο χάρτη της αμπελουργικής ζώνης και δίπλα από την είσοδο μία σειρά με δείγματα κρασιών διαφόρων ηλικιών μας δείχνει την εξέλιξη του χρώματος στα λευκά και στα κόκκινα.


Μία πολύ καλή ιδέα λοιπόν, εύκολη και απλή στην οργάνωση που συμβάλει όμως πάρα πολύ στην ανάδειξη της οινικής κουλτούρας της περιοχής και βοηθάει τους τουρίστες αλλά και τους ντόπιους να κατανοήσουν καλύτερα τα προϊόντα της.

Αρώματα εσπεριδοειδών συναντάμε συχνά στα λευκά της Macon και της Côte de Beaune:
Τα χαρακτηριστικά κόκκινα φρούτα του Pinot Noir

Pinot noir 2007, 2006, 2005, 2000 και 1994:

Σάββατο 30 Αυγούστου 2008

Δοκιμάζοντας Ξινόμαυρα

Πριν μερικά σαββατοκύριακα βρέθηκα στην Νάουσα με 2 άτομα τα οποία αγαπούν πολύ το Ξινόμαυρο και δουλεύουνε πάρα πολύ γι' αυτό ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Σκοπός μας ήτανε να δοκιμάσουμε Ξινόμαυρα σε διαφορετικά οινοποιεία, από διαφορετικές χρονιές και διαφορετικά αμπελοτόπια ώστε να έχουμε μία εικόνα για το που βρίσκεται το Ξινόμαυρο και να ανταλλάξουμε απόψεις με τους παραγωγούς. Μέσα σε 3 μέρες επισκεφθήκαμε τα οινοποιεία Μαρκοβίτη, Δαλαμάρα, Θυμιόπουλου, Φουντή, Καρυδά και Κυρ-Γιάννη και δοκιμάσαμε συνολικά πάνω από 100 κρασιά από Ξινόμαυρο. Επισκεφτήκαμε επίσης όλους σχεδόν τους αμπελώνες τις ζώνης. Από Τρίλοφο και Φυτειά έως τα Πολλά νερά και το Γιαννακοχώρι χωρίς να παραλείψουμε φυσικά κάποιες από τις πιο αξιόλογες περιοχές της όπως η Γάστρα και ο Παλιοκαλιάς αλλά και την περιοχή όπου βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο κομμάτι των αμπελώνων της Νάουσας, την Στράντζα.
Δε θα αναφερθώ αναλυτικά σ'αυτά που δοκιμάσαμε αλλά θα μεταφέρω την γενική εικόνα και τα συμπεράσματα που βγήκαν από όλη αυτήν την "περιπέτεια". Το πρώτο πράγμα που διαπιστώνει κανείς είναι πως όλοι οι παραγωγοί γνωρίζουν πολύ καλά πως το Ξινόμαυρο έχει μεγάλες δυνατότητες και πιστεύουνε πάρα πολύ σε αυτό. Από εκεί και πέρα υπάρχουνε δύο διαφορετικές φιλοσοφίες. Την πρώτη ακολουθούν αυτοί που προσπαθούν να παράγουν ξινόμαυρο του οποίου η ποιότητα βασίζεται στην φινέτσα των αρωμάτων του και την καλή δομή που εξασφαλίζουν οι πλούσιες τανίνες του. Την δεύτερη ακολουθούν αυτοί που προσπαθούν να παράγουν ένα ξινόμαυρο πιο εύκολα προσιτό στο ευρύ καταναλωτικό κοινό. Αυτό σημαίνει: βαθύ κόκκινο χρώμα, εντυπωσιακά αρώματα και μαλακές, σχεδόν γλυκίζουσες τανίνες. Σε μια πρώτη σκέψη θα πει κανείς: "και γιατί όχι, αφού έτσι το θέλουν έτσι θα τους το πουλήσουμε...". Αν όμως το ξανασκεφτούμε θα δούμε πως όλως ο κόσμος πλέον τείνει να παράγει κρασιά αυτής της φιλοσοφίας. Κρασιά ευκολόπιοτα, παχυλά, με χρώμα που θυμίζει μελάνι, αρώματα που ενθουσιάζουν ακόμη και τον πιο αρχάριο οινόφιλο και τανίνες τόσο στρόγγυλες που σε συνδυασμό με τις μικρές οξύτητες κάνουν το κρασί να πίνεται ευκολότερα και από χυμό ροδάκινο... Μπορεί όμως η Νάουσα να χτυπήσει την αγορά παράγοντας τέτοια κρασιά; Ναι! Μπορεί, αν παίξει με πολύ δυνατό μάρκετινγκ, αν οργανώνονται εκδηλώσεις με θέμα το κρασί όλο τον χρόνο, αν ο διεπαγγελματικός σύλλογος των παραγωγών της δραστηριοποιηθεί λίγο περισσότερο, αν καλλιεργηθεί η οινική κουλτούρα σε αυτή την πόλη και καταφέρει να αποδείξει επιτέλους για πιο λόγο φέρει τον τίτλο "Διεθνής πόλη οίνου και αμπέλου".
Τι απ' όλα αυτά γίνεται αυτήν την στιγμή; Τίποτα απολύτως! Μεθαύριο μπαίνουμε στον Σεπτέμβριο. Μήνας που στο μυαλό όλων έρχεται τρύγος - κρασί - γλέντια - εκδρομές σε αμπελοοινικές περιοχές. Στο Μπορντό οργανώνουν το Bordeaux harvest festival, στην Beaune συνδυάζουν τις οινικές εκδηλώσεις με ένα εξαιρετικό φεστιβάλ τζαζ, στην Νεμέα γιορτάζουν με τις μεγάλες μέρες τις Νεμέας. Στην Νάουσα κάποτε υπήρχαν οι εκδηλώσεις των δρόμων του κρασιού. Σήμερα ο κόσμος ακούει για το κρασί της Νάουσας μόνο όταν ρίχνουν το απόθεμα του συνεταιρισμού στο σιντριβάνι...
Υπάρχουν οι 2-3 μεγάλοι παραγωγοί οι οποίοι έχουν τα μέσα να παίξουν σε αυτήν την αγορά ή ακόμη και να παράγουν κρασιά σε διάφορες γκάμες, με διαφορετικές φιλοσοφίες. Αυτοί είναι: η Μπουτάρης οινοποιητική, ο Τσάνταλης και το κτήμα Κυρ Γιάννη με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την Ράμνιστα που αντιστοιχεί στην αυθεντική έκφραση του Ξινόμαυρου και τον Διάπορο ο οποίος είναι ένα πολύ πιο mainstream κρασί που προωθήθηκε κατάλληλα και έγινε ένα από τα δημοφιλέστερα ελληνικά προϊόντα από την πρώτη μέρα κυκλοφορίας του. Από εκεί και πέρα, όλοι οι υπόλοιποι αδυνατούν να ανταγωνιστούν τα Syrah, τα Cabernet και τα Merlot του νέου κόσμου (γιατί δυστυχώς το ξινόμαυρο της συγκεκριμένης φιλοσοφίας πιο πολύ με αυτά μοιάζει παρά με Ξινόμαυρο). Αδυνατούν επίσης να ανταγωνιστούν τα διάφορα ελληνικά από την Δράμα, την Καβάλα, την Κρήτη, την Θεσσαλία, την Στερεά Ελλάδα... όπου έχουνε γίνει μεγάλες επενδύσεις ούτως ώστε να μπορούν να παραχθούν και να προωθηθούν προσιτά κρασιά αρίστης ποιότητας!
Ίσως προς το παρόν η τακτική αυτή να πιάνει άλλα δεν νομίζω πως η παρούσα κατάσταση είναι το ταβάνι για τις φιλοδοξίες των Ναουσαίων παραγωγών… Κάποια στιγμή θα προσπαθήσουν να ανοιχτούν πάρα πέρα και σε μία ολοένα και πιο ανταγωνιστική αγορά, όπως αυτή του κρασιού, τα πράγματα θα είναι πάρα πολύ δύσκολα.
Για αυτούς που έχουνε επιλέξει να παράγουν αυτό που αποτελεί την αυθεντική έκφραση του Ξινόμαυρου τα πράγματα είναι πιο απλά. Αρκεί να σκεφτεί κανείς πως στην Beaune, στο άντρο του Pinot Noir, όπου πολύ σπάνια βρίσκει κανείς κρασιά άλλων περιοχών πέραν της Βουργουνδίας (πόσο μάλλον άλλων χωρών!), πωλείται Ράμνιστα του 2001. Άλλο τρανταχτό παράδειγμα, οι κάβες των Galleries Lafayette στο Παρίσι όπου πέραν της Ράμνιστας βρίσκουμε 3 ακόμη Ξινόμαυρα από την Νάουσα και μάλιστα από μικρούς παραγωγούς!
Η δεύτερη σημαντική διαπίστωση που κάναμε αφορά την αμπελοκαλλιέργεια και πιο συγκεκριμένα τις στρεμματικές αποδόσεις. Σύμφωνα με το σύνολο σχεδόν των παραγωγών, το μυστικό για να γίνει καλό κρασί είναι η μικρή παραγωγή ανά στρέμμα. Πολύ σωστό αλλά με ποιον τρόπο αυτή επιτυγχάνεται; Εάν ρωτήσετε, το 80% των παραγωγών θα σας πει πως παίρνει γύρω στον 1τόνο το στρέμμα κόβοντας τα σταφύλια που καθυστερούν να ωριμάσουν (είδαμε αμπέλια που άνετα ξεπερνούσαν τους 2-2,5τόνους το στρέμμα!). Αραιώνοντας δηλαδή όπως γίνεται με τα ροδάκινα ή με τα μήλα!* Λάθος; Τεράστιο! Είναι σαν μία ομάδα ποδοσφαίρου με αθλητές αγύμναστους και πλαδαρούς που όλο το καλοκαίρι κάθονται, τρώνε και πίνουν μπύρες. Ακόμη και αν ξεκινήσουν προετοιμασία 3 βδομάδες πριν την έναρξη του πρωταθλήματος δύσκολα θα βγάλουν 90λεπτο. Το σταφύλι κύριοι αμπελουργοί δεν γίνεται 2 ή 3 βδομάδες πριν τον τρύγο αλλά κατά την διάρκεια πολλών μηνών. Για να μην μιλήσουμε για την αύξηση του κίνδυνου σαπίλας αφού τα κομμένα σταφύλια που μένουν κάτω είναι ότι πρέπει για την ανάπτυξη του Βοτρύτη και άλλων παθογόνων μικροοργανισμών. Η στρεμματική απόδοση ρυθμίζεται πολύ νωρίτερα πριν ακόμη φυτευτεί το αμπέλι επιλέγοντας κατάλληλα το έδαφος, το υποκείμενο και ενδεχομένως τον κλώνο. Στην συνέχεια το κλάδεμα, η λίπανση και το πότισμα (τα 2 τελευταία μόνο σε περιπτώσεις που κρίνονται απαραίτητα) καθορίζουν κάθε χρόνο την παραγωγή που θα πάρουμε το Σεπτέμβριο.
Για να επανέρθουμε σε αυτά που λέγαμε προηγουμένως, οι υποστηρικτές του “προσιτού” Ξινόμαυρου λένε πως οι καταναλωτές δεν θέλουν τον αυθεντικό χαρακτήρα της ποικιλίας που είναι έντονα τανικός και θα πρέπει να γίνονται οι κατάλληλες επεμβάσεις στο οινοποιείο ώστε να μαλακώνονται οι τανίνες του είτε θα πρέπει να προστίθενται βελτιωτικές ποικιλίες. Όταν το αμπέλι έχει 2 τόνους 1 μήνα πριν τον τρύγο είναι επόμενο οι τανίνες να μην προλαβαίνουν να ωριμάσουν και να είναι άγριες, ξηρές και να μουδιάζουν το στόμα. Εάν όμως το Ξινόμαυρο έχει καλλιεργηθεί κατάλληλα θα είναι πλούσιο σε τανίνες οι οποίες όμως θα είναι πιο ήπιες και ευχάριστες. Σε συνδυασμό μάλιστα με την οξύτητα** δημιουργείται η κατάλληλη ισορροπία που κάνει τις τανίνες να ενσωματώνονται ακόμη πιο εύκολα στο σύνολο και να δίνουν εντυπωσιακά αποτελέσματα.
Τα πράγματα είναι λοιπόν πολύ απλά. Η περιοχή αυτή έχει την δυνατότητα να παράγει ξεχωριστά κρασιά που θα μαγεύουν τους καταναλωτές και θα δικαιολογούν το όνομα της Νάουσας προς τα έξω ως η πιο σημαντική πόλη της Β. Ελλάδος στην παραγωγή κόκκινου κρασιού και θα επιβεβαιώνουν την φήμη του Ξινόμαυρου ως η εκλεκτότερη ποικιλία της χώρας μας. Αρκεί να διορθωθούν κάποια σοβαρά λάθη και να παρθούν γενναίες αποφάσεις και σύντομα θα δούμε μεγάλες αλλαγές.
Εμείς πάντως από όλα αυτά κρατάμε τα καλύτερα που δοκιμάσαμε αυτές τις 3 μέρες και είναι αυτά που δείχνουν τον δρόμο που θα πρέπει να ακολουθήσουν και τα υπόλοιπα ξινόμαυρα: την Ράμνιστα του 2005 του Κυρ-Γιάννη που επανέρχεται δυναμικά μετά από 3 μέτριες χρονιές για την συγκεκριμένη ετικέτα, τον Πήγασο του 97 του Μαρκοβίτη, το αυτόριζο(Vignes Franches) 2007 του Δαλαμάρα που από το βαρέλι ακόμη δείχνει πολλά υποσχόμενο, την Ναουσαία 2000 του Φουντή και το πειραματικό Ροζέ από Ξινόμαυρο του Θυμιόπουλου το οποίο μπορεί άνετα να κάνει τα ροζέ της Προβηγκίας να φαίνονται μπροστά του σαν κρασάκια της σειράς!


* όταν λέμε αραίωμα μιλάμε για κόψιμο των σταφυλιών κατά την διάρκεια της ωρίμανσης και όχι για πράσινο τρύγο που είναι σαφώς πιο ορθή πρακτική αλλά παρουσιάζει επίσης μειονεκτήματα και κατά την άποψη μου θα πρέπει να γίνεται μόνο ως λύση ανάγκης.
** δεν θα αναφέρω εδώ πέρα για ποιον λόγο έχουμε και καλύτερες οξύτητες γιατί θα κάνω το post πολύ τεχνικό και κουραστικό στην ανάγνωση

Σάββατο 21 Ιουνίου 2008

Γιορτάζοντας το τέλος...

Μόλις 2 μέρες μετά την επίσκεψή μας στην Καμπανία για ..τουριστικούς λόγους, έπρεπε να επιστρέψουμε και πάλι για να παρουσιάσουμε την πτυχιακή μας εργασία στην αμπελο-οινική σχολή της Avise (Αβίζ). Η Αβίζ βρίσκεται κοντά στην Reims, πρωτεύουσα της Καμπανίας, οπότε αυτήν την φορά έπρεπε να ανεβούμε πολύ πιο νότια. Για να μην πολυλογώ, οι παρουσίαση πήγε πολύ καλά και περιμένουμε τα αποτελέσματα με αισιοδοξία.
Στην συνέχεια και αφού πλέον ήμασταν ελεύθεροι από κάθε υποχρέωση όσον αφορά τα μαθήματα και τις εξετάσεις και μιας και ήμασταν όλοι μαζεμένοι, αποφασίσαμε να κάνουμε ότι κάνουν όλοι οι φοιτητές που τελειώνουν τις σπουδές τους... Να το γλεντήσουμε μέχρι πρωίας!!! Επειδή όμως στην φύση του δικού μας επαγγέλματος δεν ταιριάζει να κλειστούμε σε ένα μπαρ και να πίνουμε βότκα-λεμονάδα και άλλες τέτοιες αηδίες που πληρώνουμε πανάκριβα, αποφασίσαμε να κάνουμε κάτι που μας αντιπροσωπεύει κάπως περισσότερο...
Τι καλύτερο λοιπόν από ένα Barbecue στους λόφους του αμπελώνα της Καμπανίας με άφθονο κρασί και φυσικά σαμπάνια!!! Η πανσέληνος ήτανε αρκετή ωστέ να μην χρειαζόμαστε φως και η χαλάρωση μετά τις εξετάσεις σε συνδυασμό με το κρασί δημιούργησαν μία μοναδική ατμόσφαιρα!
Το τι ακολούθησε το μαρτυρoύν οι φωτογραφίες.......






















Καλές διακοπές, καλή τύχη με τ'αποτελέσματα και καλή σταδιοδρομία σε όλους....!!!

Κωστής
.

Παρασκευή 20 Ιουνίου 2008

Ένα τριήμερο γεμάτο φυσαλίδες!!!

Λίγο πριν την παρουσίαση της πτυχιακής εργασίας και το τέλος των σπουδών τι καλύτερο από μία αμπελο-οινική εξόρμηση σε μία από τις πιο γνωστές αμπελουργικές περιοχές του κόσμου, την Καμπανία!
Η κρασοκατάνυξη ξεκίνησε την Παρασκευή το βράδυ, λίγες ώρες μετά την άφιξή μας. Καλεσμένοι για δείπνο σε οικογένεια παραγωγού κάναμε ένα μεγαλειώδες γεύμα που διήρκεσε 5 ώρες και τιμήθηκαν σχεδόν όλοι σχεδόν οι τύποι κρασιών: ξηρό λευκό από το Mersault, ξηρά κόκκινα από Νάουσα και Βουργουνδία, επιδόρπιοι οίνοι από το Banyuls και φυσικά σαμπάνια!
Το Σάββατο σηκωθήκαμε αργά και στρωθήκαμε κατευθείαν για το μεσημεριανό για να ...μην χάνουμε την σειρά!!! Για το απόγευμα είχαμε κανονίσει διαδρομή με τα ποδήλατα προκειμένου να κάψουμε τα της προηγούμενης. Οι καταπράσινοι αυτήν την εποχή αμπελώνες στους γύρω λόφους και οι ατέλειωτες εκτάσεις δημητριακών στην πεδιάδα συνέθεταν ένα μαγευτικό σκηνικό που έκανε την βόλτα μας υπέροχη ώσπου η βροχή να μας χαλάσει τα σχέδια και να αναγκαστούμε να γυρίσουμε πολύ νωρίτερα. Το βράδυ μείναμε στο σπίτι της φίλης που μας φιλοξενούσε και κορέσαμε την πείνα μας ετοιμάζοντας κρέπες. Τα ελαφριά Gamay των Cru του Beaujolais και ένα αρωματικό και γλυκόπιοτο Gewurstraminer συνόδεψαν κατάλληλα της αλμυρές και γλυκές κρέπες αντίστοιχα!
Η Κυριακή ήτανε μέρα επισκέψεων και ξεκινήσαμε από την οινοποιία Drappier στο Urville. Οι συγκεκριμένη οικογένεια παράγει σαμπάνια από το 1808 και καλλιεργεί σήμερα 400 περίπου στρέμματα αμπελώνων. Η προτίμηση του στρατηγού Ντε Γκολ για την Σαμπάνια Drappier την έκανε διάσημη σε ολόκληρο τον κόσμο και στην λίστα των πελατών της, μεταξύ άλλων βρίσκουμε και τους: Zinedin Zidan, Nicolas Sarkozy, George Bush, Tony Blair, Vladimir Poutin, Jennifer Lopez, Gerard Depardieu... Οι κάβες έχουν χτιστεί το 1140 από μοναχούς μεταξύ των οποίων φημολογείτε πως βρίσκονταν και ο δημοφιλής στους καθολικούς Άγιος Βερνάρδος. Μία ακόμη ιδιαιτερότητα της οινοποιίας αυτής, είναι ότι παράγει σαμπάνια σε 12 διαφορετικά μεγέθη μπουκαλιών. Από την μικροσκοπική φιάλη των 187ml μέχρι και τον Μελχισεδέκ(!), την μεγαλύτερη φιάλη στον κόσμο, χωρητικότητας 30λίτρων! Το οινοποιείο τους έλαμπε από καθαριότητα ενώ η καινούργια πτέρυγα με δεξαμενές τελευταίου τύπου ήτανε εκπληκτική. Σχετικά με την δοκιμή δεν έχω να πω και πολλά πράγματα αφού ομολογώ πως δεν έχω μεγάλη εμπειρία πάνω στην σαμπάνια. Αρχικά δοκιμάσαμε μία έξτρα dry η οποία δεν με ενθουσίασε. Στην συνέχεια και αφού εξηγήσαμε πως δεν είμαστε και οι μεγαλύτεροι φαν της Σαμπάνιας περάσαμε κατευθείαν στην καλύτερη ετικέτα τους η οποία είχε πολύ πιο έντονη και φρουτώδης μύτη ενώ ήτανε πιο στρoγγυλή και ισορροπημένη στο στόμα χωρίς όμως να είναι κάτι το πραγματικά ξεχωριστό. Παρόλα αυτά, μείναμε απόλυτα ικανοποιημένοι από την επίσκεψη αυτήν και αφού ευχαριστήσαμε τον νεαρό που μας ξενάγησε, φύγαμε για τον επόμενο σταθμό μας.


Επόμενη στάση: Les Riceys ένα χωριό που αποτελείται από 3 κοινότητες και είναι το μόνο στην Καμπανία που παράγει 3 διαφορετικά ΟΠΑΠ: Σαμπάνια, πλαγιές Καμπανίας και ένα ροζέ που φέρει το όνομα του χωριού. Επιπλέον, είναι το χωριό με την μεγαλύτερη έκταση αμπελώνων για παραγωγή Σαμπάνιας. Δοκιμάσαμε σε 3 διαφορετικά οινοποιεία αλλά αξίζει να αναφερθεί κυρίως το Domaine Morel όπου δοκιμάσαμε την καλύτερη σαμπάνια αλλά και τα ροζέ τους που επιβεβαίωσαν την φήμη τους. Η πλαγιές Καμπανίας δεν μας ενθουσίασαν σε κανένα από τα 3 Domaines και φυσικά σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογούσαν την τιμή τους (15-20€). Τέλος, αναγκαστήκαμε να ακυρώσουμε την τελευταία επίσκεψη αφού αποδείχτηκε πως οι φυσαλίδες κουράζουν πολύ περισσότερο απ'ότι τα ήρεμα κρασιά και δεν άξιζε τον κόπο να συνεχίσουμε.
Αφήσαμε την Καμπανία την Δευτέρα, έχοντας περάσει ένα καταπληκτικό 3ήμερο, έχοντας πιει τουλάχιστον 2 φορές περισσότερη σαμπάνια από όση είχαμε πιει μέχρι τώρα, έχοντας κερδίσει πολύτιμες εμπειρίες και έχοντας πάρει δυνάμεις για την τελευταία δοκιμασία πριν της διακοπές του καλοκαιριού!


Κωστής
.