Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2013

Τρύγος 2013: Η άλλη όψη

Στην τελευταία μου ανάρτηση αναφέρθηκα στις καταστροφικές συνέπειες της χαλαζόπτωσης που τσάκισε τον αγροτικό κόσμο της κεντρικής Μακεδονίας και τις επιπτώσεις που είχε στον φετινό τρύγο. Ας δούμε όμως πως ζήσαμε εμείς τον φετινό τρύγο και τι εντυπώσεις μας άφησε.

Τα δεδομένα που είχαμε ήταν τα εξής. Το κομμάτι γύρω από το οινοποιείο είχε χτυπηθεί αρκετά. Είχαν χαθεί τσαμπιά και τα φύλλα ήταν σε άσχημη κατάσταση. Ο Παλιοκαλιάς είχε σαφώς μικρότερη ζημιά και υπήρχαν κατά κύριο λόγω τραυματισμένα τμήματα σε πολλά τσαμπιά. Επίσης και στα δύο αμπέλια υπήρχαν τσαμπιά που χτυπήθηκαν στο μίσχο χωρίς να σπάσουν με αποτέλεσμα να έχουν μία πλευρά με ρόγες που δεν τροφοδοτούνταν και μία με ρόγες που ωρίμασαν κανονικά!

Ρόγα ρόγα...
Ταινία διαλογής δεν υπάρχει διότι εννιά στις δέκα χρονιές παραλαμβάνουμε σταφύλι εξαιρετικής ποιότητας και όταν χρειαστεί διαλογή γίνεται στο αμπέλι την ώρα που κόβεται το τσαμπί. Βέβαια και ταινία να είχαμε την δουλειά που έκαναν όσοι ενεπλάκησαν δεν θα την έκανε καμία ταινία. Αυτό που αρχικά φαινόταν υπερβολικό σε όλους μας τελικά έγινε συνήθεια. Κάθε τσαμπί καθαρίστηκε εξονυχιστικά ρόγα ρόγα!

Όλη η ομάδα δούλεψε με τρομερή αφοσίωση και κατάφερε να μετατρέψει μία χρονιά που αρχικά έμοιαζε δυσοίωνη σε μία χρονιά από την οποία έχουμε τις μεγαλύτερες προσδοκίες. Όχι γιατί θα είναι η χρονιά της δεκαετίας ή του αιώνα όπως αρέσκονται να λένε κάθε τρεις και λίγο για κάθε χρονιά αλλά γιατί θα είναι η χρονιά που θα έχει ένα μεγάλο κομμάτι από όλους μας. Θα είναι μία χρονιά που όταν θα κυκλοφορήσει θα διηγούμαστε με πάθος πόσο σκληρά δουλέψαμε και θα μιλάμε για τις ατελείωτες ώρες που περάσαμε στο αμπέλι καθαρίζοντας τσαμπί τσαμπί!

Με πολύ προσοχή...
Όλο αυτό φυσικά δεν θα γίνονταν αν δεν υπήρχαν οι ενθουσιώδεις εθελοντές οινόφιλοι που έσπευσαν προς βοήθεια. Ο Δημήτρης που πήρε άδεια από την δουλειά του για να έρθει μαζί μας, ο Χρήστος που εργάζεται σε δύο διαφορετικές δουλειές και στον ενδιάμεσο χρόνο έρχονταν από την Βέροια θυσιάζοντας τις ώρες ξεκούρασής του, ο Αλέκος που αν και άνεργος δεν δεχόταν με τίποτα να πληρωθεί για την συμβολή του. Αυτοί και μερικοί ακόμη, όπως και όλοι αυτοί που μας έχουν βοηθήσει προηγούμενες χρονιές είναι αυτοί που πάντα μας θυμίζουν πως κάνουμε μία από τις συναρπαστικότερες δουλειές του κόσμου!

Τι θα ήταν άραγε η δουλειά μας αν δεν είχαμε να παλέψουμε με τον καιρό. Αν οι ιδιαιτερότητες της κάθε χρονιάς δεν έσπαζαν την ρουτίνα του να επαναλαμβάνει κανείς απλά κάθε χρόνο το ίδιο πράγμα. Αν δεν τρέχαμε να προλάβουμε να τελειώσουμε κοιτώντας τα μαύρα σύννεφα πάνω από το κεφάλι μας να μας απειλούν με βροχή. Αν δεν υπήρχαν και μερικές φωνές κάτω από την πίεση και την ένταση. Αν δεν τελειώναμε κάθε βράδυ διαλυμένοι από την κούραση για να ξυπνήσουμε λίγες ώρες μετά και να απολαύσουμε το παιχνίδι του πρωινού ήλιου με τα χρώματα του βουνού και την ομίχλη του κάμπου...

Ο πρωινός ήλιος στον Παλιοκαλιά "μάχεται" με τα σύννεφα!
Όσοι συνέδραμαν στον φετινό τρύγο τα έδωσαν όλα και κανένας από αυτούς δεν γύρισε μία στιγμή να γκρινιάξει ή να δείξει κουρασμένος. Γιατί είναι φυσιολογικό όταν δουλεύεις καθημερινά για πολλές ώρες κάτω από τον ήλιο, τα χέρια σου κολλάνε και ο ιδρώτας τρέχει ποτάμι κάποια στιγμή να λυγίσεις. Πόσο μάλλον όταν δεν κάνεις μία δουλειά μηχανική αλλά πρέπει να έχεις το μυαλό σου στο να καθαρίσεις άψογα κάθε τσαμπί και να το εναποθέσεις όσο το δυνατόν πιο απαλά στην κλούβα.

Ανάλογη η συνέχεια και στην παραλαβή. Προσεκτικές κινήσεις, κουβάλημα, πάλι έλεγχος καθώς τα σταφύλια αδειάζουν αργά αργά στο εκραγηστήριο, σχολαστικό πλύσιμο... Και αμέσως μετά, έρχεται η ώρα του μούστου! Όταν το σταφύλι πατιέται μπαίνει στην δεξαμενή και μετά από λίγο ο χυμός του τρέχει στο ποτήρι μας. Ένα μοναδικό νέκταρ όλο φρεσκάδα και δύναμη που επιβραβεύει τους κόπους της ημέρας.

Πόσο μαγικό είναι να γνωρίζεις πως τα σταφύλια που μόλις έχεις μαζέψει θα τα απολαμβάνεις ως κρασί μερικά χρόνια αργότερα με μία παρέα φίλους; Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι να ξέρεις πως τα σταφύλια αυτά ίσως μία μέρα να γεμίζουν το ποτήρι ενός οινόφιλου σε κάποια μακρινή χώρα του εξωτερικού!

Και κάπου εκεί οι σκέψεις ξεμακραίνουν. Άραγε κάθε φορά που εμείς πίνουμε ένα ποτήρι κρασί από κάποιο μακρινό μέρος τι σκέφτονταν αυτοί που μάζεψαν τα σταφύλια που το δημιούργησαν; Ποιες ήταν οι σκέψεις και οι αγωνίες του οινοπαραγωγού ώσπου να φτάσει η μέρα εκείνη, τα καλαμπούρια των τρυγητών τις στιγμές του μαζέματος, ο ενθουσιασμός των πρωτάρηδων και τα πειράγματα των παλαιότερων, ποιες οι προσδοκίες όταν πρωτοβγήκε ο μούστος;

Δεν είναι τυχαίο πως για αιώνες ολόκληρους ο τρύγος ήταν η μεγαλύτερη γιορτή της χρονιάς. Είναι κάτι απίστευτα ζωντανό και όποιος το έχει ζήσει έστω και μία φορά καταλαβαίνει πολύ καλά γιατί μιλάω. Από την άλλη, αναλογιστείτε πόσα "σκοτώνει" ένας μηχανικός τρύγος. Πέρα από την ποιότητα σκοτώνει και μία ολόκληρη κουλτούρα. Αυτό που υπό κανονικές συνθήκες εκπέμπει τόση ενέργεια γίνεται ξαφνικά ψυχρό, άψυχο, απρόσωπο.

Δεν είναι λίγες η φορές που ακούω το εξής: "καλά εσείς τόσα χρόνια οινοποιείο δεν θα αυξήσετε ποτέ παραγωγή;" Για κάποιους είναι αδιανόητο να πηγαίνεις καλά και να μην αναπτύσσεσαι ασταμάτητα. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, σε πολλούς φαίνεται πολύ παράξενο που εμείς δεν μπαίνουμε στον φαύλο κύκλο του κερδίζω άρα αυξάνω άρα μεγαλώνω και ούτω καθ εξής. Νομίζω πως ο φετινός τρύγος μας δείχνει την κατεύθυνση. Να μείνουμε αυτοί που είμαστε. Να γνωρίζουμε κάθε σπιθαμή του αμπελιού μας και να μπορούμε όταν χρειαστεί να περιποιηθούμε τσαμπί τσαμπί όλη την παραγωγή. Μόνο έτσι αυτό που παράγουμε θα συνεχίσει να είναι κάτι ξεχωριστό. Κρασιά που δονούνται, κρασιά που το καθένα τους έχει να πει μία ιστορία, κρασιά ζωντανά που έχουν μέσα τους κάτι από εμάς.

Ένα μεγάλο ευχαριστώ λοιπόν στην φοβερή παρέα του φετινού τρύγου! Σε όλους αυτούς που τα δώσαν όλα για να πετύχουμε το καλύτερο. Που ήταν εδώ για να μας θυμίσουν πόσο υπέροχο είναι αυτό που κάνουμε. Που πάνω απ'όλα ήταν μαζί μας για να αποδείξουμε πως όταν θέλεις να πετύχεις κάτι δεν περιμένεις το σύμπαν να συνωμοτήσει υπέρ σου (sic) αλλά βάζεις κάτω το κεφάλι και το παλεύεις μέχρι να το δεις να πραγματοποιείται!



Φωτογραφίες: Μαρία Δουλγερίδου

Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2013

Τρύγος 2013: Μία χρονιά βαριά σημαδεμένη

Η φετινή χρονιά ήταν μία χρονιά καταστροφική για τον αγροτικό κόσμο της Ημαθίας. Λόγω χαλαζιού τεράστιες ποσότητες φρούτων πετάχτηκαν στην απόσυρση και άλλες τόσες έγιναν χυμός δίνοντας στους παραγωγούς πολύ λιγότερα χρήματα από αυτά που αναμενόταν. Αυτό φυσικά αφορά τα φρούτα που άντεξαν τα χτυπήματα των παγωμένων σφαιριδίων και παρέμειναν στα δέντρα χωρίς να σκορπίσουν στο έδαφος όπως έγινε σε πολλές άλλες περιπτώσεις.

Βουργουνδία
Ίδια εικόνα και στην υπόλοιπη Ευρώπη με τα νούμερα της καταστροφής να είναι τρομακτικά. Ενδεικτικά αναφέρω δύο από τις σημαντικότερες οινικές περιοχές. Η Βουργουνδία χτυπήθηκε με ζημία έως και 60% σε 20.000 στρέμματα και μάλιστα σε κάποια από τα πιο σπουδαία "cru" της όπως αυτά του Volnay και του Pommard. Στo Μπορντό από την άλλη, η ζημία έπληξε τα λιγότερο φημισμένα αμπελοτόπια του με τα νούμερα όμως να φτάνουν το 70% σε 90.000 στρέμματα!

Τα αμπέλια της Νάουσας φυσικά δεν θα μπορούσαν να γλιτώσουν. Πολλά εξ αυτών απογυμνώθηκαν τελείως, άλλα έχασαν μεγάλο αριθμό τσαμπιών ενώ ο πιο ύπουλος εχθρός για τα κόκκινα είναι το λεγόμενο "gout de grele" που αφήνουν οι χτυπημένοι από το χαλάζι καρποί.

Πιο συγκεκριμένα, στα μέσα Ιουνίου που το χαλάζι χτύπησε τους αμπελώνες έκανε ζημιά σε διάφορα μέρη του πρέμνου. Το πρώτο χαλάζι, μεγάλο σαν καρύδι αλλά αραιό, έριχνε κάτω ολόκληρα τσαμπιά ενώ σε πολλές περιπτώσεις χτυπούσε βίαια τους βλαστούς που λίγες μέρες αργότερα ξεραίνονταν.
Το χαλάζι της επόμενης ημέρας ήταν πυκνό, σε μέγεθος στραγαλιού και έφτανε με μεγάλη ταχύτητα. Τρυπούσε τα φύλλα, πλήγιαζε κομμάτια του τσαμπιού ή τα έβρισκε στον μίσχο που τα κρατάει στο φυτό και λίγες μέρες αργότερα πέφτανε. Υπήρξαν δυστυχώς και περιπτώσεις από ολοκληρωτικά κατεστραμμένα κομμάτια αμπελώνων.

Όσα τσαμπιά χτυπήθηκαν μερικώς, κατάφεραν να μεγαλώσουν τους πληγιασμένους καρπούς επουλώνοντας γρήγορα της πληγές τους. Αυτό για την μητέρα φύση είναι μία λύση στο πρόβλημα αλλά για τον παραγωγό ένας ακόμη πονοκέφαλος. Ο καρπός με την επουλωμένη πληγή είναι τρομερά στυφός αφού το αμπέλι για να δημιουργήσει το ξηρό κομμάτι που θα κλείσει την πληγή στέλνει επιπλέον τανίνες. Οι τανίνες αυτές είναι πάρα πολύ στεγνές και οι καρποί αυτοί πρέπει να αφαιρεθούν για να αποφύγουμε το "gout de grele" που ανέφερα προηγουμένως.

Επιπλέον πολλά πρέμνα είχαν φύλλα χτυπημένα σε τέτοιο βαθμό που δεν κατάφεραν να αναπληρώσουν το κενό στην ανάπτυξή τους -τα τρύπια φύλλα δεν φωτοσυνθέτουν- και υπήρχε μεγάλη ανωμαλία στην ωρίμανση. Αποτέλεσμα αυτού, σε ένα φαινομενικά υγιές κομμάτι να υπάρχουν τσαμπιά που έμοιαζαν ώριμα αλλά φαινολικά ήταν ακόμη πάρα πολύ πίσω.

Από την άλλη όσοι είχαν την τύχη να αποφύγουν το χαλάζι θα οινοποιήσουν μία από τις πιο ισορροπημένες χρονιές των τελευταίων χρόνων. Πρώιμο ξεκίνημα της βλαστικής περιόδου, ζέστη στα επίπεδα που χρειάζονταν, δροσερές νύχτες και απουσία ασθενειών είναι δεδομένα που σκιαγραφούν ιδανικές συνθήκες για την παραγωγή κρασιού.

Οι υπόλοιποι θα κάνουν ότι καλύτερο μπορούν με τα σταφύλια που τους απέμειναν. Καλώς ή κακώς ο αγρότης είναι "μαγαζί χωρίς σκεπή" όπως λένε και είναι εκτεθειμένος στα τερτίπια του καιρού. Μην ξεχνάμε πως πέρα από το στοίχημα της ποιότητας που πρέπει να κερδηθεί, για κάποιους θα είναι δύσκολο να κρατηθούν συμφωνίες με αγορές του εξωτερικού που απαιτούν συγκεκριμένες ποσότητες. Υπάρχει βέβαια και μία άλλη πλευρά σε όλη αυτήν την ιστορία για την οποία όμως σκοπεύω να αναφερθώ σε ανάρτηση που θα ακολουθήσει...



Δείτε τι έγραψε το Κτήμα Κυρ-Γιάννη για την χαλαζόπτωση εδώ.

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2013

Από την Γεωργία στα Βαλκάνια με ένα ποτήρι κρασί

Ήταν το περασμένο καλοκαίρι όταν δεχθήκαμε στην Νάουσα την επίσκεψη του Alberto Farinasso. Ο Αλμπέρτο είναι μέλος της οργανωτικής ομάδας του Salone del gusto και υπεύθυνος για ένα μεγάλο μέρος από τα πενήντα συνολικά workshops κρασιού που έγιναν στην μεγάλη αυτήν γαστρονομική έκθεση. Πριν την Νάουσα είχε περάσει από την Κεφαλλονιά. Στην συνέχεια, αφού έφευγε από εμάς θα πήγαινε να επισκεφθεί τους οινοπαραγωγούς των Αλβανικών Άλπεων και μετά από διάφορους οινο-γαστρονομικούς σταθμούς στα δυτικά Βαλκάνια θα επέστρεφε στην Ιταλία.

Ταυτόχρονα, δεχθήκαμε την επίσκεψη του εβδομηντάρη αεικίνητου "γευστικού εξερευνητή" Μαρίνκο Πίνταρ από την Σλοβενία ο οποίος περνούσε από την γειτονιά μας -την Σερβία δηλαδή!- και είπε να περάσει να μας αφήσει μερικά κρασιά, σαλάμια και τυριά δικής του παραγωγής και εξαιρετικής νοστιμιάς! Η παρέα έδεσε και η βραδιά οδηγήθηκε σε μία ήπια κρασοκατάνυξη όπου ο καθένας διηγούνταν τις γαστρονομικές του εμπειρίες και ταξίδευε τους άλλους νοητά σε όλους τους κρυμμένους γαστρονομικούς θησαυρούς της μεσογείου.

Η συνέχεια μας βρίσκει λίγους μήνες μετά, σε μία από τις αίθουσες γευσιγνωσίας του Salone del Gusto να παρακολουθούμε ένα από τα πολυάριθμα θεματικά εργαστήρια για το κρασί. Στο πάνελ παραγωγοί από την Γεωργία μέχρι την Κροατία και στα ποτήρια μας όλη η ιστορική διαδρομή του κρασιού από τον Καύκασο μέχρι την βαλκανική χερσόνησο.

Η δοκιμή ξεκίνησε με ένα λευκό από την Γεωργία αφού εκεί θεωρείται πως ξεκίνησε και η αμπελοκαλλιέργεια. Απ'όσο μπόρεσα να καταλάβω αυτό που δοκιμάσαμε προέρχονταν από τις ποικιλίες Tsitska και Tsolikouri. O παραγωγός με το όνομα Nikoladze οινοποιεί σε αμφορείς όπου τα λευκά του εκχυλίζονται με τις φλούδες για περίπου έξι μήνες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ένα κρασί κάπως σφιχτό αρωματικά, με πολύ δροσιστικές οξύτητες στο στόμα αλλά και κάπως τανικό. Ένα κρασί που πιθανότατα δεν κερδίζει εύκολα φίλους αλλά έχει έναν πολύ δικό του χαρακτήρα.

Από εκεί μεταφερθήκαμε κατευθείαν στην Σερβία αφού η σειρά των κρασιών δεν είχε γίνει με βάση την ιστορική διαδρομή του οίνου αλλά με τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά. Αρκετά χρόνια πριν ένας Γάλλος οινολόγος έπαθε βλάβη με το αυτοκίνητό του λίγο έξω από ένα χωριό στα σύνορα της χώρας με την Βουλγαρία. Κοιτώντας γύρω του ανακάλυψε πως βρίσκονταν σε μία περιοχή όπου ναι μεν οι αμπελοκαλλιέργεια μετά τον κομμουνισμό είχε εγκαταλειφθεί αλλά το terroir της περιοχής έδειχνε να χει τεράστιες δυνατότητες. Σήμερα το ζευγάρι των Γάλλων οινοποιών είναι οι μοναδικοί κάτοικοι του παραδοσιακού πέτρινου χωριού και παράγουν κρασιά από γηγενείς αλλά και διεθνείς ποικιλίες. Εμείς δοκιμάσαμε ένα Riesling με Tamjianika και Krasevina του 2009 με πολύ γλυκά αρώματα αλλά ξηρό πολύ ισορροπημένο στόμα ανέγγιχτο από τον χρόνο.

Πατώντας για λίγο σε γνώριμα μονοπάτια δοκιμάσαμε τον Μεταγειτνίων 2010 του Σκλάβου από την Κεφαλλονιά. Πολύ ωραία ελεγχόμενη οξείδωση που έδινε μεγάλη πολυπλοκότητα στην μύτη και γευστική διάρκεια στο στόμα. Από τα κρασιά που πρέπει να είσαι τολμηρός για να τα παράγεις και να έχεις αρκετή υπομονή για να βρεις αυτούς που θα καταφέρουν να εκτιμήσουν αυτό που κάνεις.

Στα κόκκινα η αρχή έγινε με την Τουρκία. Δυστυχώς δεν συγκράτησα το όνομα αλλά οργανοληπτικά παρουσίαζε μεγάλο ενδιαφέρον. Στην μύτη κυριαρχούσε η μόκα και άλλα αρώματα που έδιναν μία αρκετά θερμή αίσθηση. Αντιθέτως, στο στόμα έδινε πολύ ανάλαφρη αίσθηση χάρη στην καλή του οξύτητα και τις μαλακές του τανίνες. Η κυρία που το παρουσίαζε δεν παρέλειψε φυσικά να αναφέρει πως η ποικιλία που δοκιμάζουμε είναι πανάρχαια και ίσως το κρασί της περιοχής είναι από τα αρχαιότερα στον κόσμο. Μην ξεχνάμε πως οι Τούρκοι διεκδικούν την πατρότητα του οίνου και μέχρι στιγμής τα πάνε πολύ καλά. Ο ιστορικός γεύσεων που συντόνιζε την παρουσίαση είχε βέβαια κάποιες αντιρρήσεις αλλά πέρασαν στα ψιλά...

Επιστρέφοντας στην Σερβία δοκιμάσαμε το Vranac, μία ποικιλία με προέλευση από το Μοντενέγκρο αρκετά πιο δομημένη από το προηγούμενο ερυθρό και πιο δυναμική αρωματικά. Αμέσως μετά ακολούθησε ένα ερυθρό από την Κροατία με καταπληκτική συμπύκνωση φρούτου και εξαιρετικές τανίνες εναρμονισμένες πολύ ωραία με την οξύτητα. Το αλκόολ του ήταν περίπου 17% και είναι εκπληκτικό το πως κατάφερνε να κρατήσει την φινέτσα του όντας τόσο υπερώριμο. Στην κουβέντα που είχαμε αργότερα με τον παραγωγό μας είπε πως κάθε του κλήμα παράγει το πολύ μισό κιλό σταφύλια!

Κλείσαμε τα ξηρά ερυθρά με ένα αθείωτο Saperavi από την Γεωργία στο οποίο επικρατούσαν ζωικά αρώματα με κάποιες νότες πιπεριάς που το έκαναν να φέρνει λίγο σε Cabernet Sauvignon. Στο στόμα ήταν άψογα ισορροπημένο και είχε πολύ ωραίο τελείωμα με μεγάλη διάρκεια. Τελειώσαμε με ένα Vinsanto του Χαρίδημου Χατζηδάκη από την Σαντορίνη με μύτη που την μονοπωλούσε η σταφίδα. Το στόμα ήταν όμως πολύ καλύτερο με την οξύτητα να κρατάει το στόμα ανάλαφρο και να μην αφήνει τα σάκχαρα να κουράσουν καθόλου.

Συνοψίζοντας θα λέγαμε πως οι περιοχές που γέννησαν τον οίνο και τον έκαναν γνωστό στον υπόλοιπο κόσμο, παράγουν και σήμερα σπουδαία κρασιά και έχουν πολύ μεγάλες δυνατότητες. Φυσικά, ως γνωστών έχουν χάσει πολύ έδαφος από δυτικότερες χώρες αλλά δίνοντας βαρύτητα στις αυτόχθονες ποικιλίες μπορούν εύκολα να πρωταγωνιστήσουν και πάλι.

Το θέμα για εμάς σαν Ελλάδα, είναι να δούμε πως έχοντας μία οινική βιομηχανία η οποία είναι πιο παλιά στις αγορές σε σχέση με τους γείτονές μας θα μπορούσαμε ήδη να έχουμε βγει πολύ πιο μπροστά. Αυτό που βλέπουμε όμως είναι μία Κροατία και πιο πρόσφατα μία Τουρκία να μας πλησιάζουν με γοργούς ρυθμούς και σύντομα να μας αφήνουν πίσω τους. Ότι δηλαδή έκαναν και στον τουρισμό με τους μεν Κροάτες να καθιερώνονται σε ελάχιστο χρονικό διάστημα ως must προορισμός και με τους Τούρκους να κερδίζουν όλους αυτούς που έδιωξαν οι Έλληνες με κακές συμπεριφορές και κακές τιμολογήσεις.



σημ.: Λόγω των πολλών άγνωστων ονομάτων και της σχετικά γρήγορης εναλλαγής των κρασιών βασίστηκα στις φωτογραφίες για να συμπληρώσω τις ελλιπείς σημειώσεις μου. Δυστυχώς όμως οι περισσότερες φωτογραφίες καταστράφηκαν και έτσι έχω αρκετά κενά όσον αφορά στα στοιχεία μερικών κρασιών.

Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2013

Πέντε χρόνια μετά...

Πριν πέντε περίπου χρόνια, έγραψα το πρώτο μου άρθρο σε αυτό το μπλογκ. Αφορμή ήταν τα συχνά ταξίδια μου σε αμπελοοινικές περιοχές της Γαλλίας όπου σπούδαζα τότε για τελευταία χρονιά. Έγραφα συχνά σε φίλους μου για το πως περνούσα και τους έστελνα παράλληλα και κάποιες φωτογραφίες. Κάποια στιγμή θεώρησα πως αν δημοσιεύω κάπου όλα αυτά τότε θα ήταν πολύ πιο εύκολο να μπαίνουν όλοι και να τα διαβάζουν από εκεί. Επίσης, γράφοντας σε απλή και κατανοητή γλώσσα, σιγά σιγά θα έκανα πολλούς από αυτούς να βελτιώσουν την οινική τους παιδεία βλέποντας πόσο συναρπαστικός είναι ο οινικός κόσμος. Ευτυχώς τότε το facebook δεν ήταν αρκετά διαδεδομένο γιατί δεν είμαι σίγουρος αν σήμερα θα έγραφα αυτές τις σειρές.

Γρήγορα το μπλογκ έκανε και αδερφάκι αφού ήθελα να έχω και κάτι όπου θα γράφω λίγο πιο τεχνικά και θα εστιάζω περισσότερο στην ανάλυση του κάθε κρασιού ξεχωριστά. Έτσι γεννήθηκε και το "Τερπνόν μετά του ωφελίμου" το οποίο με βοήθησε να κρατήσω στις "Αμπελο-οινικές περιπέτειες" έναν χαρακτήρα λίγο πιο ανάλαφρο και ταξιδιάρικο.

Τα οφέλη που αποκόμισα από το μπλογκ ήταν πολυδιάστατα και πολύ περισσότερα απ' όσα είχα αρχικά υπολογίσει. Έμαθα να κρατάω σημειώσεις, έκανα γνωριμίες με άτομα του χώρου, είχα κίνητρο να κάνω όλο και περισσότερες επισκέψεις σε αμπελώνες και οινοποιεία, βελτίωσα τις γνώσεις μου και τον τρόπο έκφρασής μου γύρω από το κρασί. Δεν είναι λίγες οι φορές που πέρασα ώρες ολόκληρες διαβάζοντας για ένα θέμα για το οποίο ήθελα να γράψω ή φορές που η συχνότητα των αναρτήσεων στο μπλογκ μου μου έχει υπενθυμίσει πως είναι καιρός για ένα ταξιδάκι ή μία γευσιγνωσία.

Όσον αφορά τώρα τον υπόλοιπο ελληνικό χώρο του wine-blogging τα πράγματα έχουν αλλάξει ελάχιστα. Άρθρα υπάρχουν αρκετά αλλά ουσιαστικά κείμενα πολύ λίγα. Αν δεν απατώμαι, μαζί με τον Gregory  πρέπει να είμαστε τα μόνα ταξιδιωτικά wine-blogs στην ελληνική γλώσσα. Υπάρχει φυσικά και ο Ted  ο οποίος όμως γράφει για ποικίλα θέματα και δεν επικεντρώνεται αποκλειστικά στα ταξίδια του. Από εκεί και πέρα ενδιαφέρουσες απόψεις διαβάζουμε και στο wine.gr με τα άρθρα του Γιάννη Καρακάση να ξεχωρίζουν ενώ στο oinos βρίσκουμε πολλές πληροφορίες και μεταφράσεις από τα καλύτερα αγγλόφωνα άρθρα. Μαζί με 2-3 που ίσως παραλείπω με το ζόρι ξεπερνάμε τα δάκτυλα του ενός χεριού. Δεν μπορώ να πω πως αυτό ευθύνεται για την υποβαθμισμένη ελληνική οινική παιδεία σίγουρα όμως είναι ενδεικτικό για το επίπεδό της.

Όσον αφορά το ίδιο το κρασί τα δεδομένα έχουν αλλάξει ελαφρώς ακολουθώντας όμως πάντα τις εξελίξεις σε παγκόσμιο επίπεδο ένα βήμα πίσω. Αν πάλι δεν είχαν δυσκολέψει και τα πράγματα λόγω οικονομικών συνθηκών τότε δεν θα είχε αλλάξει τίποτα απολύτως. Όπως ανέφερα και παραπάνω, τα πρώτα χρόνια του μπλογκ βρισκόμουν στο εξωτερικό. Θεωρώ πως από εκεί είχα μία πιο ξεκάθαρη εικόνα για το που βρίσκεται το ελληνικό κρασί στο παγκόσμιο οινικό στερέωμα. Μέχρι τότε ήμασταν μία wannabe νέος κόσμος χώρα χωρίς όμως να έχουμε τα πλεονεκτήματα του πολύ δυνατού μάρκετινγκ και του χαμηλού κόστους παραγωγής. Την στιγμή που ο παλαιός κόσμος είχε μπει για τα καλά στην φιλοσοφία του terroir και άρχιζε να γίνεται μεγάλος ντόρος με τα βιοδυναμικά και φυσικά κρασιά εμείς προσπαθούσαμε να κάνουμε cabernet θηρία με ατέλειωτους μήνες σε ολοκαίνουρια βαρέλια.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι πως τo 2010 είχα γράψει ένα άρθρο για τα λευκά και την παλαίωση με αφορμή μία εξαιρετική βουργουνδία δεκατριών χρονών. Μιλάμε για μία εποχή όχι και τόσο μακρινή. Αν όμως ψάξει κανείς στην αρθρογραφία εκείνης της εποχής θα δει πως πουθενά δεν αναφέρεται πως τα λευκά σηκώνουν παλαίωση και πως ένα λευκό του 2011 δεν σημαίνει πως το 2013 δεν θα πίνεται. Δυστυχώς για να αλλάξει αυτή η νοοτροπία έπρεπε να φτάσει η αγορά εδώ που έφτασε, να μένουν τα λευκά απούλητα και να αρχίσουν όλοι οι εμπλεκόμενοι να μιλάνε για παλαιωμένα λευκά και να οργανώνονται μέχρι και κάθετες sauvignon blanc ή Ροδίτη!

Αρκετά πρόσφατα, τώρα που οι όροι terroir και φυσικά κρασιά έχουν γίνει σούπα, θυμηθήκαμε κι εμείς να ασχοληθούμε μαζί τους. Ακόμη κι έτσι όμως οι περισσότεροι από όσους γνωρίζω το έκαναν όχι από αληθινό πιστεύω αλλά απλά και μόνο γιατί είναι της μόδας και ίσως έτσι δώσουμε καμιά φιάλη παραπάνω. Γνωρίζω παραγωγούς οι οποίοι χλεύαζαν τους Γάλλους για το terroir και την βιοδυναμική και λίγο καιρό μετά κυκλοφορούσαν "βιοδυναμικά" κρασιά σε ποσά αστρονομικά. Για να μην μιλήσω για το τι έλεγαν για τα φυσικά κρασιά κάποιοι που τώρα τα έχουν σημαία τους...

Έχοντας μείνει πολύ πίσω στο διεθνές οινικό στερέωμα θυμόμαστε τώρα να ξανα-ανακαλύψουμε σπάνιες ελληνικές ποικιλίες που κοντέψαμε κάποτε να εξαφανίσουμε για χάρη του Merlot και του Chardonnay. Ακόμη χειρότερα, οι ποικιλίες αυτές οινοποιούνται σαν να είναι Merlot ή Chardonnay και το μόνο που καταφέρνουμε να κάνουμε είναι να πουλήσουμε λόγω περίεργου ονόματος. Ελάχιστοι είναι οι παραγωγοί που δουλεύουν πάνω σε αυτές τις ποικιλίες με σκοπό να πάρουν από αυτές το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα και φυσικά ακόμη πιο λίγα τα κρασιά από τέτοιες ποικιλίες που καταφέρνουν να προσφέρουν κάτι το πραγματικά ξεχωριστό.

Θα μπορούσα να γράφω γι'αυτά και να δίνω παραδείγματα ώρες ατελείωτες αλλά δεν θα ήθελα να κάνω μία ανασκόπηση γεμίζοντας ολόκληρες σελίδες με αρνητικές διαπιστώσεις. Πολλά πράγματα έχουν αλλάξει και βλέπουμε συνεχώς νέο κόσμο να στρέφεται προς το κρασί. Ακόμη και η "άνοιξη των wine-bars" όσο φούσκα και αν είναι θα βάλει και αυτή το λιθαράκι της στο να μας μείνουν κάποια καλά "στέκια" και να στραφεί πολύς κόσμος προς το κρασί. Ακόμη και αυτοί που δεν έχουν ακούσει ποτέ για Λημνιώνα, Βιδιανό ή Μαύρο Καλαβρυτινό και πίνουν αποκλειστικά Merlot κάποια στιγμή θα κάνουν ένα βήμα παραπέρα. Ακόμη και αυτοί που πάνε στις εκθέσεις κρασιού μία ώρα πριν το τέλος τους απλά και μόνο για να φτιαχτούν με το κρασί προτού βγουν για διασκέδαση, κάποια στιγμή θα κατανοήσουν ποιος πραγματικά είναι ο σκοπός μίας τέτοιας έκθεσης.

Υπάρχουν ευτυχώς πολλοί άνθρωποι στον χώρο μας που παρά τις δυσκολίες αγωνίζονται συνεχώς για την βελτίωση της ελληνικής οινικής κουλτούρας και πιστεύω πως δεν θα τα παρατήσουν έτσι απλά. Προσωπικά ελπίζω να είμαι εδώ και να γράφω και για τα επόμενα πέντε χρόνια και η ανασκόπηση που θα κάνω τότε να είναι θετική σε κάθε τομέα.Μέχρι τότε θα προσπαθήσω να συνεχίσω τα ταξίδια μου και να μην πάψω ποτέ να μοιράζομαι τις εντυπώσεις μου με όλους όσους γοητεύει ο μαγικός κόσμος του κρασιού!

Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2013

Το Salone del Gusto και οι γαστρονομικοί θησαυροί του κόσμου

Λίγους μήνες μετά την τελευταία μας επίσκεψη στο Πιεμόντε βρισκόμασταν και πάλι στο Τορίνο για να συμμετάσχουμε στην γαστρονομική έκθεση της Slow Food. Το Salone del gusto, όπως ονομάζεται, είναι μία μεγάλη έκθεση με διατροφικά προϊόντα από όλο τον κόσμο με εκθέτες που έχει επιλέξει η Slow Food. Υπενθυμίζω πως η Slow Food είναι μία οργάνωση που ιδρύθηκε την δεκαετία του '80 για να αντιταχθεί στην λειτουργία McDonalds στο κέντρο της Ρώμης και έκτοτε έχει δημιουργήσει παραρτήματα σε όλο τον κόσμο, υποστηρίζοντας την κατά τόπους διατροφική κληρονομιά και την βιοποικιλότητα.

Η μεγάλη αυτή έκθεση χωρίζονταν σε τρία κυρίως περίπτερα. Το πρώτο αφορούσε αποκλειστικά το Πιεμόντε, το δεύτερο την υπόλοιπη Ιταλία και το τρίτο τον υπόλοιπο κόσμο. Ένας ακόμη χώρος στέγαζε όλα τα workshops και το θέατρο των γεύσεων ενώ κάθε περίπτερο είχε και από μία αίθουσα η οποία φιλοξενούσε διάφορες ομιλίες γύρω από την παραγωγή και την κατανάλωση των τροφίμων.

Ο γαστρονομικός μας περίπατος ξεκίνησε από το Πιεμόντε. Τα πρώτα προϊόντα που κέντρισαν το ενδιαφέρον μας ήταν αυτά με βάση το φουντούκι που είναι μάλιστα και ΠΟΠ* στην περιοχή αυτήν. Φουντουκόμελα, κέικ, μπισκότα από αλεσμένο φουντούκι αντί για αλεύρι, ζαχαρωμένα φουντούκια, πραλίνες και ότι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς που να φτιάχνεται με βάση τον νοστιμότατο αυτό καρπό ήταν εκεί για να διεγείρει τους γευστικούς μας κάλυκες.

Εντύπωση επίσης μας προκάλεσαν και οι πολυάριθμες μικρο-ζυθοποιίες που πουλούσαν μάλιστα και φρεσκοφτιαγμένη μπύρα επιτόπου. Ας μην ξεχνάμε πως η μπύρα είναι ένα από τα ελάχιστα προϊόντα για τα οποία η αγορά διασπάται όλο και περισσότερο και οι τέσσερις μεγαλύτερες εταιρίες κατέχουν όλο και μικρότερο ποσοστό από τον παγκόσμιο τζίρο. Μόνο το Πιεμόντε διαθέτει 43 μικροζυθοποιίες το σύνολο των οποίων χρησιμοποιεί πρώτες ύλες παραγόμενες στην περιοχή ενώ αρκετοί είναι οι ζυθοποιοί που καλλιεργούν τις δικές τους πρώτες ύλες.

Από εκεί και πέρα, πεντανόστιμα τυριά από τοπικές ράτσες αιγοπροβάτων και αγελάδων, σαλάμια από προστατευόμενα είδη βουβαλιών, λαχταριστές σοκολάτες από οίκους με μακροχρόνια παράδοση και αναρίθμητες άλλες λιχουδιές έκαναν παρέλαση στον ουρανίσκο μας το ένα μετά το άλλο στέλνοντάς μας σε έναν παράδεισο γεύσεων. Φυσικά σε αυτό δεν παίζουν ρόλο μόνο τα δώρα που έκανε η φύση στην περιοχή αυτήν. Πολύ σημαντική είναι και η προσπάθεια των ντόπιων -με την παρότρυνση πάντα της Slow Food- να διατηρήσουν τις γεύσεις αυτές και με την σκληρή δουλειά και το πάθος γι'αυτό που παράγουν να αναδείξουν τους γαστρονομικούς θησαυρούς του τόπου τους.

Το περίπτερο της υπόλοιπης Ιταλίας ήταν εξίσου πλούσιο και η κάθε περιοχή έδινε ολοκάθαρα το στίγμα της. Η όλη δουλειά της Slow Food βασίζεται στην ανάδειξη των τοπικών προϊόντων της κάθε περιοχής αλλά και της ιστορίας της μέσω της τροφής. Χαρακτηριστικό το γεγονός πως οι νότιες περιοχές διακρίνονται για τις έντονες, πικάντικες και πολύ δυναμικές γεύσεις τους ενώ όσο πάμε προς τα βόρεια γίνονται πιο ήπια και πιο λιπαρά. Έντονο είναι φυσικά και το γεωγραφικό και ιστορικό αποτύπωμα κάθε περιοχής με τις επιρροές των γειτονικών χωρών αλλά και των λαών που κατέκτησαν κατά καιρούς διάφορα μέρη της Ιταλίας να είναι αρκετά εμφανείς σε πολλές περιπτώσεις. Την στιγμή που κάποιος καταλαβαίνει πόσο μεγάλο μέρος της ιστορίας εκφράζεται μέσω της γαστρονομικής παράδοσης ενός τόπου, αντιλαμβάνεται ξεκάθαρα πόσα ισοπεδώνει στο πέρασμά της η κουλτούρα του γκούντα και της κόκα κόλα.

Το διεθνές περίπτερο πάλι ήταν το πιο πολύχρωμο και πιο "φασαριόζικο" απ'όλα κυρίως χάρη στους Αφρικανούς συμμετέχοντες που φορώντας τις παραδοσιακές τους στολές τραγουδούσαν και χόρευαν ασταμάτητα. Στον ίδιο χώρο υπήρχε ενημέρωση για το έργο της Slow Food στις αναπτυσσόμενες χώρες και τον αγώνα που γίνεται για την διάσωση της βιοποικιλότητας τους.

Από την χώρα μας ντολμαδάκια, ελαιόλαδα, τυριά και πιπεροσαλάτες φτιαγμένα με ιδιαίτερη φροντίδα, έπαιξαν τον ρόλο των πρεσβευτών μας στο Salone del Gusto. Μαζί τους και αντιπρόσωποι των κατά τόπους convivium της Slow Food ήταν εκεί για να αποδείξουν πως στην Ελλάδα δεν είναι μόνο κρίση και μιζέρια αλλά νέοι άνθρωποι με θέληση για δημιουργία και αλλαγή του σκηνικού...

Βρισκόμενοι σε ένα τέτοιο σαλόνι μείναμε έκπληκτοι με τον διατροφικό πλούτο που μπορεί να κρύβει κάθε γωνιά του πλανήτη μας. Βλέποντας το έργο της Slow Food και τον κατά τόπους οργανώσεων γεμίζει κανείς αισιοδοξία. Όταν αντιληφθούμε πόση δύναμη έχουν οι διατροφικές μας επιλογές τότε μπορούμε να ξεκινήσουμε να αλλάζουμε τον κόσμο. Εξ ου και ο τίτλος της έκθεσης: "Cibi che cambiano il mondo" - Τροφές που αλλάζουν τον κόσμο.



*ΠΟΠ: Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης

Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2012

Gourmet φινάλε στο Τορίνο!

Επιστρέφοντας στο Τορίνο κρατούσαμε μαζί μας όλες τις όμορφες εικόνες από τις στιγμές στους αμπελώνες του Πιεμόντε και τις απέραντες εκτάσεις φυτεμένες με Nebbiolo. Οι γαστριμαργικές μας συγκινήσεις όμως δεν θα σταματούσαν στα όσα γευτήκαμε στην επαρχία αφού το Τορίνο διατηρεί έντονα το γαστρονομικό στίγμα της ευρύτερης περιοχής. Χάρη στο έργο της Slow Food όλα αυτά τα χρόνια, η τοπικότητα και η εποχικότητα των προϊόντων πρωταγωνιστούν σε κάθε πιάτο που θα φάει κανείς στην πόλη αυτήν του ιταλικού Βορρά.

Ένα από τα εστιατόρια που προτείνει μάλιστα η Slow Food είναι το "Consorzio" που βρίσκεται στο κέντρο της πόλης και είναι "must" προορισμός για τους λάτρεις της τοπικής κουζίνας και των "φυσικών" κρασιών. Είναι ένα μικρό σχετικά μαγαζάκι με δύο δωμάτια που το κάθε ένα έχει μερικά μικρά τραπεζάκια.

Εκεί η συνοδοιπόρος Μαρία έκανε την πρώτη της επαφή με το ωμό κρέας. Αφού μας καλωσόρισαν με ένα ποτό βασισμένο στο καμπάρι, επιλέξαμε το κρασί και περάσαμε στα πρώτα πιάτα. Η Μαρία λοιπόν επέλεξε μία τριπλέτα ωμών κρεάτων, εξαιρετικά σιτεμένων και με συνοδεία ελαιολάδου και φρεσκοτριμμένου πιπεριού. Το ταρτάρ είχε φυσικά τα δικά του μπαχαρικά αλλά το μοσχαρίσιο μπούτι και το μοσχαράκι γάλακτος είχαν από μόνα τους τόση γεύση που δεν χρειαζόταν τίποτα παραπάνω. Περιττό να πω πως από την μέρα εκείνη το καλά σιτεμένο ωμό κρέας κέρδισε έναν ακόμη φανατικό οπαδό! Εξίσου νόστιμη ήταν και η πάπια με σάλτσα από εσπεριδοειδή και λεμονόχορτο ενώ αρκετά ιδιαίτερα ήταν τα ραβιόλι με γλώσσα και σάλτσα από βότανα εποχής.

Όλα αυτά συνοδεία με ένα καταπληκτικό Barolo που συνδύαζε τον δυναμισμό των κρασιών της κατηγορίας αυτής με την φρεσκάδα που έχουν απλούστερα κρασιά που είναι φτιαγμένα για να καταναλώνονται σε μεγαλύτερες ποσότητες. Στην μύτη έκανε ένα υπέροχο παιχνίδισμα ζωικών και γήινων αρωμάτων που πλαισιώνονταν από πολύ ωραίο φρούτο. Στο στόμα η δαντελωτή τανίνη του συνδυάζονταν εξαιρετικά με τις ντελικάτες γεύσεις και απογείωνε όλα τα πιάτα. Πολύ καλές ήταν και οι επιλογές που υπήρχαν σε ποτήρι με μερικά από τα κορυφαία ονόματα στον χώρο της εναλλακτικής οινοποίησης να φιγουράρουν στον αντίστοιχο πίνακα.

Το γεύμα τελείωσε με δύο θεϊκά γλυκά. Σορμπέ μήλο-τζίντζερ  και τάρτα σοκολάτα-φουντούκι συνοδευόμενα με Μοσχάτο Chinato και Barbaresco Chinato αντίστοιχα δημιουργώντας ηδονικούς συνδυασμούς. Θυμίζω πως το Chinato είναι ένα είδος Vermouth, δηλαδή κρασί που έμεινε για μερικές εβδομάδες με αρωματικά φυτά και ενισχύθηκε με αλκόολ φτάνοντας περίπου στο 16 με 18% οινόπνευμα.

Δε θα μπορούσαμε φυσικά να αφήσουμε το Τορίνο χωρίς να κάναμε μία επίσκεψη στην Μέκκα των γεύσεων, στο κατάστημα Eataly. Εκεί μπορεί κανείς να βρει διατροφικά προϊόντα κορυφαίας ποιότητας και παραγόμενα με προδιαγραφές που δεν επιβαρύνουν το περιβάλλον και στηρίζουν την βιοποικιλότητα. Αφού περιηγηθήκαμε για αρκετή ώρα σε όλους τους χώρους καταλήξαμε στον φούρνο όπου παράλληλα με την παρασκευή αρτοσκευασμάτων λειτουργεί και μπαρ-εστιατόριο με ζυμαρικά και πίτσες.

Εκεί δοκιμάσαμε την λαχταριστή πίτσα "Buffala" με αυθεντική mozzarella βούβαλου και συνοδεία την μπύρα Super Baladin της ομώνυμης μικροζυθοποιίας της περιοχής. Μία Ιταλική μπύρα με βέλγικο στυλ, αρκετά απαλή γευστικά παρά το 8% αλκόολ που περιέχει. Αρωματικά θύμιζε έντονα λευκό κρασί με έντονα αρώματα βερίκοκου αλλά και ωραία αρώματα μπαχαρικών που φανέρωναν χρήση αρκετά ποιοτικού λυκίσκου.

Αυτό ήταν και το τελευταίο γεύμα μας σε έναν μεγάλο οινο-γαστρονομικό μαραθώνιο που κράτησε περίπου τρεις εβδομάδες. Ξεκινώντας από την Ελβετία, συνεχίσαμε στην Γαλλία για να καταλήξουμε στο Πιεμόντε σε ένα ταξίδι γεμάτο υπέροχους γαστριμαργικούς σταθμούς. Η ώρα της επιστροφής είχε έρθει...

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2012

Οι Fratelli και τα φουντουκόμελα!

Βόρεια του Barolo και λίγο μετά την La Morra, βρίσκεται το χωριουδάκι Verduno. Ένα μικρό γραφικό χωριουδάκι από το φυσικό μπαλκόνι του οποίου μπορεί κανείς να διακρίνει μεγάλο μέρος των μυθικών αμπελώνων του Πιεμόντε όπως το Barbaresco και το Monferato. Στο ίδιο μέρος είχα βρεθεί και δυόμισι χρόνια πριν όταν επισκέφθηκα το εξαιρετικό Castelo di Verduno και είχα κρατήσει πολύ καλές αναμνήσεις. Αυτήν την φορά θα συναντούσαμε τον Vittorio, τον ένα εκ των δύο Fratelli Alessandria με σκοπό να επισκεφτούμε το ομώνυμο ιστορικό οινοποιείο.

Περπατώντας μέχρι την βόρεια άκρη του χωριού φτάσαμε στο πανέμορφο κτίριο του 18ου αιώνα όπου βρίσκονται οι χώροι παραγωγής αλλά και η κατοικία της οικογένειας Alessandria. Αφού θαυμάσαμε για λίγο την θέα κατεβήκαμε στον μικρό χώρο δοκιμών που ήταν ένα παλιό δωμάτιο διακοσμημένο με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι ιδιαίτερα ζεστό και φιλόξενο. Στο ίδιο δωμάτιο βρίσκονταν και το πέρασμα για το υπόγειο κελάρι το οποίο αντιληφθήκαμε πολύ μετά από την στιγμή που κάτσαμε αφού ήταν καμουφλαρισμένο σαν κάποιο μυστικό πέρασμα.

Οι "fratelli" καλλιεργούν συνολικά εκατόν σαράντα στρέμματα γης παράγοντας μέσο όρο 75.000 φιάλες το χρόνο με το ένα τρίτο της συνολικής παραγωγής να είναι Barolo. Ο Vittorio είναι η πέμπτη γενιά οινοπαραγωγών και το οινοποιείο αγοράστηκε από την οικογένεια το 1870. Μέχρι τότε στέγαζε ένα εξίσου σπουδαίο οινοπαραγωγό ο οποίος μάλιστα είχε κερδίσει και δύο μεγάλες διακρίσεις σε διαγωνισμό το 1843.

Ξεκινήσαμε τις δοκιμές με το λευκό του κτήματος από την τοπική ποικιλία favorita. Ένα αρκετά καλό λευκό με αρκετό σώμα και καλή οξύτητα χωρίς όμως να προσφέρει το συναίσθημα της ανακάλυψης μίας καινούριας ποικιλίας. Μέχρι τότε αγνοούσα την ύπαρξη αυτού του λευκού DOC* από το Langhe και περίμενα μάλλον κάτι πιο ξεχωριστό.

Από τα κόκκινα πρώτο δοκιμάσαμε το Langhe Nebbiolo. Αρκετά ευχάριστο αρωματικά, απλό κρασί σε γενικές γραμμές με δυναμικό τελείωμα χαρακτηριστικό της ποικιλίας. Ότι έπρεπε για να "ζεσταθούμε" λιγάκι και να προετοιμάσουμε τους ουρανίσκους μας για τα Barolo που θα έπαιρναν σειρά αμέσως μετά.

Το πρώτο μεγάλο Nebbiolo της σειράς -ένα απλό Barolo- ήταν αρκετά σφιγμένο αρωματικά αλλά μας κέρδισε με την εξαιρετική του οξύτητα και την καταπληκτική τανική δομή του. Ακολούθησαν τα Barolo από τα αμπελοτόπια San Lorenzo και Gramolere με το πρώτο να είναι αρκετά εκφραστικό αρωματικά και το δεύτερο να δίνει μία θερμή αίσθηση και να ξεφεύγει αρκετά σε χαρακτήρα από όλα τα υπόλοιπα.

Κορυφαίο της σειράς το Barolo Monvigliero που με το εκπληκτικό, γεμάτο στόμα του και την ατέλειωτη διάρκεια του μας βοήθησε να κλείσουμε τις δοκιμές κρατώντας τα αρώματα του Nebbiolo να γαργαλάνε τον ουρανίσκο μας.

Την επόμενη μέρα το πρωί αφήσαμε το cinquecento μας πίσω στο γραφείο ενοικίασης και προτού πάρουμε το τραίνο για Τορίνο κάναμε μερικές βόλτες στην λαϊκή αγορά της Alba. Υπενθυμίζω πως η περιοχή γύρω από την Άλμπα πέρα από το κρασί φημίζεται και για τα φουντούκια της.
Χαρακτηριστικό της πόλης εξάλλου είναι και η έντονη μυρωδιά από πραλίνα που αναδύεται από τα εργοστάσια της Ferrero και πλημμυρίζει όλη την περιοχή!
Το καλύτερο προϊόν πάντως είναι το παραδοσιακό nocciomiele. Το φουντουκόμελο δηλαδή  που γίνεται από μέλι -συνήθως ακακίας- και πραλίνα φουντουκιού. Κάποιοι παραγωγοί μάλιστα χρησιμοποιούν και ένα μικρό ποσοστό κακάο ενώ λιγότερο ποιοτικά είναι τα nocciomiele που περιέχουν και ηλιέλαιο. Αν όμως πέσετε σε καλό παραγωγό με δικό του μέλι και φουντούκια και σας αρέσουν τα "μερεντοειδή" τότε το "φουντουκόμελο" θα σας ξετρελάνει!
Αφού λοιπόν εφοδιαστήκαμε με μερικά βαζάκια από την γλυκιά αυτή λιχουδιά πήραμε το τραίνο για Τορίνο. Ένα γεμάτο τριήμερο στους αμπελώνες του Πιεμόντε έφτανε στο τέλος του. Οι οινο-γαστρονομικές μας περιπέτειες όμως δεν θα σταματούσαν εκεί αφού στην πόλη του Τορίνο μας περίμεναν άλλου είδους γαστριμαργικές συγκινήσεις!

Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2012

La Spinetta: Με έμβλημα τον Ρινόκερο...

Η επόμενη οινική ημέρα στο Πιεμόντε μας βρήκε βορειοανατολικά της Άλμπα, να ψάχνουμε για το φημισμένο οινοποιείο "La Spinetta" της οικογένειας Rivetti. Είχαμε στα χέρια μας ένα σχεδιάγραμμα σχετικά με το πως θα φτάσουμε εκεί αλλά ανεβαίνοντας τον ομώνυμο λόφο μας δόθηκε η εντύπωση πως είχαμε χαθεί. Σταματήσαμε στο πρώτο σημείο που είδαμε αυτοκίνητα με σκοπό να ζητήσουμε πληροφορίες και τότε αντικρίσαμε μπροστά μας μία μικροσκοπική πινακίδα όπου έγραφε το όνομα του οινοποιείου που ψάχναμε!

H οικογένεια Rivetti βρίσκει της ρίζες της κάπου στα τέλη του 19ου αιώνα αλλά η επιθυμία για την δημιουργία μίας οινικής επιχείρησης πραγματοποιείται το 1977 με την ίδρυση του οινοποιείου στο Castagnole Lanze από τον Giuseppe "Pin" Rivetti. Οινοποιώντας αρχικά μόνο Μοσχάτο παράγουν το πρώτο τους ερυθρό το 1985 για να φτάσουν μέχρι το 2000 να παράγουν Barbaresco και Barolo ενώ από το 2008 ολοκληρώθηκε και το οινοποιείο στην Τοσκάνη όπου παράγεται αποκλειστικά Sangiovese αλλά και ελαιόλαδο.

Στον χώρο υποδοχής μας περίμενε ο Στέφανο που είναι ένας εκ των δύο βασικών οινολόγων στο οινοποιείο του Castagnole Lanze - ο άλλος είναι ο ίδιος ο ιδιοκτήτης. Μαζί με ένα γκρουπ από οκτώ Αυστριακούς και Ελβετούς οπαδούς του κτήματος που είχαν "κατέβει για ψώνια" ξεκινήσαμε την ξενάγηση. Οι χώροι της οινοποίησης ήταν εξοπλισμένοι με μοντέρνα και πολύ προηγμένα μηχανήματα ενώ αρνητική εντύπωση μου έκαναν οι περιστροφικές δεξαμενές. Οι συγκεκριμένες εκχυλίζουν σε μεγάλο βαθμό και σχετικά "άγαρμπα" τις διάφορες ουσίες από τον φλοιό του σταφυλιού και δεν περίμενα να δω κάτι τέτοιο σε ένα οινοποιείο που δίνει τόσο μεγάλη προσοχή στο αμπέλι όπως το La Spinetta. Φυσικά κάθε οινοπαραγωγός έχει τον δική του φιλοσοφία πάνω στην διαδικασία παραγωγής και κάθε επιλογή κρίνεται στο αποτέλεσμα.

Το πιο εντυπωσιακό κομμάτι βέβαια ήταν το κελάρι με τον έντεχνα τοποθετημένο φωτισμό που δημιουργούσε μυσταγωγική ατμόσφαιρα και ο ρινόκερος -έμβλημα του οινοποιείου- που δέσποζε πάνω σε κάθε βαρέλι.

Να επισημάνω εδώ πως στο La Spinetta το 75% των αμπελώνων καλλιεργείται βιοδυναμικά και όσο εμείς ξεναγούμασταν στο οινοποιείο ο ιδιοκτήτης δούλευε μαζί με τους εργάτες στα αμπέλια. Στοιχείο πολύ σημαντικό αφού δείχνει πως ακόμη και αν οι Rivetti έχουν μεγαλοπιαστεί δεν εγκαταλείπουν το αμπέλι γιατί γνωρίζουν πως εκεί είναι το κλειδί για την παραγωγή σπουδαίων κρασιών.

Αφού ολοκληρώσαμε την ξενάγηση περάσαμε στο τραπέζι δοκιμών όπου το κρασί συνοδεύονταν με λίγο ψωμάκι και ελαιόλαδο από τα κτήματα των Rivetti στην Τοσκάνη. Συνολικά δοκιμάσαμε δεκατέσσερις διαφορετικές ετικέτες με τις μισές από αυτές να είναι από την υψηλότερη γκάμα του κτήματος, δηλαδή Barolo ή Barbaresco.
Επίσης δοκιμάσαμε και μία ετικέτα από την ιδιωτική παραγωγή του Stefano που ταίριαζε πάρα πολύ καλά τις οξύτητες της Barbera με την δυναμική τανική δομή του Nebbiolo και τις ισορροπούσε απόλυτα.

Από τα Barbaresco συγκρατήσαμε το "Starderi" του '07 για την αμεσότητα που το διέκρινε χωρίς να χάνει καθόλου από τον δυναμισμό του nebbiolo και το "Valeirano" της ίδιας χρονιάς από ασβεστώδη εδάφη που του προσέδιδαν πιο πικάντικο χαρακτήρα και μεγαλύτερες δυνατότητες παλαίωσης από οποιοδήποτε άλλο στην ίδια σειρά.

Από τα Barolo μας μάγεψε το Campe του 2003 το οποίο πλημμύριζε την μύτη μας με φρούτο και ολοζώντανα αρώματα που σε έκαναν να πιστέψεις πως το κρασί είχε μόλις οινοποιηθεί. Το στόμα ήταν εξίσου νεανικό με τις τανίνες να δείχνουν να μην έχουν καταλάβει τίποτα από το πέρασμα οκτώμιση χρόνων παλαίωσης και την επίγευση να μην τελειώνει ποτέ!

Κλείσαμε με το φρέσκο Moscato d'Asti το οποίο ήταν αρκετά γλυκό για τα γούστα μου αλλά ότι έπρεπε για να δροσίσει και πάλι το στόμα μας μετά από τόση τανίνη. Αρωματικά θύμιζε μπύρα weiss και αυτό γιατί η διαδικασία ζύμωσης είχε τελειώσει σχετικά πρόσφατα. Δυνατό του σημείο οι εξαιρετικά απαλές φυσαλίδες που γαργαλούσαν ευχάριστα τον ουρανίσκο χωρίς να του επιτίθενται.

Κάπως έτσι ολοκληρώσαμε τον κύκλο των δοκιμών. Το La Spinetta είναι ένα από τα κορυφαία κτήματα του Πιεμόντε που καταφέρνει να ισορροπήσει πολύ καλά μεταξύ τεχνολογίας και αυθεντικότητας και κάθε ετικέτα του είναι σίγουρα μία μεγάλη εμπειρία για κάθε οινόφιλο.

Πρωτού φύγουμε ανταλλάξαμε μερικές κουβέντες με τον Στέφανο -ο οποίος είναι επίσης μεγάλος "ξινομαυράκιας"- και του υποσχέθηκα να του πάω μερικές Νάουσες όταν επιστρέψω. Το ωραίο της υπόθεσης ήταν πως ο Stefano, όταν τελειώσαμε τις δοκιμές, μας απολογήθηκε γιατί δεν μπορέσαμε να δοκιμάσουμε πολλά πράγματα και δεν είχε πολύ χρόνο να μας δει. Έχοντας κάτσει εκεί πάνω από δύο ώρες και έχοντας δοκιμάσει ετικέτες που θα θέλαμε τουλάχιστον 1500€ για να τις δοκιμάσουμε μόνοι μας αναρωτιέμαι τι εμπειρία θα ζούσαμε σε περίπτωση που κατάφερνε να μας περιποιηθεί όπως θα το ήθελε!